Την ώρα που η λειψυδρία, οι ξηρασίες και οι πιέσεις στους υδατικούς πόρους εντείνονται, το ίδιο το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας παραδέχεται στην Εθνική Στρατηγική για τα Ύδατα ότι η χώρα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικές καθυστερήσεις στον σχεδιασμό, αδυναμίες συντονισμού μεταξύ φορέων, ελλείψεις δεδομένων και προβλήματα στην υλοποίηση κρίσιμων υποδομών.
Το σχέδιο για την διαχείριση των υδάτινων πόρων της Ελλάδας, που τέθηκε σε διαβούλευση πριν από μία ημέρα, φιλοδοξεί να αποτελέσει το νέο πλαίσιο διαχείρισης του νερού με έμφαση στην εξοικονόμηση, την επαναχρησιμοποίηση και την ψηφιοποίηση. Ωστόσο, έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι αναθεωρήσεις των Σχεδίων Διαχείρισης Υδάτων εμφανίζουν σημαντικές χρονικές αποκλίσεις από τα προβλεπόμενα χρονοδιαγράμματα, ενώ περισσότερα από ένα στα τρία επιφανειακά υδατικά συστήματα της χώρας δεν επιτυγχάνουν τους περιβαλλοντικούς στόχους που έχουν τεθεί.
Η επάρκεια και την ανθεκτικότητα των υδατικών πόρων αναγνωρίζεται στην Εθνική Στρατηγική ως ζήτημα εθνικής ασφάλειας. Το ΥΠΕΝ συνδέει άμεσα το νερό με τη δημόσια υγεία, την επισιτιστική επάρκεια, την οικονομική δραστηριότητα και τη συνοχή της χώρας, επισημαίνοντας ότι οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, η αύξηση των περιόδων ξηρασίας και η μεγαλύτερη συχνότητα ακραίων φαινομένων καθιστούν αναγκαία μια νέα προσέγγιση στη διαχείριση των υδάτων.
Η εικόνα των υδάτων σήμερα
Η ίδια η στρατηγική περιγράφει μια εικόνα που αναδεικνύει το μέγεθος των προκλήσεων. Μόνο το 65,4% των επιφανειακών υδάτων της χώρας βρίσκεται σε καλή ή υψηλή οικολογική κατάσταση, ενώ το 33,6% υπολείπεται των περιβαλλοντικών στόχων και απαιτεί μέτρα προστασίας και αποκατάστασης. Παράλληλα, το 36,1% των επιφανειακών υδάτων βρίσκεται ήδη σε κίνδυνο ή πιθανό κίνδυνο μη επίτευξης των στόχων, με τη Θεσσαλία και την Αττική να εμφανίζονται ως οι πλέον πιεσμένες περιοχές της χώρας.
Η εικόνα στα υπόγεια νερά είναι καλύτερη, ωστόσο και εκεί καταγράφονται προβλήματα, κυρίως σε Θεσσαλία, Αττική, Ανατολική Πελοπόννησο και νησιωτικές περιοχές, όπου η αυξημένη ζήτηση και οι αντλήσεις δημιουργούν πιέσεις στους διαθέσιμους πόρους.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο το νερό αλλά και η διακυβέρνηση
Η στρατηγική δεν περιγράφει μόνο τις πιέσεις που δέχονται οι υδατικοί πόροι, αλλά καταγράφει και τις διαρθρωτικές αδυναμίες του ίδιου του συστήματος διαχείρισης. Το ΥΠΕΝ αναφέρει ότι η εφαρμογή των πολιτικών για τα ύδατα προσκρούει διαχρονικά σε ανεπάρκειες συντονισμού μεταξύ των αρμόδιων φορέων, σε έντονο κατακερματισμό αρμοδιοτήτων, σε περιορισμένη λειτουργική αποτελεσματικότητα των υπηρεσιών ύδατος, αλλά και σε σημαντικά κενά στελέχωσης και τεχνικής υποστήριξης των διοικητικών δομών. Παράλληλα, καταγράφονται αδυναμίες στην παρακολούθηση της κατάστασης των υδάτων, αλλά και στην υλοποίηση και συντήρηση των αναγκαίων υποδομών. Όπως επισημαίνεται στο σχετικό κείμενο, οι αδυναμίες αυτές περιορίζουν την αποτελεσματικότητα των ελέγχων και της εποπτείας, επιβαρύνουν τη διαχείριση της ζήτησης νερού και υπονομεύουν τη συνολική ανθεκτικότητα της χώρας απέναντι στους υδατικούς κινδύνους.
Στο πλαίσιο αυτό, δίνεται έμφαση στην ενίσχυση της διοικητικής, τεχνικής και οικονομικής επάρκειας των παρόχων ύδατος, ώστε να διασφαλίζεται η συντήρηση των υποδομών και η ποιότητα των υπηρεσιών προς τους πολίτες.
Καθυστερήσεις ακόμη και στον ίδιο τον σχεδιασμό
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η παραδοχή ότι υπάρχουν σημαντικές χρονικές αποκλίσεις στην αναθεώρηση των Σχεδίων Διαχείρισης Λεκανών Απορροής και των Σχεδίων Διαχείρισης Κινδύνων Πλημμύρας σε σχέση με τον προβλεπόμενο εξαετή κύκλο εφαρμογής της ευρωπαϊκής νομοθεσίας. Το ίδιο το ΥΠΕΝ αποδίδει τις καθυστερήσεις αυτές σε αδυναμίες διοικητικής ικανότητας και συντονισμού για την έγκαιρη εκπόνηση των απαιτούμενων μελετών.
