Η Δύση και το Ισραήλ δε μπορούν να βασίζονται αποκλειστικά στην απειλή αντιποίνων για να αποτρέψουν το Ιράν από το να προχωρήσει σε επιθετικές ενέργειες ή να αναπτύξει εκ νέου τις στρατηγικές στρατιωτικές του δυνατότητες. Αντιθέτως, η «πραγματική ασφάλεια» απαιτεί τη συστηματική στέρηση των μέσων που επιτρέπουν στο Ιράν να απειλεί τους αντιπάλους του, όπως υποστηρίζει σε παρέμβασή του πρώην σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας του Ισραήλ.
Ουσιαστικά, υποστηρίζει ότι το Ιράν δεν θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να διατηρήσει ή να ανακατασκευάσει το πυρηνικό και βαλλιστικό του πρόγραμμα, ούτε να παράγει προηγμένα μη επανδρωμένα αεροσκάφη, ενώ ταυτόχρονα θα πρέπει να εξουδετερωθούν οι ναυτικές του δυνατότητες και το δίκτυο των ένοπλων οργανώσεων που υποστηρίζει στην ευρύτερη περιοχή.
Η παρέμβαση προέρχεται από τον Meir Ben-Shabbat, έναν από τους πλέον έμπειρους αξιωματούχους ασφαλείας του Ισραήλ. Διετέλεσε σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας και επικεφαλής του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας (NSC) κατά την περίοδο διακυβέρνησης του Μπενιαμίν Νετανιάχου (2017-2021), αποτελώντας τον βασικό σύμβουλό του σε ζητήματα στρατηγικής και ασφάλειας. Στο διάστημα αυτό είχε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της ισραηλινής πολιτικής απέναντι στο Ιράν και στις διαπραγματεύσεις που οδήγησαν στις Συμφωνίες του Αβραάμ.
Αφετηρία για την ανάλυσή του αποτελούν οι πρόσφατες απειλές της νέας ιρανικής ηγεσίας για εκδίκηση, καθώς και οι πληροφορίες περί σχεδίων δολοφονίας του Αμερικανού Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ. Όπως επισημαίνει ο Ben-Shabbat, οι απειλές αυτές προκάλεσαν μια εξίσου σκληρή προειδοποίηση από την Ουάσιγκτον, καθώς ο Τραμπ διαμήνυσε ότι έχει αφήσει σαφείς εντολές για μια «καταστροφική αμερικανική απάντηση» στην περίπτωση που το Ιράν επιχειρήσει να τον δολοφονήσει.
Το πρόβλημα της αποτροπής
Στόχος των συγκεκριμένων προειδοποιήσεων είναι προφανώς η αποτροπή. Οι ΗΠΑ εκτιμούν ότι, γνωρίζοντας το μέγεθος των αμερικανικών αντιποίνων, η ηγεσία της Τεχεράνης θα διστάσει να προχωρήσει σε μια απόπειρα δολοφονίας ή σε κάποια άλλη επιθετική ενέργεια. Η ίδια λογική εφαρμόζεται όχι μόνο σε ενδεχόμενες επιθέσεις εναντίον του Τραμπ, του Ισραηλινού πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου ή άλλων πολιτικών ηγετών, αλλά και στις ευρύτερες ιρανικές δραστηριότητες στους τομείς των πυρηνικών όπλων, των βαλλιστικών πυραύλων, των drones, των ναυτικών επιχειρήσεων και της τρομοκρατίας.
Ωστόσο, σύμφωνα με τον Ben-Shabbat, η στρατηγική αυτή βασίζεται σε μια εξαιρετικά αβέβαιη παραδοχή. Ότι δηλαδή οι υπεύθυνοι λήψης αποφάσεων στην Τεχεράνη υπολογίζουν με ορθολογικό τρόπο τα πιθανά οφέλη και το κόστος των ενεργειών τους και ότι, σε τελική ανάλυση, σκέφτονται όπως οι ηγέτες των δυτικών χωρών. Ο πρώην σύμβουλος ασφαλείας του Ισραήλ θεωρεί ότι αυτό κάθε άλλο παρά βέβαιο είναι, δεδομένης της ριζοσπαστικής ισλαμιστικής ιδεολογίας και της κοσμοθεωρίας που χαρακτηρίζει το ιρανικό καθεστώς.
Ο ίδιος επικαλείται ένα πρόσφατα δημοσιοποιημένο έγγραφο που, σύμφωνα με τις ισραηλινές αρχές, κατασχέθηκε από τις ισραηλινές ένοπλες δυνάμεις στη Γάζα και είχε συνταχθεί από τον ηγέτη της Χαμάς, Γιαχία Σινουάρ, πριν από την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου 2023. Σύμφωνα με το περιεχόμενο του εγγράφου, ο Σινουάρ θεωρούσε πιθανό ότι το Ισραήλ θα απαντούσε ακόμη και με τη χρήση πυρηνικού όπλου εναντίον της Γάζας, χωρίς όμως αυτό να τον αποτρέψει από την υλοποίηση του σχεδίου επίθεσης. Αντιθέτως, φέρεται να αντιμετώπιζε τη σύγκρουση ως μια μάχη «ζωής ή θανάτου» και ήταν διατεθειμένος να προχωρήσει ακόμη και αν το αποτέλεσμα ήταν η ολοκληρωτική καταστροφή της Γάζας.
