Το «ρήγμα» που έχει δημιουργηθεί μεταξύ της ΕΚΤ και του «γερμανικού μπλοκ» καλείται να διορθώσει η νέα πρόεδρος της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ, που παράλληλα θα έχει να αντιμετωπίσει και την αμφισβήτηση που θα υπάρξει προς το πρόσωπό της στους κόλπους της ΕΚΤ, αφού δεν διαθέτει εμπειρία στη διακυβέρνηση μιας κεντρικής τράπεζας.

Η Γαλλίδα δικηγόρος, πρώην Γενική Διευθύντρια του ΔΝΤ ανέλαβε τα ηνία της ΕΚΤ βρισκόμενη μπροστά σε ένα σκηνικό «πολέμου» που ξέσπασε μετά την επαναφορά των μέτρων τόνωσης της νομισματικής πολιτικής από τον Μάριο Ντράγκι.

Η επανεκκίνηση του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης (QE) με αγορές κρατικών ομολόγων 20 δισ. ευρώ μηνιαίως από την 1η Νοεμβρίου, η περαιτέρω μείωση των ήδη αρνητικών επιτοκίων στο -0,50%, αλλά και η αποτυχία επίτευξης του στόχου του 2% για τον πληθωρισμό, από τον Μάριο Ντράγκι, δημιουργεί δίπολα στο «στρατηγείο» της Φρανκφούρτης και ακανθώδη ερωτήματα για τα οποία καλείται να απαντήσει άμεσα η Κριστίν Λαγκάρντ.

Η ίδια γνωρίζει πολύ καλά πως μπροστά της έχει να αντιμετωπίσει τόσο την Γερμανία όσο και την Ολλανδία που δείχνουν να «στηλώνουν τα πόδια» στη λήψη μέτρων δημοσιονομικής ελάφρυνσης, που θα αναδείξουν και τα μέτρα νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ, δημιουργώντας ένα θετικό rollup στην Ευρωζώνη. Τα τελευταία δείγματα παραμένουν αποθαρρυντικά για την μετατόπιση ενός δυσκίνητου «γερμανικού μπλοκ», μιας και στον ενιαίο ευρωπαϊκό προϋπολογισμό που καταρτίστηκε πρόσφατα, ορίστηκε το ποσό των 17 δισ. ευρώ σε ορίζοντα επταετίας, πολύ χαμηλότερο από τα 50 δισ. ευρώ που ζητούσε η Γαλλία αλλά και η ΕΚΤ.

Το ισχυρό «γεράκι» της ΕΚΤ και πρόεδρος της Κεντρικής Τράπεζας της Γερμανίας Γιενς Βάιντμαν, που ήταν ένας εκ των οποίων κυνηγούσαν την θέση της προεδρίας της ΕΚΤ έχει αντιταχθεί πλήρως στα μέτρα τόνωσης που επανέφερε λίγο πριν τη λήξη της θητείας του ο Μάριο Ντράγκι, λέγοντας πως πυροδοτούν «ηθικό κίνδυνο» και λειτουργούν αποτρεπτικά για τις τράπεζες αλλά και τους αποταμιευτές (κυρίως για την Γερμανία και την Ολλανδία).

Πιστοί συνοδοιπόροι του Γερμανού στην υπομονετική στάση είναι ο Ολλανδός τραπεζίτης, Κλάας Κνοτ και ο Αυστριακός Ρόμπερτ Χόλτσμαν που θεωρούν πως η ΕΚΤ θα πρέπει να διασφαλίσει τα μέτρα τόνωσης στην οικονομική της «φαρέτρα» για να τα χρησιμοποιήσει όταν υπάρξει πραγματική ανάγκη. Οι ίδιοι θεωρούν παράλληλα πως η ΕΚΤ χρηματοδοτεί σπάταλες κυβερνήσεις έμμεσα μέσω της επαναφοράς του QE και αυτό γιατί τόσο η Γερμανία όσο και η Ολλανδία βρίσκονται πολύ κοντά στο όριο του 33% που έχει θέσει η ΕΚΤ για τη διακράτηση χρέους μέσω κρατικών ομολόγων. «Σκληρή μάχη» θα δοθεί και στο πεδίο του χρονικού ορίζοντα που θα τρέξει το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, με την Κριστίν Λαγκάρντ, να αναμένεται να δεχτεί πιέσεις τόσο από στελέχη της ΕΚΤ, όσο και από τις διεθνείς οικονομικές συγκυρίες που παραμένουν ιδιαίτερα επιβαρυντικές με τα «βαρίδια» του Brexit και της εμπορικής διένεξης ΗΠΑ – Κίνας να διατηρούν ψηλά τον πήχη της αβεβαιότητας.

Στο βωμό όλων αυτών η Κριστίν Λαγκάρντ δεν άφησε τίποτα να πέσει κάτω εξαπολύοντας δριμεία κριτική στις χώρες που διατηρούν υψηλά δημοσιονομικά πλεονάσματα και οι οικονομίες τους αποτελούν βαρόμετρο για την ευημερία της Ευρωζώνης. «Χώρες με χρόνια δημοσιονομικά πλεονάσματα, όπως η Ολλανδία και η Γερμανία, όφειλαν να ανοίξουν τα πορτοφόλια τους, προκειμένου να διορθωθούν οι ανισορροπίες στην Ευρωζώνη, επενδύοντας υψηλότερα κεφάλαια σε υποδομές, εκπαίδευση και καινοτομία» ανέφερε μιλώντας στο γαλλικό ραδιόφωνο. Η απειλή της ύφεσης για την γερμανική οικονομία που μπορεί να προκαλέσει ένα ντόμινο αρνητικών εξελίξεων στην Ευρωζώνη είναι μια ικανή συνθήκη που μπορεί να εκμεταλλευτεί η Κριστίν Λαγκάρντ για να φέρει στα δικά της νερά μέσω μιας αλλαγής του μείγματος οικονομικής πολιτικής τις χώρες που συνασπίζονται πίσω από την Γερμανία.

Ο δρόμος μακρύς και δύσκολος για τη Λαγκάρντ που στο πρόσωπό της ίσως βρει αυτό που αναζητούσε η ΕΚΤ προκειμένου να βελτιώσει την επικοινωνία της (εντός και εκτός Φρανκφούρτης), αλλά και να γεφυρώσει το χάσμα με το Βερολίνο.