Σε υψηλά επίπεδα αναμένεται να διατηρηθεί και φέτος η επιβράβευση των μετόχων από τις ευρωπαϊκές τράπεζες, καθιστώντας τον κλάδο μεταξύ των πλέον ελκυστικών σε όρους μερισματικών αποδόσεων και συνολικών διανομών, την ώρα που οι αποτιμήσεις εξακολουθούν να κινούνται σε μη απαιτητικά - έναντι της ευρύτερης αγοράς - επίπεδα.
Αναλυτές υπολογίζουν σε διανομές μερισμάτων ύψους 95 δισ. ευρώ από τον κλάδο, που συνδυαστικά με προγράμματα επαναγοράς ιδίων 53 δισ. ευρώ, οδηγούν σε μια συνολική απόδοση περίπου 6,5%, με μέσο payout 77%. Το ενδιαφέρον, όμως, δεν βρίσκεται πλέον μόνο στο ύψος των διανομών, αλλά και στη «συνταγή» με την οποία αυτές πραγματοποιούνται. Γιατί, όσο τα payouts συγκλίνουν, τόσο μεγαλύτερη σημασία αποκτά το «μείγμα» μεταξύ μερίσματος και buyback.
Η εικόνα που προκύπτει απέχει από μια ενιαία ευρωπαϊκή πρακτική. Ορισμένες τράπεζες εξακολουθούν να δίνουν σαφή προτεραιότητα στο μέρισμα, άλλες χρησιμοποιούν τις επαναγορές ως βασικό εργαλείο υποβοήθησης για τη δημιουργία αξίας, ενώ μια τρίτη ομάδα επιλέγει μια πιο ισορροπημένη κατανομή μεταξύ των δύο. Οι ελληνικές συστημικές βρίσκονται και στις τρεις κατηγορίες.
Η διαφορετική φιλοσοφία...
Η πλειονότητα των ευρωπαϊκών τραπεζών εξακολουθεί να δίνει σαφή προτεραιότητα στις χρηματικές διανομές, με τα buybacks να λειτουργούν περισσότερο συμπληρωματικά. Οι δύο ιταλικές τράπεζες που έχουν αναδειχθεί σε σημείο αναφοράς για τις διανομές, Intesa και UniCredit με payouts στο 95% και 90% αντίστοιχα, επιστρέφουν το 70% μέσω χρηματικής διανομής και το υπόλοιπο σε buyback. Στην ίδια «σχολή» ανήκει και η Nordea με dividend payout στο 69% και περίπου 21% σε buyback, ενώ ακόμη υψηλότερη ποσόστωση σε χαμηλότερο σύνολο έχουν οι Caixa (60% σε σύνολο 68,5%), BNP Paribas (50% σε σύνολο 60%) και Πειραιώς (κοντά στο 50% σε σύνολο 60%). Με επιμέρους διαφοροποιήσεις, το γκρουπ των τραπεζών που επιλέγει κατά βάση να επιβραβεύσει του μετόχους του μέσω μετρητών έχει «γράψει» θετικές αποδόσεις στο σύνολό του.

Μεταξύ των δύο προσεγγίσεων διαμορφώνεται μια τρίτη «σχολή», η οποία αποφεύγει να ποντάρει αποκλειστικά είτε στο μέρισμα είτε στις επαναγορές ιδίων. Η ING αποτελεί το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα, συνδυάζοντας υψηλό payout με σχεδόν ισοβαρή κατανομή μεταξύ των δύο εργαλείων - «καίγοντας» και κεφάλαιο. Στην ίδια λογική συγκλίνουν η Santander, η Deutsche Bank, η Alpha και η Eurobank, με την πλειονότητα αυτών να καταγράφει από τις υψηλότερες αποδόσεις.
Η διαφοροποίηση εντοπίζεται περισσότερο στην τρίτη «σχολή», η οποία δίνει μεγαλύτερη έμφαση στις επαναγορές ιδίων μετοχών. Παρά την «επιθετικότερη» χρήση των buybacks, η χρηματιστηριακή εικόνα της ομάδας δεν είναι αντίστοιχη. Από τις τέσσερις τράπεζες της κατηγορίας, μόνο η Εθνική καταγράφει απόδοση που ξεχωρίζει, με τις Société Générale και Barclays να κινούνται σε μονοψήφια επίπεδα και τη Sabadell να υποαποδίδει. Η Société Générale διαθέτει σχεδόν τα δύο τρίτα του payout σε buyback, ενώ αντίστοιχη στρατηγική ακολουθούν η Barclays, η Sabadell και η Εθνική, με την ισπανική τράπεζα να αποτελεί ίσως την πρώτη υποψήφια για μετακίνηση προς την «πρώτη σχολή», καθώς αναμένεται να αυξήσει σημαντικά το βάρος των χρηματικών διανομών.
Υπό αυτό το πρίσμα, οι σημερινές διαχωριστικές γραμμές δύσκολα θα παραμείνουν τόσο ευδιάκριτες, καθώς οι ολοένα και υψηλότερες τραπεζικές αποτιμήσεις περιορίζουν έτι περισσότερο την ελκυστικότητα των buybacks.
... και η παγίδα των συγκρίσεων
Η σύγκριση ωστόσο, μεταξύ διαφορετικών τραπεζών δύσκολα απομονώνει την επίδραση της πολιτικής διανομών, καθώς η πορεία κάθε μετοχής αντανακλά μια πολυπαραγοντική εξίσωση. Μια τράπεζα μπορεί να επιλέγει χαμηλότερο payout ή μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρισμα, επειδή προτεραιοποιεί την οργανική ανάπτυξη ή διατηρεί κεφαλαιακές εφεδρείες για εξαγορές.
Μια άλλη μπορεί να επιστρέφει μεγαλύτερο μέρος της κερδοφορίας της, καθώς οι δυνατότητες αποδοτικότερης αξιοποίησης του πλεονάζοντος κεφαλαίου είναι πιο περιορισμένες. Σε αυτές τις περιπτώσεις, μέρος της αξίας που υπό διαφορετικές συνθήκες θα επιδιώκονταν μέσω οργανικής ή ανόργανης ανάπτυξης επιχειρείται να ανακτηθεί μέσω των buybacks, που τονώνουν τα κέρδη ανά μετοχή και δημιουργούν έναν σταθερό αγοραστή της μετοχής.
Υπό αυτή την έννοια, η ουσιαστική σύγκριση δεν γίνεται μεταξύ δύο διαφορετικών τραπεζών, αλλά μεταξύ δύο διαφορετικών πολιτικών επιβράβευσης της ίδιας τράπεζας.



