Οι ανακοινώσεις για νέα έργα νερού διαδέχονται πλέον η μία την άλλη, καθώς η λειψυδρία εξελίσσεται σε ένα από τα μεγαλύτερα αναπτυξιακά και περιβαλλοντικά στοιχήματα της χώρας. Μετά τη δημόσια διαβούλευση της πρώτης Εθνικής Στρατηγικής για τα Ύδατα και τη χρηματοδότηση έργων σε εννέα νησιωτικούς δήμους, το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας εγκρίνει ακόμη 16 έργα, προϋπολογισμού 16,618 εκατ. ευρώ, για δήμους της Θεσσαλίας, της Στερεάς Ελλάδας και της Ανατολικής Μακεδονίας
Πρόκειται ουσιαστικά για την πρώτη προσπάθεια να αρχίσει να αποκτά πρακτικό αποτύπωμα η νέα πολιτική για το νερό, σε μια περίοδο που η λειψυδρία παύει να αποτελεί πρόβλεψη των επιστημόνων και μετατρέπεται σε καθημερινό πρόβλημα για ολοένα περισσότερες περιοχές της χώρας.
Τα νέα έργα περιλαμβάνουν αντικαταστάσεις και αναβαθμίσεις πεπαλαιωμένων δικτύων, κατασκευή νέων αγωγών, έργα αφαλάτωσης, απονιτροποίησης και υποστηρικτικές υποδομές, με στόχο την ενίσχυση της υδροδότησης και τον περιορισμό των απωλειών.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι λείπει νερό
Η χθεσινή απόφαση αναδεικνύει και μια λιγότερο γνωστή διάσταση της κρίσης. Όπως έχουν αναφέρει οι ίδιοι οι δήμαρχοι κατά την παρουσίαση των έργων, σε ορισμένες περιοχές οι διαρροές από τα δίκτυα φτάνουν ακόμη και το 60% - 70%. Δηλαδή, πριν ακόμη αναζητηθούν νέες πηγές υδροδότησης, τεράστιες ποσότητες νερού χάνονται μέσα σε απαρχαιωμένα δίκτυα.
Η εικόνα που προέκυψε τόσο από τους νησιωτικούς δήμους, οι οποίοι εντάχθηκαν στην πρώτη φάση του προγράμματος, όσο και από τις νέες παρεμβάσεις στην ηπειρωτική Ελλάδα, αποτυπώνει ότι η λειψυδρία δεν έχει μία μόνο αιτία, αλλά διαφορετικές εκφάνσεις σε κάθε περιοχή, με κοινό παρονομαστή τις ελλιπείς ή πεπαλαιωμένες υποδομές. Στη Γλώσσα Σκοπέλου, το πρόβλημα εντοπίζεται κυρίως στην παλαιότητα του δικτύου ύδρευσης, με αποτέλεσμα να αξιοποιείται λιγότερο από το 50% του διαθέσιμου νερού, καθώς το υπόλοιπο χάνεται από διαρροές, ενώ η χαμηλή απόδοση των γεωτρήσεων επιδεινώνει την κατάσταση.
Στη Ζάκυνθο, η πόλη αντιμετωπίζει χρόνια προβλήματα επάρκειας και ποιότητας πόσιμου νερού, με τη νέα μονάδα επεξεργασίας δυναμικότητας 6.000 κυβικών μέτρων ημερησίως να αναμένεται να καλύψει τις ανάγκες περίπου 20.000 κατοίκων. Στην Αλόννησο, η παρατεταμένη ανομβρία έχει οδηγήσει σε εξάντληση πηγών, γεωτρήσεων και υπόγειων υδροφορέων, καθιστώντας αναγκαία την ενίσχυση του νησιού με νέες μονάδες αφαλάτωσης.
Η Αμοργός επιδιώκει να περιορίσει την εξάρτησή της από τη μεταφορά νερού με υδροφόρα πλοία, επενδύοντας σε αφαλατώσεις, νέες δεξαμενές, αντικατάσταση δικτύων και συστήματα τηλεμετρίας, ενώ στη Νάξο και τις Μικρές Κυκλάδες η πολυνησιωτικότητα και οι δεκάδες οικισμοί αυξάνουν σημαντικά το κόστος των υποδομών, με έμφαση πλέον και στην επαναχρησιμοποίηση επεξεργασμένων λυμάτων για την ενίσχυση της αγροτικής παραγωγής.
