Με ιδιαίτερα υψηλές προσδοκίες ξεκίνησε η περίοδος ανακοίνωσης των οικονομικών αποτελεσμάτων του β’ τριμήνου στις ΗΠΑ, με τις εισηγμένες του S&P 500 να καλούνται να επιβεβαιώσουν προβλέψεις που αφήνουν ελάχιστα περιθώρια για αρνητικές εκπλήξεις.
Όπως επισημαίνει σε ανάλυσή της η Lauren Sanfilippo, Director και Senior Investment Strategist της Bank of America, οι αναλυτές αναμένουν πλέον αύξηση των κερδών των εταιρειών του S&P 500 κατά περίπου 23% σε ετήσια βάση, εκτίμηση που είναι αυξημένη κατά περίπου τέσσερις ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με τα τέλη Μαρτίου.
Εφόσον οι προβλέψεις αυτές επιβεβαιωθούν, θα πρόκειται για το δεύτερο συνεχόμενο τρίμηνο με αύξηση εταιρικών κερδών άνω του 20%, εξέλιξη που ιστορικά αποτελεί μάλλον την εξαίρεση παρά τον κανόνα. Οι ανοδικές αναθεωρήσεις των εκτιμήσεων έρχονται μετά το πιο κερδοφόρο τρίμηνο στην ιστορία του S&P 500, γεγονός που ανεβάζει ακόμη περισσότερο τον πήχη για τις διοικήσεις των επιχειρήσεων και περιορίζει σημαντικά τα περιθώρια απογοήτευσης.
Η αγορά αλλάζει χαρακτήρα
Την ίδια στιγμή, η εικόνα της Wall Street έχει αρχίσει να μεταβάλλεται. Μέρος των επενδυτικών κεφαλαίων απομακρύνεται από τις μετοχές που είχαν πρωταγωνιστήσει τα τελευταία χρόνια –κυρίως από εταιρείες υψηλής ανάπτυξης, momentum και άμεσης έκθεσης στην τεχνητή νοημοσύνη– και κατευθύνεται πλέον προς ένα ευρύτερο σύνολο κλάδων και εταιρειών διαφορετικής κεφαλαιοποίησης.
Όπως δείχνουν τα στοιχεία της Bank of America, το ποσοστό των μετοχών του S&P 500 που διαπραγματεύεται πάνω από τον κινητό μέσο όρο των 50 ημερών συνεχίζει να αυξάνεται, ένδειξη ότι η άνοδος δεν περιορίζεται πλέον σε λίγους τίτλους αλλά διαχέεται σε πολύ μεγαλύτερο μέρος της αγοράς. Σύμφωνα με την ίδια ανάλυση, όταν το ποσοστό αυτό κυμαίνεται μεταξύ 60% και 80%, θεωρείται ότι η αγορά εμφανίζει «υγιές εύρος» συμμετοχής.

Σε επίπεδο κλάδων, τη μεγαλύτερη ωφέλεια από αυτή τη μετατόπιση του επενδυτικού ενδιαφέροντος φαίνεται να έχουν αποκομίσει οι χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, η υγεία και τα βασικά καταναλωτικά αγαθά, καθώς μέρος των κεφαλαίων που ήταν τοποθετημένο στους κατασκευαστές ημιαγωγών και στις εταιρείες που συνδέονται με την έκρηξη της τεχνητής νοημοσύνης αναζητά πλέον νέες επενδυτικές ευκαιρίες.
Πέρα από τις Magnificent 7
Η μεταβολή αυτή αποτυπώνεται και στις επιδόσεις των βασικών δεικτών. Ενώ οι λεγόμενες Magnificent 7 –Apple, Microsoft, Nvidia, Amazon, Alphabet, Meta και Tesla– είναι σχεδόν αμετάβλητες από τις αρχές του έτους, οι υπόλοιπες 493 εταιρείες του S&P 500 καταγράφουν άνοδο της τάξης του 14%.
Με άλλα λόγια, παρά το γεγονός ότι ο S&P 500 εξακολουθεί να κινείται σε σχετικά στενό εύρος διακύμανσης μετά το ιστορικό υψηλό που κατέγραψε στις αρχές Ιουνίου, ο ισοσταθμισμένος δείκτης (equal-weighted S&P 500), στον οποίο όλες οι εταιρείες έχουν την ίδια βαρύτητα, συνεχίζει να σημειώνει νέα υψηλά μέσα στον Ιούλιο. Η σχετική αδυναμία ή η φάση συσσώρευσης ορισμένων από τις μεγαλύτερες εταιρείες της αγοράς έχει αντισταθμιστεί από τη βελτίωση ενός πολύ ευρύτερου συνόλου μετοχών.
Η εικόνα αυτή επιβεβαιώνεται και από τις επιμέρους αποδόσεις. Περίπου 50 μετοχές του S&P 500 εμφανίζουν ήδη άνοδο μεγαλύτερη του 50% από τις αρχές του έτους, ενώ σχεδόν 15 εταιρείες έχουν υπερδιπλασιάσει τη χρηματιστηριακή τους αξία. Αντίθετα, αισθητά λιγότερες μετοχές έχουν καταγράψει αντίστοιχου μεγέθους απώλειες, γεγονός που δείχνει ότι, παρά τις συνεχείς εναλλαγές στις επενδυτικές προτιμήσεις, η ανοδική δυναμική παραμένει ευρεία.
Παράλληλα, η μετατόπιση του επενδυτικού ενδιαφέροντος δεν περιορίζεται μόνο στους κλάδους αλλά επεκτείνεται και στην κεφαλαιοποίηση των εταιρειών. Οι μετοχές μικρής κεφαλαιοποίησης βρίσκονται σε τροχιά μιας από τις μεγαλύτερες περιόδους υπεραπόδοσης έναντι του S&P 500 εδώ και πολλές δεκαετίες.
Ένα ιστορικά σπάνιο σκηνικό
Η Bank of America διατηρεί θετική στάση απέναντι στην αμερικανική αγορά, εκτιμώντας ότι οι επιχειρήσεις συνεχίζουν να βρίσκουν τρόπους να αυξάνουν την κερδοφορία τους ακόμη και σε ένα πιο απαιτητικό οικονομικό περιβάλλον.
Ιδιαίτερα ενθαρρυντικό θεωρεί το γεγονός ότι, για πρώτη φορά εδώ και πέντε χρόνια, οι αναλυτές προβλέπουν αύξηση των κερδών για όλους τους κλάδους του S&P 500. Η προηγούμενη φορά που είχε καταγραφεί αντίστοιχη εικόνα ήταν στο β’ εξάμηνο του 2021, όταν η αμερικανική οικονομία επανεκκινούσε μετά την πανδημία.
Ένα ακόμα στοιχείο καθιστά τη σημερινή συγκυρία μοναδική. Από το 1995 μέχρι σήμερα, ο S&P 500 έχει εμφανίσει ετήσια αύξηση εταιρικών κερδών άνω του 20% μόλις έξι φορές (το 1995, το 2003, το 2004, το 2010, το 2018 και το 2021). Εάν οι τρέχουσες εκτιμήσεις επιβεβαιωθούν, το 2026 θα αποτελέσει μόλις την έβδομη τέτοια χρονιά των τελευταίων τριών δεκαετιών, στοιχείο που αποτυπώνει τόσο τις υψηλές προσδοκίες των επενδυτών όσο, βεβαίως, και τη δυσκολία που θα έχουν οι εισηγμένες να τις επιβεβαιώσουν.