Παράλληλα, η χώρα συνεχίζει να λειτουργεί με ένα πολύπλοκο σύστημα διαχείρισης που καλύπτει πλέον 15 Υδατικά Διαμερίσματα και 47 Λεκάνες Απορροής Ποταμών, γεγονός που αυξάνει ακόμη περισσότερο τις απαιτήσεις συντονισμού μεταξύ των εμπλεκόμενων φορέων.
Εξοικονόμηση, επαναχρησιμοποίηση και συντονισμός
Το σχέδιο σηματοδοτεί μια μετατόπιση από τη λογική της συνεχούς αναζήτησης νέων πηγών νερού προς τη διαχείριση της ζήτησης. Η εξοικονόμηση νερού αναδεικνύεται σε κεντρικό πυλώνα πολιτικής, ενώ παράλληλα προωθείται η επαναχρησιμοποίηση επεξεργασμένων υδάτων για αρδευτικές και άλλες χρήσεις, με στόχο τη μείωση των πιέσεων στους φυσικούς πόρους.
Η στρατηγική δεν περιορίζεται στη διαχείριση των υδάτινων πόρων, αλλά επιχειρεί να ενσωματώσει το νερό στον ευρύτερο αναπτυξιακό σχεδιασμό της χώρας. Στο πλαίσιο αυτό προωθείται η ενσωμάτωση των ζητημάτων επάρκειας και προστασίας των υδάτων στον χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό, ώστε νέες οικιστικές, τουριστικές και παραγωγικές δραστηριότητες να λαμβάνουν υπόψη τις πραγματικές δυνατότητες κάθε περιοχής. Παράλληλα, η στρατηγική δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην οικονομική βιωσιμότητα των υπηρεσιών ύδρευσης, αναγνωρίζοντας ότι η επαρκής συντήρηση και αναβάθμιση των υποδομών προϋποθέτει σταθερούς πόρους και αποτελεσματική λειτουργία των φορέων διαχείρισης. Ιδιαίτερο βάρος αποδίδεται επίσης στη μείωση των απωλειών νερού στα δίκτυα, οι οποίες αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες σπατάλης υδατικών πόρων στη χώρα.
Ψηφιακή παρακολούθηση και μείωση των απωλειών
Στην καρδιά της νέας στρατηγικής βρίσκεται η ψηφιοποίηση της διαχείρισης των υδάτων. Το ΥΠΕΝ προωθεί την ανάπτυξη αξιόπιστων δεδομένων, τη διαλειτουργικότητα μητρώων και συστημάτων, την ιχνηλασιμότητα των χρήσεων νερού και τη δυνατότητα στοχευμένης εποπτείας.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται και στη μείωση του μη τιμολογούμενου νερού, δηλαδή των απωλειών από διαρροές δικτύων, μη καταγεγραμμένες καταναλώσεις και άλλες πηγές απωλειών που επιβαρύνουν τόσο τους παρόχους όσο και τη συνολική διαχείριση των υδάτινων πόρων.
Η έμφαση αυτή δεν είναι τυχαία, καθώς το ίδιο το κείμενο παραδέχεται ότι σε σημαντικό βαθμό η εικόνα που διαθέτει η Πολιτεία για τα υδατικά συστήματα εξακολουθεί να βασίζεται σε εκτιμήσεις και όχι σε πλήρεις μετρήσεις πεδίου. Μάλιστα, μόλις το 13,4% των ταξινομήσεων της οικολογικής κατάστασης χαρακτηρίζεται υψηλής αξιοπιστίας, γεγονός που αναδεικνύει την ανάγκη ενίσχυσης των δικτύων παρακολούθησης.
Το στοίχημα της εφαρμογής
Η νέα στρατηγική έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι πιέσεις στους υδατικούς πόρους αυξάνονται και τα προβλήματα διαχείρισης παραμένουν ανοιχτά. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ίδιου του σχεδίου, περισσότερο από το ένα τρίτο των επιφανειακών υδάτων της χώρας δεν επιτυγχάνει τους περιβαλλοντικούς στόχους, ενώ το 36,1% βρίσκεται ήδη σε κίνδυνο ή πιθανό κίνδυνο μη επίτευξής τους. Την ίδια ώρα, το ΥΠΕΝ αναγνωρίζει σημαντικές χρονικές αποκλίσεις στις αναθεωρήσεις των Σχεδίων Διαχείρισης Υδάτων και Κινδύνων Πλημμύρας, ελλείψεις στελέχωσης και τεχνικής υποστήριξης, αδυναμίες συντονισμού μεταξύ των εμπλεκόμενων φορέων και κενά στην παρακολούθηση της κατάστασης των υδάτων.
Οι προκλήσεις αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν ληφθεί υπόψη ότι η Ελλάδα διαχειρίζεται πλέον 15 Υδατικά Διαμερίσματα και 47 Λεκάνες Απορροής Ποταμών, ενώ παράλληλα το 25% των επιφανειακών υδατικών της πόρων συνδέεται με διασυνοριακά υδατικά συστήματα. Η στρατηγική επισημαίνει ότι η συνεργασία με τις γειτονικές χώρες είναι απαραίτητη τόσο για την ορθολογική κατανομή των υδατικών αποθεμάτων όσο και για την αντιμετώπιση προβλημάτων ρύπανσης και ποιοτικής υποβάθμισης των υδάτων. Μάλιστα, το ίδιο το κείμενο σημειώνει ότι ενώ η συνεργασία με την Αλβανία και τη Βόρεια Μακεδονία εξελίσσεται ομαλά, εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικές προκλήσεις σε ζητήματα που αφορούν τον Άρδα και τον Έβρο, σε ένα περιβάλλον που επηρεάζεται και από μεγάλα αρδευτικά έργα στην ευρύτερη περιοχή.



