Το ερώτημα αν η Ευρώπη μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτό της χωρίς τις ΗΠΑ δεν είναι καινούργιο, αλλά σήμερα αποκτά επείγοντα χαρακτήρα. Όπως σημειώνει σε δημοσίευμά του ο Guardian, οι δημόσιες τοποθετήσεις κορυφαίων αξιωματούχων του ΝΑΤΟ και της ΕΕ δείχνουν μια ήπειρο που αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στην εξάρτηση και την αυτονομία.
Ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, ήταν ωμά ειλικρινής μιλώντας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο: η Ευρώπη, είπε, δεν μπορεί να αμυνθεί χωρίς τις ΗΠΑ – «όποιος το πιστεύει, ονειρεύεται». Σύμφωνα με τον ίδιο, ακόμη και η αντικατάσταση της αμερικανικής πυρηνικής ομπρέλας θα απαιτούσε διπλασιασμό των σημερινών αμυντικών δαπανών. Το σχόλιο, που ο Guardian περιγράφει ως χαρακτηριστικά «μπρουτάλ», προκάλεσε έντονες αντιδράσεις σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.
Η Γαλλία και η Ισπανία εξέφρασαν διαφορετικό άποψη. Ο Γάλλος ΥΠΕΞ Ζαν-Νοέλ Μπαρό υπογράμμισε ότι η Ευρώπη «μπορεί και πρέπει» να αναλάβει την ασφάλειά της, ενώ ο Ισπανός ομόλογός του, Χοσέ Μανουέλ Αλμπάρες, έθεσε ξανά στο τραπέζι την ιδέα ενός ευρωπαϊκού στρατού. Ωστόσο, όπως παρατηρεί ο Guardian, η έννοια αυτή παραμένει θολή: ποιος θα τον διοικεί, ποια κράτη θα συμμετέχουν και πώς θα συνυπάρχει με το ΝΑΤΟ;
Πίσω από τις δημόσιες διαφωνίες, φαίνεται να υπάρχει μια σιωπηρή συναίνεση: τα ευρωπαϊκά μέλη του ΝΑΤΟ πρέπει να «τραβήξουν κουπί». Η ΕΕ έχει ήδη ανακοινώσει αμυντικό πακέτο ύψους 800 δισ. ευρώ, ενώ η Συμμαχία δεσμεύτηκε για αύξηση δαπανών στο 5% του ΑΕΠ έως το 2035. Όμως, όπως τονίζεται στο ίδιο δημοσίευμα του Guardian, τα χρήματα από μόνα τους δεν αρκούν.
Το πρόβλημα, ωστόσο, είναι βαθιά δομικό και δεν περιορίζεται στο ύψος των αμυντικών δαπανών. Όπως αναλύει ο Guardian, η Ευρώπη εξακολουθεί να εξαρτάται από τις ΗΠΑ σε κρίσιμες «στρατηγικές δυνατότητες» που καθορίζουν την έκβαση ενός σύγχρονου πολέμου: δορυφορικές επικοινωνίες, συλλογή και ανάλυση πληροφοριών, αερομεταφορές μεγάλης κλίμακας, ανεφοδιασμό εν πτήσει, πυραυλική και αντιβαλλιστική άμυνα. Ακόμη κι αν οι ευρωπαϊκοί στρατοί διαθέτουν προσωπικό και συμβατικό εξοπλισμό, χωρίς αυτά τα «ενισχυτικά» μέσα η επιχειρησιακή τους αυτονομία παραμένει περιορισμένη. Επιπλέον, η αμυντική βιομηχανία της Ευρώπης χαρακτηρίζεται από έντονο κατακερματισμό, εθνικούς ανταγωνισμούς και πολιτικές καχυποψίες. Το αποτέλεσμα είναι πολλαπλά, ασύμβατα οπλικά συστήματα που αυξάνουν το κόστος και μειώνουν την αποτελεσματικότητα στο πεδίο της μάχης. Ο Guardian παραπέμπει σε εκθέσεις που δείχνουν ότι τα κράτη-μέλη της ΕΕ χρησιμοποιούν δεκάδες διαφορετικούς τύπους οπλικών συστημάτων – από πυροβόλα μέχρι άρματα μάχης – δημιουργώντας σοβαρά προβλήματα συντήρησης, εκπαίδευσης και εφοδιαστικής υποστήριξης, όπως φάνηκε και στην περίπτωση της στρατιωτικής βοήθειας προς την Ουκρανία.
Πέρα όμως από τα τεχνικά και βιομηχανικά ζητήματα, υπάρχει ένα βαθύτερο πολιτικό και στρατηγικό έλλειμμα. Όπως επισημαίνουν αναλυτές που επικαλείται το δημοσίευμα του Guardian, η Ευρώπη δεν έχει ακόμη απαντήσει στο βασικό ερώτημα: ποια ακριβώς είναι η κοινή της στρατηγική και ποια συμφέροντα είναι διατεθειμένη να υπερασπιστεί αυτόνομα. Η συζήτηση συχνά εγκλωβίζεται στο αν η Ευρώπη μπορεί να «αντικαταστήσει» τις ΗΠΑ, αντί στο τι μπορεί και πρέπει να κάνει μόνη της ρεαλιστικά. Η πλήρης υποκατάσταση της αμερικανικής ισχύος – ιδίως στον πυρηνικό τομέα και στην παγκόσμια προβολή δύναμης – θεωρείται από πολλούς ανέφικτη και ίσως αχρείαστη. Αντίθετα, αυτό που προκύπτει ως αναγκαιότητα είναι ένας σαφής επαναπροσδιορισμός προτεραιοτήτων: ενίσχυση της αποτροπής απέναντι στη Ρωσία, προστασία κρίσιμων περιοχών όπως η Αρκτική και η ανατολική Ευρώπη, και ανάπτυξη «φθηνότερων, ταχύτερων» ευρωπαϊκών δυνατοτήτων που να μειώνουν την εξάρτηση από την Ουάσιγκτον. Χωρίς αυτόν τον κοινό στρατηγικό ορίζοντα, προειδοποιεί ο Guardian, η Ευρώπη κινδυνεύει να δαπανήσει τεράστια ποσά τα επόμενα χρόνια, χωρίς να είναι ουσιαστικά πιο ικανή να υπερασπιστεί τον εαυτό της όταν – και αν – χρειαστεί.