Στη Βιάννο Κρήτης, η περιοχή διανύει τέταρτη συνεχόμενη χρονιά έντονης λειψυδρίας, ενώ στην Αστυπάλαια η δραματική μείωση των αποθεμάτων του ταμιευτήρα οδηγεί στην εγκατάσταση νέων μονάδων αφαλάτωσης, την ώρα που μικροί οικισμοί εξακολουθούν να υδροδοτούνται με υδροφόρες. Στην Πάτμο, τέλος, οι εργασίες για τη νέα μονάδα αφαλάτωσης έχουν ήδη ξεκινήσει, με στόχο να διασφαλιστεί η επάρκεια νερού κατά την κορύφωση της τουριστικής περιόδου.
Ταυτόχρονα, όπως είχε αναδείξει πρόσφατα το Insider.gr, σημαντικές παρεμβάσεις για την ενίσχυση της υδροδοτικής ασφάλειας της χώρας εξακολουθούν να κινούνται με αργούς ρυθμούς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν τα έργα ύδρευσης και αποχέτευσης στην Ανατολική Αττική, που αφορούν περιοχές όπως η Ραφήνα, το Πικέρμι, τα Σπάτα, η Αρτέμιδα, ο Μαραθώνας, η Παιανία και τα Γλυκά Νερά, τα οποία επί χρόνια αντιμετώπισαν καθυστερήσεις, με αποτέλεσμα πολίτες και επιχειρήσεις να επιβαρύνονται με σημαντικό κόστος για προσωρινές λύσεις. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται η Ψυττάλεια 3.0, η προμήθεια έξυπνων υδρομετρητών, αλλά και έργα που μεταφέρθηκαν στο νέο ΕΣΠΑ ή χρειάστηκε να επαναδημοπρατηθούν, επιβεβαιώνοντας ότι η εξασφάλιση χρηματοδότησης αποτελεί μόνο το πρώτο βήμα και ότι η πραγματική πρόκληση είναι η ταχεία ωρίμανση και υλοποίησή τους.
Το κόστος αυτών των καθυστερήσεων δεν είναι μόνο τεχνικό. Μεταφράζεται σε μεγαλύτερες απώλειες νερού, αυξημένες δαπάνες για πολίτες και επιχειρήσεις, αναβολή επενδύσεων, «φρένο» στις τουριστικές περιοχές και υψηλότερο κόστος κατασκευής όσο τα έργα μετατίθενται χρονικά.
Η πρώτη δοκιμασία της νέας στρατηγικής
Ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρος Παπασταύρου, χαρακτήρισε το νερό «στρατηγικής σημασίας δημόσιο αγαθό» και συνέδεσε τις νέες χρηματοδοτήσεις με τη συνολική πολιτική που χαράσσεται μέσω της Εθνικής Στρατηγικής για τα Ύδατα.
Η πραγματική επιτυχία της στρατηγικής αυτής, όμως, δεν θα κριθεί από τις ανακοινώσεις ούτε από το ύψος των κονδυλίων. Θα κριθεί από το αν οι αποφάσεις ένταξης θα μετατραπούν γρήγορα σε εργοτάξια και στη συνέχεια σε λειτουργικές υποδομές που θα μειώσουν τις διαρροές, θα ενισχύσουν την επάρκεια νερού και θα θωρακίσουν περιοχές που ήδη βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της λειψυδρίας.
Έτσι, μετά την παρουσίαση της Εθνικής Στρατηγικής για τα Ύδατα και τις πρώτες χρηματοδοτήσεις σε νησιά και ηπειρωτικούς δήμους, το βάρος πέφτει πλέον στην υλοποίηση. Το αν οι παρεμβάσεις θα προχωρήσουν με τους απαιτούμενους ρυθμούς θα κρίνει σε μεγάλο βαθμό και την αποτελεσματικότητά τους απέναντι στη λειψυδρία.



