Οι γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή αυξάνουν τους κινδύνους για τις οικονομίες Ελλάδας και Κύπρου, κυρίως λόγω της μεγάλης εξάρτησής τους από τη ναυτιλία και τον τουρισμό, όπως αναφέρει η DBRS. Παρά τη μέχρι τώρα ανθεκτικότητα, οι εξελίξεις δημιουργούν πιέσεις τόσο στην οικονομική δραστηριότητα όσο και στο τραπεζικό σύστημα.
Η διατάραξη βασικών θαλάσσιων οδών και η παράκαμψη περιοχών όπως η Ερυθρά Θάλασσα αυξάνουν το κόστος μεταφοράς (καύσιμα, ασφάλιστρα, χρόνος ταξιδιού). Αυτό οδηγεί σε αύξηση των ναύλων, αλλά και σε μεγαλύτερη μεταβλητότητα στον κλάδο. Τα ελληνόκτητα πλοία επηρεάζονται άμεσα, καθώς έχουν σημαντική παρουσία στις συγκεκριμένες διαδρομές.
Επιπλέον, σύμφωνα με τη DBRS, οι περιορισμοί στον εναέριο χώρο και η αύξηση του κόστους πτήσεων μειώνουν τη ζήτηση για ταξίδια. Η Κύπρος εμφανίζεται πιο ευάλωτη λόγω γεωγραφικής εγγύτητας και εξάρτησης από συγκεκριμένες αγορές (π.χ. Ισραήλ). Η Ελλάδα επηρεάζεται επίσης, αλλά λιγότερο, χάρη σε πιο διαφοροποιημένη τουριστική βάση.
Οι τράπεζες σε Ελλάδα και Κύπρο έχουν υψηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο έκθεση σε ναυτιλία και τουρισμό, γεγονός που αυξάνει τον πιστωτικό κίνδυνο σε περίπτωση παρατεταμένης κρίσης. Οι ελληνικές τράπεζες εμφανίζουν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα, λόγω διεθνοποιημένων και εξασφαλισμένων ναυτιλιακών δανείων. Οι κυπριακές είναι πιο εκτεθειμένες στον τουρισμό, άρα πιο ευάλωτες σε πτώση της ζήτησης.
Τελευταία, η DBRS προχώρησε σε επί τα χείρω αναθεώρηση των προοπτικών της ελληνικής οικονομίας (περίπου 1,9% για Ελλάδα και 2,7% για Κύπρο το 2026), ενώ πρόσθετοι κίνδυνοι προκύπτουν από υψηλότερες τιμές ενέργειας, πληθωρισμό και πιθανές διαταραχές στην εφοδιαστική αλυσίδα.
Παρά την επιδείνωση του εξωτερικού περιβάλλοντος, τα τραπεζικά συστήματα των δύο χωρών εισέρχονται σε αυτή τη φάση με ισχυρή κερδοφορία και επαρκή κεφαλαιακά αποθέματα, που λειτουργούν ως «μαξιλάρι» έναντι των πιέσεων. Ωστόσο, η ένταση και κυρίως η διάρκεια της κρίσης στη Μέση Ανατολή θα αποτελέσουν τον βασικό παράγοντα που θα καθορίσει το βάθος των επιπτώσεων.