Η αγορά κατοικίας στην Αθήνα γίνεται σταδιακά απαγορευτική για τη μεσαία τάξη, με την Τράπεζα της Ελλάδος να καταγράφει πλέον οριακή δυνατότητα χρηματοδότησης ακόμη και για νοικοκυριά μεσαίων εισοδημάτων στην Αττική.
Στην Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας για το 2025, η Τράπεζα της Ελλάδος μέσω του δείκτη ικανότητας στεγαστικής χρηματοδότησης (ΔΙΣΧ) επιχειρεί να αποτυπώσει κατά πόσο ένα τυπικό τετραμελές νοικοκυριό μπορεί να αποκτήσει πρώτη κατοικία μέσω τραπεζικού δανεισμού. Η εικόνα που προκύπτει δείχνει σαφή επιδείνωση της προσιτότητας, καθώς οι τιμές κατοικιών στην Αθήνα αυξήθηκαν σωρευτικά κατά 84,2% την περίοδο 2018 – 2024, έναντι αύξησης 35,7% στο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών. Ανάλογη εικόνα επικρατεί ευρύτερα στη χώρα, όπου η αύξηση των τιμών κατοικιών διαμορφώθηκε στο 67,7%.
Η πίεση είναι σαφώς εντονότερη στην Αττική λόγω της υπερσυγκέντρωσης πληθυσμού, του περιορισμένου διαθέσιμου αποθέματος και της αυξημένης ζήτησης από τουριστικές και επενδυτικές χρήσεις, που αφαιρούν κατοικίες από την αγορά πρώτης κατοικίας. Για μια τυπική κατοικία 100 τ.μ. στην ευρύτερη περιοχή της πρωτεύουσας, ο δείκτης κινείται μεταξύ 0,7 και 1,4, (οι υψηλότερες τιμές υποδηλώνουν μεγαλύτερη δυνατότητα χρηματοδότησης και άρα υψηλότερη στεγαστική προσιτότητα) δηλαδή πολύ κοντά στο όριο που διαχωρίζει τη βιώσιμη από την οριακή δυνατότητα χρηματοδότησης.
Τα νότια προάστια εμφανίζονται ως η λιγότερο προσιτή αγορά κατοικίας για τα μεσαία νοικοκυριά, ενώ χαμηλότερα του ορίου βιώσιμης χρηματοδότησης κινείται και ο δείκτης στα βόρεια προάστια. Αντίθετα, καλύτερη εικόνα εμφανίζουν τα δυτικά προάστια, ενώ οριακά υψηλότερα της μονάδας διαμορφώνεται ο δείκτης στον Πειραιά και στην υπόλοιπη Αττική.
Σημαντικές διαφοροποιήσεις καταγράφονται ακόμη και εντός του Δήμου Αθηναίων. Στα ακριβότερα τμήματα του 1ου Δημοτικού Διαμερίσματος (καλύπτει το ιστορικό και εμπορικό κέντρο της πόλης), τα νοικοκυριά μεσαίων εισοδημάτων μπορούν να υποστηρίξουν στεγαστικό δάνειο μόνο για κατοικίες χαμηλότερων αξιών, ενώ στις παραδοσιακές οικιστικές περιοχές του κέντρου, όπως Κυψέλη, Παγκράτι και Αμπελόκηποι, ο δείκτης εμφανίζεται υψηλότερος της μονάδας.
Η μελέτη προσθέτει και μία κρίσιμη ποιοτική παράμετρο, καθώς η θεωρητική δυνατότητα αγοράς κατοικίας δεν ταυτίζεται απαραίτητα με πραγματική πρόσβαση σε σύγχρονη και λειτουργική στέγη. Το μέσο ακίνητο στο κέντρο της Αθήνας έχει κατασκευαστεί στα μέσα της δεκαετίας του 1970, ενώ στα προάστια και στην υπόλοιπη Αττική το αντίστοιχο απόθεμα χρονολογείται κατά μέσο όρο στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Σε αρκετές περιοχές του κέντρου, όπου ο δείκτης προσιτότητας εμφανίζεται υψηλότερος, τα διαθέσιμα ακίνητα είναι σημαντικά παλαιότερα και ενδέχεται να απαιτούν πρόσθετα κεφάλαια για ανακαίνιση και ενεργειακή αναβάθμιση, αυξάνοντας ουσιαστικά το πραγματικό κόστος απόκτησης κατοικίας.