Είναι πιθανό η ηγεσία της Τεχεράνης να αντιμετωπίζει με ανάλογο τρόπο την «αποστολή» της και την επιθυμία της για εκδίκηση; Η απάντηση, όπως εκτιμά ο Ben-Shabbat, μπορεί να είναι καταφατική. Παρότι αναγνωρίζει ότι υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ της Χαμάς και του Ιράν, υποστηρίζει ότι τόσο η παλαιστινιακή οργάνωση όσο και η ιρανική ηγεσία εμπνέονται από ακραίες ισλαμιστικές ιδεολογίες, οι οποίες αντιμετωπίζουν την τρομοκρατία και την καταστροφή ως θεμιτά μέσα για την επίτευξη πολιτικών και θρησκευτικών στόχων.
«Στέρηση δυνατοτήτων»
«Απέναντι σε εχθρούς αυτού του είδους δεν μπορούμε να βασιζόμαστε στην αποτροπή», αναφέρει χαρακτηριστικά ο πρώην σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας του Ισραήλ, υποστηρίζοντας ότι μόνο η πρόληψη και η στέρηση των απαραίτητων δυνατοτήτων μπορούν να εξασφαλίσουν πραγματική ασφάλεια.
Πρόκειται για μια προσέγγιση που, σύμφωνα με τον ίδιο, πρέπει να εφαρμοστεί στο σύνολο της στρατιωτικής και τρομοκρατικής υποδομής του Ιράν. Όσο το Ιράν παραμένει υπό τη σημερινή επαναστατική ηγεσία, δεν θα πρέπει να του επιτραπεί να διατηρήσει στρατηγικές δυνατότητες. Αυτό αφορά τα πυρηνικά όπλα, τους βαλλιστικούς πυραύλους, τα προηγμένα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και τις εγκαταστάσεις παραγωγής τους. Επιπλέον, η Τεχεράνη δεν θα πρέπει να διαθέτει ναυτικές δυνάμεις ικανές να απειλήσουν τη διεθνή ναυσιπλοΐα, στρατιωτικές οργανώσεις που λειτουργούν ως πληρεξούσιοι, ούτε μηχανισμούς που χρησιμοποιούνται για τρομοκρατικές επιθέσεις και δολοφονίες στο εξωτερικό.
Ο στόχος, επομένως, δεν μπορεί να είναι απλώς να φοβάται το Ιράν τις συνέπειες των πράξεών του. Πρέπει να είναι η αφαίρεση των μέσων που θα του επέτρεπαν να πραγματοποιήσει τις απειλές του. Όπως λέει ο Ben-Shabbat στην ανάλυσή του, το Ιράν, η Χαμάς, η Χεζμπολάχ και οι Χούθι θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με βάση τον τρόπο με τον οποίο πραγματικά σκέφτονται και όχι σύμφωνα με τον τρόπο που οι δυτικές κυβερνήσεις θα επιθυμούσαν να σκέφτονται. Και, αν η «άμεση και διαρκής» στέρηση των στρατηγικών δυνατοτήτων του Ιράν αποδειχθεί αδύνατη, σημειώνει, η μόνη εναλλακτική λύση ενδέχεται να είναι η δημιουργία των συνθηκών που θα επιτρέψουν στον ιρανικό λαό να αλλάξει το καθεστώς και να οικοδομήσει ένα διαφορετικό μέλλον για τη χώρα του.
Η παρέμβαση του πρώην συμβούλου Εθνικής Ασφάλειας του Ισραήλ αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς οι θέσεις του είναι απολύτως εναρμονισμένες με τη διαχρονική στρατηγική αντίληψη του ισραηλινού κατεστημένου ασφαλείας, σύμφωνα με την οποία το ζητούμενο δεν είναι απλώς η αποτροπή του Ιράν, αλλά η μόνιμη αποδυνάμωση των στρατηγικών του δυνατοτήτων. Μάλιστα, η ανάλυσή του δημοσιεύθηκε σε μια περίοδο κατά την οποία είχαν καταγραφεί εμφανείς διαφοροποιήσεις μεταξύ Ουάσιγκτον και Τελ Αβίβ ως προς τον τρόπο τερματισμού της σύγκρουσης και τις προοπτικές μιας συμφωνίας με την Τεχεράνη. Ωστόσο, η πρόσφατη επανέναρξη των αμερικανικών βομβαρδισμών εναντίον ιρανικών στόχων δείχνει ότι, τουλάχιστον στο στρατιωτικό σκέλος, οι ΗΠΑ έχουν επιστρέψει σε μια πολύ πιο επιθετική στάση.



