Σε μια περίοδο κατά την οποία οι αγορές παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, τις διακυμάνσεις στις διεθνείς τιμές της ενέργειας και τις πιθανές επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία, το Χρηματιστήριο της Αθήνας εμφανίζεται ιδιαίτερα ανθεκτικό.
Η Ελλάδα θα μπορούσε να θεωρηθεί πιο ευάλωτη σε γεωπολιτικούς κραδασμούς από τις περισσότερες ανεπτυγμένες ευρωπαϊκές οικονομίες, λόγω της ενεργειακής της έκθεσης. Η χώρα παραμένει καθαρός εισαγωγέας ενέργειας, η οικονομία είναι ευαίσθητη στις μεταβολές των τιμών του πετρελαίου, ενώ κλάδοι-κλειδιά, όπως ο τουρισμός, δεν μένουν ανεπηρέαστοι από τις εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή. Ταυτόχρονα, το Χρηματιστήριο Αθηνών εξακολουθεί να αποτελεί μια σχετικά μικρή και λιγότερο ρευστή αγορά σε σύγκριση με τα μεγάλα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια, χαρακτηριστικό που συνήθως καθιστά τέτοιες αγορές πιο ευαίσθητες στις μεταβολές του διεθνούς επενδυτικού κλίματος.
Με βάση την παραδοσιακή επενδυτική λογική, μια τέτοια συγκυρία θα έπρεπε να οδηγεί σε μεγαλύτερη επιφυλακτικότητα απέναντι στην ελληνική αγορά. Ωστόσο, η συμπεριφορά των επενδυτών δείχνει κάτι διαφορετικό. Μάλιστα, αυτό δεν αποτυπώνεται μόνο στο χρηματιστήριο. Η χθεσινή επανέκδοση 10ετούς ελληνικού ομολόγου προσέλκυσε προσφορές ύψους 36 δισ. ευρώ, παρά το περιβάλλον αυξημένης διεθνούς αβεβαιότητας, υποδεικνύοντας ότι το ενδιαφέρον των ξένων επενδυτών εκτείνεται ευρύτερα στα ελληνικά περιουσιακά στοιχεία.
Διαβάστε ακόμα: Στα 36 δισ. ευρώ οι προσφορές για το 10ετές ομόλογο - Στο 3,77% η απόδοση
Κοντά στα υψηλά
Ο Γενικός Δείκτης βρέθηκε την Τρίτη στις 2.385,63 μονάδες, μόλις 21 μονάδες ή 0,89% από το υψηλό έτους των 2.407,07 μονάδων. Αυτή είναι μία από τις μικρότερες αποκλίσεις μεταξύ των μεγάλων ευρωπαϊκών αγορών.
Ο Euro Stoxx 50 βρίσκεται περίπου 2,4% χαμηλότερα από το φετινό υψηλό του, ο πανευρωπαϊκός Stoxx Europe 600 περίπου 2,8%, ο DAX απέχει περισσότερο από 4%, ο CAC 40 πάνω από 5%, ενώ ο FTSE 100 απέχει σχεδόν 6,5% από τα υψηλά του έτους.
Η μικρή απόσταση από τα υψηλά αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν ληφθεί υπόψη ότι ο Γενικός Δείκτης βρίσκεται κοντά στα υψηλά του προερχόμενος από ένα από τα ισχυρότερα ράλι στην Ευρώπη. Από τις αρχές του 2026 καταγράφει κέρδη που προσεγγίζουν το 13%, υπεραποδίδοντας έναντι των περισσότερων μεγάλων ευρωπαϊκών δεικτών.
Ήδη από τα τέλη Μαΐου, σύμφωνα με στοιχεία της Deutsche Bank, το Χρηματιστήριο της Αθήνας εμφάνιζε τη δεύτερη καλύτερη απόδοση μεταξύ των μεγάλων ευρωπαϊκών αγορών, πίσω μόνο από τον ιταλικό FTSE MIB (+14,2%). Την ίδια στιγμή, ο πανευρωπαϊκός Stoxx 600 ενισχυόταν κατά 8,1%, ο IBEX 35 κατά 7,8%, ο FTSE 100 κατά 6,6%, ενώ ο DAX μόλις κατά 2,5%.

Έτσι, οι πρόσφατες γεωπολιτικές αναταράξεις έχουν αποδειχθεί, μέχρι στιγμής, βραχύβιες για την ελληνική αγορά. Οι απώλειες που προκλήθηκαν από τις ανησυχίες γύρω από τη Μέση Ανατολή ανακτήθηκαν σχετικά γρήγορα, με τον Γενικό Δείκτη να επιστρέφει εκ νέου σε απόσταση αναπνοής από τα φετινά υψηλά του.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η σύνθεση της ανόδου. Παρότι οι τράπεζες εξακολουθούν να αποτελούν τον βασικό μοχλό της αγοράς, ο τραπεζικός δείκτης απέχει περισσότερο από 5% από το υψηλό έτους του, έναντι μόλις 0,9% για τον Γενικό Δείκτη. Στοιχείο που υποδηλώνει ότι η άνοδος δεν περιορίζεται στις τράπεζες, αλλά έχει επεκταθεί σε ένα ευρύτερο φάσμα εισηγμένων και κλάδων, προσδίδοντας μεγαλύτερη ανθεκτικότητα στην αγορά.