Παράλληλα, ο δείκτης δεν αποτυπώνει τη δυσκολία πρόσβασης για τα χαμηλότερα εισοδήματα, ενώ βασίζεται και στην παραδοχή ότι τα νοικοκυριά διαθέτουν ήδη τα απαιτούμενα ίδια κεφάλαια για την αγορά κατοικίας. Επιπλέον, δεν εξετάζεται κατά πόσο υπάρχουν επαρκείς διαθέσιμες κατοικίες με τα χαρακτηριστικά του «τυπικού ακινήτου» στην αγορά. Πίσω από αυτές τις παραδοχές αναδεικνύεται ουσιαστικά ότι το πραγματικό στεγαστικό πρόβλημα ενδέχεται να είναι μεγαλύτερο από αυτό που αποτυπώνουν οι δείκτες χρηματοδότησης.
Στο πλαίσιο αυτό, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αναφορά στα προγράμματα «Σπίτι μου Ι και ΙΙ», τα οποία χαρακτηρίζονται μεν κοινωνικά αναγκαία, επισημαίνεται όμως ταυτόχρονα ότι ενισχύουν περαιτέρω τη ζήτηση σε μια αγορά όπου η προσφορά παραμένει περιορισμένη. Αντίστοιχη είναι η ανάγνωση και για τα προγράμματα ανακαίνισης κατοικιών, τα οποία ναι μεν εκσυγχρονίζουν το παλαιό απόθεμα, ταυτόχρονα όμως αυξάνουν αξίες και μισθώματα.
Οι πιέσεις στην αγορά κατοικίας συνδέονται παράλληλα με την αυξημένη επενδυτική και εξωτερική ζήτηση που καταγράφηκε μετά το 2018, περίοδο κατά την οποία επιταχύνθηκαν τόσο οι αγορές ακινήτων από ξένους επενδυτές όσο και η ανάπτυξη των βραχυχρόνιων μισθώσεων. Η εικόνα αυτή παραπέμπει ευθέως στην επίδραση που είχαν η Golden Visa, οι βραχυχρόνιες μισθώσεις και η εισροή ξένων επενδυτικών κεφαλαίων στις περιοχές υψηλής ζήτησης της Αττικής, κυρίως στο κέντρο της Αθήνας και στα νότια προάστια.
Θετικά αξιολογούνται από τον επόπτη οι περιορισμοί στο πρόγραμμα Golden Visa, καθώς και τα κίνητρα για αξιοποίηση κενών διατηρητέων ακινήτων και αλλαγές χρήσης εγκαταλελειμμένων επαγγελματικών χώρων, με στόχο την ενίσχυση της προσφοράς κατοικιών και την ανανέωση του αστικού ιστού.
Αναφορά γίνεται και στις βραχυχρόνιες μισθώσεις, με την εκτίμηση ότι οι περιορισμοί σε κεντρικά διαμερίσματα της Αθήνας πιθανώς απελευθέρωσαν ακίνητα προς τη μακροχρόνια μίσθωση, αν και μέρος της επενδυτικής πίεσης ενδέχεται να μεταφέρθηκε σε άλλες περιοχές της Αττικής. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται επίσης στη μείωση της γραφειοκρατίας σε μεταβιβάσεις, αδειοδοτήσεις και δικαστικές διαδικασίες, καθώς και στη δημιουργία σταθερού φορολογικού και νομικού πλαισίου, ώστε να επανενταχθούν ανενεργά ακίνητα στην αγορά και να επιταχυνθούν νέες επενδύσεις σε κατοικίες.
Η Τράπεζα της Ελλάδος εστιάζει και στην αξιοποίηση ακινήτων του Δημοσίου για ανάπτυξη προσιτής κατοικίας μέσω συνεργασιών με τον ιδιωτικό τομέα, αλλά και σε παρεμβάσεις ευρύτερου χωροταξικού σχεδιασμού, όπως η αναβάθμιση υποδομών, η επέκταση των μέσων σταθερής τροχιάς και η δημιουργία νέων ζωνών κατοικίας με χαμηλότερο κόστος πρόσβασης.
Η συνολική εικόνα είναι ότι το στεγαστικό παύει σταδιακά να αποτελεί πρόβλημα μόνο των χαμηλότερων εισοδημάτων και εξελίσσεται σε δομική κρίση πρόσβασης της μεσαίας τάξης στην κατοικία, ακόμη και σε περιβάλλον ελαφρώς χαμηλότερων επιτοκίων και επιστροφής των τραπεζών στη στεγαστική πίστη.