Οι ελληνογερμανικές σχέσεις αποτελούν παραδοσιακά σύνθετο πεδίο, ένα κεφάλαιο ειδικού βάρους στη νοτιοανατολική Ευρώπη. Με ένα σκοτεινό «παρελθόν που είναι παρόν» , όπως έγραψε αυτή την εβδομάδα η έγκριτη γερμανική εφημερίδα FAZ, αναφερόμενη στη ναζιστική κατοχή και την ιστορική μνήμη, που οι πρόσφατες φωτογραφίες της Καισαριανής κατέδειξαν πόσο ζωντανή παραμένει στην Ελλάδα μέχρι σήμερα.
Το διαχρονικό αγκάθι των ελληνογερμανικών σχέσεων, που όμως δεν αναδείχθηκε σε αυτή την επίσκεψη του Γερμανού υπ. Εξωτερικών Γιόχαν Βάντεφουλ. Μόνο μια μνεία από τον Έλληνα ομόλογό του Γιώργο Γεραπετρίτη για «ανεπούλωτες πληγές» έδωσε το στίγμα. Από το σύντομο πρόγραμμα του Γιόχαν Βάντεφουλ στην Αθήνα έλειψε, λοιπόν, μια στάση σε κάποιο μνημείο ή χώρο μνήμης της Κατοχής.
Αυτή τη φορά τα θέματα της τρέχουσας επικαιρότητας, από τα Στενά του Ορμούζ μέχρι τη γερμανική ιδέα για ένα «ευρωπαϊκό ΝΑΤΟ», μετά τη νέα ρήξη μεταξύ Βερολίνου και Ουάσινκγτον που οδήγησε στην ανακοίνωση για αποχώρηση Αμερικανών στρατιωτών από τη Γερμανία, βρέθηκαν στο επίκεντρο. Όπως και η εμβάθυνση της συνεργασίας στον τομέα της άμυνας και της νέας αρχιτεκτονικής ασφαλείας στην Ευρώπη.
Η Γερμανία έχει πολύ συγκεκριμένα συμφέροντα στην περιοχή. Γερμανικές διπλωματικές πηγές τα χαρτογραφούν ρητά: προστασία των εξωτερικών συνόρων της ΕΕ από τις μεταναστευτικές ροές και εφαρμογή του κοινού συστήματος, νέες ενεργειακές οδοί, μακροπρόθεσμες αμυντικές συμφωνίες, αλλά και στενή παρακολούθηση και έμμεσα οφέλη από την αναδυόμενη «δυνατή» στρατηγική συμμαχία Ελλάδας, Κύπρου, Ισραήλ.
Ο Γιόχαν Βάντεφουλ μετέβη στην Αθήνα την περασμένη Δευτέρα κυρίως για την προώθηση γερμανικών εξοπλιστικών προγραμμάτων, με τη συμφωνία της ΤΚΜS με τα Ναυπηγεία του Σκαραμαγκά να αποτελεί μόνο την αρχή για περαιτέρω πωλήσεις, σύμφωνα με γερμανικές πηγές. Ενδιαφέρον υπάρχει από τη γερμανική πλευρά και για πωλήσεις τεθωρακισμένων αρμάτων μάχης.
Οι συμφωνίες απαιτούν δύο
Όμως οι συμφωνίες αυτές απαιτούν δύο πλευρές: συμβαλλόμενο και αντισυμβαλλόμενο. Και η Ελλάδα αυτή τη στιγμή φαίνεται να λέει «ναι, αλλά υπό προϋποθέσεις» ως προς την «στρατηγική σχέση».
Με όρους αγοράς η Αθήνα διαμηνύει ότι είναι ήδη πολύ καλά εξοπλισμένη, δεν χρειάζεται νέα γερμανικά υποβρύχια, ούτε γερμανικά Leopard, αλλά ενίσχυση στην αεράμυνα και το Πολεμικό Ναυτικό της. Και στα δύο πεδία είναι «καλυμμένη», με γαλλικά, αμερικανικά και ισραηλινά συστήματα, ενώ πιθανή θα ήταν η αγορά νέων υποβρύχιων από τη Ν. Κορέα.
Το πιο σημαντικό όμως: για την περαιτέρω εμβάθυνση της στρατηγικής συνεργασίας με τη Γερμανία η Ελλάδα ζητά πολιτικές διαβεβαιώσεις, με φόντο την Τουρκία. Διαβεβαιώσεις, όπως οι πρόσφατες του Γάλλου προέδρου, Εμμανουέλ Μακρόν, για στρατιωτική συνδρομή στην Ελλάδα σε περίπτωση που η χώρα βρεθεί ενώπιον απειλής.
Η Γερμανία δεν διακινδυνεύει τη σχέση της με την Τουρκία
Η Γερμανία απέχει πολύ από κάτι τέτοιο. Και εκεί ξεκινούν τα προβλήματα. Για τη Γερμανία η Τουρκία δεν αποτελεί απειλή αλλά στενό νατοϊκό εταίρο, με αδιαπραγμάτευτη σημασία για τα γερμανικά συμφέροντα.
Μάλιστα σύμφωνα με γερμανικές πηγές, το Βερολίνο συζητά με την Άγκυρα με κάθε ευκαιρία αναλυτικά το θέμα της Ελλάδας, λαμβάνοντας επαρκείς διαβεβαιώσεις ότι δεν «υπάρχει ζήτημα τουρκικής απειλής». Για το Βερολίνο αυτό φαίνεται να αρκεί για να θεωρεί το θέμα ως «μη θέμα».
Η γερμανική πλευρά, ρεαλιστική εκ φύσεως, αναγνωρίζει ότι υπάρχει ακόμη δρόμος να διανυθεί μέχρι μια στενότερη στρατηγική σχέση με την Ελλάδα. Όμως σίγουρα, αυτός είναι ο στόχος της γερμανικής κυβέρνησης. Η Ελλάδα, επίσημα τουλάχιστον, εκδηλώνει επίσης ενδιαφέρον για ένα τέτοιο βήμα. Θα πρέπει όμως να βρεθεί φόρμουλα.
Οι δύσκολες γεωπολιτικές συνθήκες στην περιοχή απαιτούν νέες συμμαχίες και εμβάθυνση παλαιών. Αλλά και τολμηρές επιλογές. Στο ρευστό διεθνές περιβάλλον των πολλών μεταβλητών, των απρόβλεπτων εξελίξεων και των αυξανόμενων απειλών, είναι απαραίτητο να ξέρει κανείς με σαφήνεια και καθαρότητα ποιοι θα είναι οι σύμμαχοί του στα δύσκολα. Τα δύσκολα πλέον έχουν γίνει η νέα διεθνής πραγματικότητα.
Πηγή: Ελληνική Υπηρεσία DW