Μπορεί η τιμή του χρυσού να κινείται σήμερα στα 1.908 δολάρια η ουγκιά, ωστόσο απέχει ακόμη από την ιστορικά υψηλή τιμή του πολύτιμου μετάλλου, των 2.268 δολαρίων ανά ουγκιά, που καταγράφηκε τον Ιανουάριο του 2020.  

Το ράλι 43,96%  της τιμής του χρυσού την τελευταία διετία από τα 1.270 δολάρια η ουγκιά στα 1.908 δολάρια έχει ενισχύσει την περιουσία εκείνων που έχουν στα χέρια τους μπάρες χρυσού, λίρες ή κοσμήματα. 

Σήμερα κάποιος που διαθέτει χρυσές λίρες μπορεί να τις πουλήσει στην Τράπεζα της Ελλάδος για 366,78 ευρώ τη μία, όταν προ διετίας τις πουλούσε για 246,45 ευρώ εκάστη. Αυτή η διαφορά των 120,33 ευρώ είναι σημαντική.  

Και είναι πρόσθετα σημαντική διότι αυτό το κέρδος δεν το «τρώει» ο πληθωρισμός, όπως θα συνέβαινε τα χρόνια πριν από το 2010. 

Παρά την ανατίμησή του, η δύναμη του χρυσού ως μέσου συναλλαγής, δεν διαφέρει πολύ σε σχέση με πριν από 70 χρόνια. Αν και ακούγεται παράδοξο δεν είναι. 

Αν ανατρέξει κανείς σε συμβόλαια αγοράς ακινήτων της δεκαετίας του 1950 μπορεί να βρει πλείστες συναλλαγές που έγιναν σε χρυσές λίρες. Είναι ενδεικτικό πως νεόδμητη κατοικία στη Φωκίωνος Νέγρη το 1955 πωλήθηκε για 750 χρυσές λίρες. Η περιοχή τα χρόνια εκείνα ήταν φιλέτο και η συναλλαγή αφορούσε ένα ομολογουμένως καλό ακίνητο. 

Αν κάποιος σήμερα αγόραζε ακίνητο έναντι 750 χρυσών λιρών θα αγόραζε σπίτι αξίας 275.085 ευρώ. Δηλαδή ξανά ένα σχετικά μεγάλο διαμέρισμα 100 τ.μ. σε καλή περιοχή (Νέα Ερυθραία, Χαλάνδρι, Κηφισιά και Αγία Παρασκευή).  

Υπό αυτή την προσέγγιση η αγοραστική δύναμη εκείνων που κατείχαν χρυσές λίρες το 1955 με τους σημερινούς κατόχους χρυσών λιρών δεν είναι πολύ διαφορετική, παρά το γεγονός ότι τότε η μέση τιμή του χρυσού ήταν στα 344 δολάρια η ουγκιά, ήτοι πέντε φορές μικρότερη από ότι σήμερα.