Η Ρωσία εξετάζει το ενδεχόμενο να κλιμακώσει τις επιθέσεις της στο Κίεβο με βαλλιστικούς πυραύλους βάζοντας στο στόχαστρο τοποθεσίες στο κέντρο της ουκρανικής πρωτεύουσας και υποδομές ζωτικής σημασίας σε άλλες περιοχές της Ουκρανίας, όπως μεταδίδει σήμερα το Bloomberg επικαλούμενο τρεις πηγές προσκείμενες στο Κρεμλίνο.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η Μόσχα θεωρεί πως οι διαπραγματεύσεις με στόχο την επίτευξη ειρηνευτικής συμφωνίας έχουν περιέλθει σε αδιέξοδο, ενώ ο Βλαντίμιρ Πούτιν δεν θα τερματίσει τον πόλεμο λόγω των κυρώσεων σε βάρος της Ρωσίας ή των ουκρανικών επιθέσεων σε ρωσικά διυλιστήρια και δίκτυα εφοδιασμού.
Στη Μόσχα ενισχύεται επίσης η αντίληψη ότι οι ουκρανικές επιθέσεις αποτελούν ουσιαστικά επιθέσεις κρατών-μελών του ΝΑΤΟ, καθώς χώρες της Συμμαχίας παρέχουν στο Κίεβο όπλα και πληροφορίες. Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, η σημερινή φάση των εχθροπραξιών δεν αποτελεί το αποκορύφωμα της στρατιωτικής κλιμάκωσης.
Κατά τη διάρκεια του Σαββατοκύριακου, ο Πούτιν σκιαγράφησε τις μελλοντικές του προθέσεις αναφέροντας σε δημοσιογράφο της κρατικής τηλεόρασης πως «η Ουκρανία άνοιξε το κουτί της Πανδώρας. Να είστε έτοιμοι να υποστείτε αντίκτυπο στους πιο ευαίσθητους τομείς της οικονομίας σας».
Οι προσπάθειες των ΗΠΑ να τερματίσουν τον πόλεμο δεν κατάφεραν να οδηγήσουν σημαντική πρόοδο των διαπραγματεύσεων οι οποίες έχουν σταματήσει, καθώς και ο Τραμπ επικεντρώνεται στη σύγκρουση με το Ιράν. Επιπλέον, το Κρεμλίνο δεν εμπιστεύεται πια τη συμφωνία στην οποία είχαν καταλήξει Πούτιν και Τραμπ κατά τη συνάντησή τους στην Αλάσκα τον Αύγουστο του 2025.
Πλέον, η Μόσχα θεωρεί ότι έχει ελάχιστες εναλλακτικές πέρα από την περαιτέρω στρατιωτική κλιμάκωση, προκειμένου να επιτύχει τους στόχους της στον πόλεμο, σύμφωνα με τέσσερις πηγές. Παρότι ελπίζει ότι Κούσνερ και Γουίτκοφ θα φτάσουν στη Μόσχα με νέες προτάσεις, οι προσδοκίες για κάποια σημαντική εξέλιξη είναι πολύ χαμηλές.
Τέλος, το Κρεμλίνο θεωρεί ότι έχει ήδη κάνει παραχωρήσεις κατά τη διάρκεια του πολέμου και ότι καθεμία από αυτές αποδυνάμωσε τη θέση της Ρωσίας. Στη Μόσχα θεωρούν ότι και η συνάντηση του Άνκορατζ αποτέλεσε έναν ακόμη συμβιβασμό που δεν απέδωσε.