Υψηλό risk premium, αλλά ισχυρή ζήτηση
Η εξήγηση για την εικόνα στο ελληνικό ταμπλό βρίσκεται σε μεγάλο βαθμό στη στάση των ξένων επενδυτών. Τα τελευταία στοιχεία της Euronext Athens δείχνουν ότι οι αλλοδαποί επενδυτές πραγματοποίησαν καθαρές εισροές ύψους 305,7 εκατ. ευρώ τον Μάιο. Τα ξένα κεφάλαια συνέχισαν να στηρίζουν την αγορά, παρά το περιβάλλον της αυξημένης γεωπολιτικής αβεβαιότητας. Ενδεικτικό, επίσης, το γεγονός ότι οι ξένοι επενδυτές πραγματοποίησαν το 71,6% των συνολικών συναλλαγών κατά τον Μάιο, ποσοστό αυξημένο σε σχέση με το 68,8% του προηγούμενου μήνα.
Κι όμως, οι ξένοι θεσμικοί επενδυτές είναι συνήθως οι πρώτοι που μειώνουν την έκθεσή τους όταν θεωρούν ότι οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι αυξάνονται υπερβολικά. Στην περίπτωση της Ελλάδας αυτό δεν συμβαίνει. Το «παράδοξο» γίνεται ακόμη πιο έντονο αν συνδυαστεί με τις πρόσφατες εκτιμήσεις της Bank of America, σύμφωνα με τις οποίες η Ελλάδα εξακολουθεί να συγκαταλέγεται στις αγορές με το υψηλότερο risk premium στην περιοχή EEMEA.
Όλα αυτά, σε συνδυασμό με το πού βρίσκονται οι αποτιμήσεις στο ελληνικό ταμπλό, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η αγορά, αν και δεν μπορεί να αγνοήσει το ρίσκο, τιμολογεί υψηλότερες προσδοκίες κερδοφορίας.
Θεμελιώδη vs. γεωπολιτική
Η εικόνα αυτή συνδέεται με τα θεμελιώδη μεγέθη της αγοράς. Οι ελληνικές τράπεζες συνεχίζουν να εμφανίζουν ισχυρή κερδοφορία και υψηλή ορατότητα κερδών, ενώ η πιστωτική επέκταση προς τις επιχειρήσεις παραμένει από τις ισχυρότερες στην Ευρώπη, υποστηριζόμενη από τις επενδύσεις που συνδέονται με το Ταμείο Ανάκαμψης.
Παράλληλα, τα μερίσματα παραμένουν ελκυστικά, οι ισολογισμοί έχουν ενισχυθεί σημαντικά σε σχέση με το παρελθόν και οι δυνατότητες διανομής κεφαλαίου προς τους μετόχους διευρύνονται. Την ίδια στιγμή, η ελληνική αγορά εξακολουθεί να διαθέτει ένα επιπλέον επενδυτικό αφήγημα: την προοπτική προσέλκυσης νέων κεφαλαίων στο μέλλον λόγω της αναβάθμισης της θέσης της στους διεθνείς δείκτες των ανεπτυγμένων αγορών. Με άλλα λόγια, οι επενδυτές θεωρούν ότι οι θετικοί καταλύτες, τα εταιρικά θεμελιώδη, οι προοπτικές κερδοφορίας των εισηγμένων και η δυναμική της οικονομίας παραμένουν αρκετά ισχυρά ώστε να αντισταθμίσουν το αυξημένο risk premium. Όσο αυτή η εξίσωση παραμένει σε ισχύ, το ελληνικό χρηματιστηριακό story φαίνεται ικανό να διατηρήσει τη δυναμική του, ακόμη και σε ένα περιβάλλον αυξημένης διεθνούς αβεβαιότητας.
- Διαβάστε επίσης: Ο ΟΔΔΗΧ έδωσε ρέστα - Επιστολή SOS - Τα οδικά έργα της Αττικής
Πέραν του ταμπλό, η χθεσινή επανέκδοση του 10ετούς ομολόγου του Ελληνικού Δημοσίου λειτούργησε ως μία ακόμη ηχηρή επιβεβαίωση της ισχυρής επενδυτικής ζήτησης για τα ελληνικά περιουσιακά στοιχεία. Οι προσφορές άγγιξαν τα 36 δισ. ευρώ για άντληση μόλις 3 δισ. ευρώ, επιτρέποντας στον ΟΔΔΗΧ να δανειστεί με κόστος χαμηλότερο από τον αρχικό σχεδιασμό και να καλύψει σχεδόν το σύνολο του φετινού δανειακού προγράμματος. Σε μια περίοδο κατά την οποία οι διεθνείς αγορές καλούνται να διαχειριστούν ταυτόχρονα γεωπολιτικές εντάσεις, αβεβαιότητα γύρω από τα επιτόκια και αυξημένες ανησυχίες για την παγκόσμια ανάπτυξη, το «μήνυμα» των αγορών είναι ότι τα θεμελιώδη της ελληνικής οικονομίας και οι μεσοπρόθεσμες προοπτικές της εξακολουθούν να υπερισχύουν των ανησυχιών που δημιουργεί το διεθνές περιβάλλον. Υπό αυτή την έννοια, το ενδιαφέρον που εκδηλώθηκε για το ελληνικό ομόλογο δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί συγκυριακό και έρχεται να προστεθεί στα στοιχεία που δείχνουν ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται ψηλά στις προτιμήσεις των διεθνών επενδυτών.
Η εικόνα αυτή υποδηλώνει επίσης ότι, προς το παρόν τουλάχιστον, οι επενδυτές συνεχίζουν να αποδίδουν μεγαλύτερη βαρύτητα στους οικονομικούς και εταιρικούς καταλύτες παρά στους πολιτικούς κινδύνους, οι οποίοι ενδέχεται να βρεθούν στο επίκεντρο σε μεταγενέστερο στάδιο.



