Μια τουριστική πολιτική βασισμένη σε δεδομένα, με τελικό ζητούμενο όχι μόνο τη διατήρηση της ελκυστικότητας του προορισμού αλλά και την ευημερία των κατοίκων του νησιού, επιχειρεί να διαμορφώσει η Κέρκυρα. Το στοίχημα δεν είναι μικρό, δεδομένου ότι το νησί, παρά το ισχυρό τουριστικό του αποτύπωμα και τα πολύ υψηλά επίπεδα ικανοποίησης επισκεπτών, καλείται να απαντήσει σε διαχρονικά ζητήματα υποδομών και εποχικότητας. Καθίσταται όμως επιτακτικό, ούτως ώστε να διασφαλίστει η μακροπρόθεσμη ευημερία του.
Το γεγονός υπογραμμίστηκε πρόσφατα από το σύνολο των φορέων που συμμετείχαν στην ημερίδα «Τουρισμός & Οικονομία στην Κέρκυρα: Δεδομένα με γνώμονα μια νέα εποχή ανάπτυξης» που διοργάνωσε το Επιμελητήριο Κέρκυρας την περασμένη Παρασκευή. Σκιαγραφήθηκε δε γλαφυρά και από τα αποτελέσματα δύο μελετών που εκπονήθηκαν με πρωτοβουλία του Επιμελητηρίου και στόχο να λειτουργήσουν ως εργαλείο λήψης αποφάσεων για την επόμενη ημέρα. Η πρώτη ήταν μια Έρευνα Ικανοποίησης και Βελτίωσης Εμπειρίας Επισκεπτών, που υλοποιήθηκε σε συνεργασία με την KPMG με στόχο να αποτυπώσει τη «φωνή του πελάτη» του εισερχόμενου τουρισμού. Η δεύτερη αφορούσε στον Οικονομικό Χάρτη της Κέρκυρα και εκπονήθηκε από το Ινστιτούτο Εμπορίου και Υπηρεσιών (ΙΝΕΜΥ) της ΕΣΕΕ με στόχο να χαρτογραφήσει τη δομή της τοπικής οικονομίας και τη σχέση της με τον τουρισμό, αλλά και να θέσει τις βάσεις για ένα Παρατηρητήριο Αγοράς που θα προσφέρει δεδομένα για λιγότερο αποσπασματική διαχείριση και περισσότερη στρατηγική.
Από το «success story» του τουρισμού στην τοπική υπεραξία

Η πρώτη μεγάλη διαπίστωση από τη μελέτη της ΕΣΕΕ, η οποία παρουσιάστηκε από την Επιστημονική Διευθύντρια του ΙΝΕΜΥ – ΕΣΕΕ και Καθηγήτρια του Τμήματος Κοινωνιολογίας του ΕΚΠΑ, κα. Βάλια Αρανίτου και τον Επιστημονικό Συνεργάτη του Οργανισμού κ. Πολύβιο Μουκούλη, είναι ότι η κερκυραϊκή οικονομία διατηρεί υψηλή ανθεκτικότητα και σημαντική ικανότητα παραγωγής εισοδήματος, με περίπου 15.000 ενεργές επιχειρήσεις και 73 κλάδους, παραμένει όμως βαθιά συνδεδεμένη με τον τουρισμό, ακόμη κι όταν αυτό δεν φαίνεται με την πρώτη ματιά.
Ο συνολικός κύκλος εργασιών των επιχειρήσεων με έδρα στο νησί διαμορφώθηκε στα 2,75 δισ. ευρώ το 2025, καταγράφοντας αύξηση 25,5% σε σχέση με το 2022. Εξ αυτών, ο αυστηρός τουριστικός επιχειρηματικός πυρήνας του νησιού - καταλύματα, εστίαση, τουριστικά πρακτορεία και δραστηριότητες ενοικίασης - προσέγγισε την περασμένη χρονιά το 1 δισ. ευρώ, αντιπροσώπευε δηλαδή περίπου το 36% της οικονομικής δραστηριότητας του νησιού. Στον στενό πυρήνα του τουρισμού, τα καταλύματα αποτελούν τον μεγαλύτερο μεμονωμένο κλάδο με 614 εκατ. ευρώ τζίρο και 2.362 ενεργές μονάδες, ενώ η εστίαση ακολουθεί με 253 εκατ. ευρώ και 1.858 επιχειρήσεις.
Ο μεγαλύτερος κλάδος σε όρους τζίρου ωστόσο, δεν ήταν τα ξενοδοχεία και οι προαναφερθείσες επιχειρήσεις, αλλά το εμπόριο, ο τζίρος του οποίου έφτασε το 1,10 δισ. ευρώ, αντιπροσωπεύοντας το 39,9% της συνολικής οικονομίας του νησιού και αποτελώντας και τον βασικό μηχανισμό διάχυσης της τουριστικής δαπάνης στο σώμα της τοπικής οικονομίας καθώς συγκεντρώνει 2.920 επιχειρήσεις. Ιδιαίτερα το λιανικό εμπόριο, με 553 εκατ. ευρώ τζίρο, εξυπηρετεί τόσο τις ανάγκες των μόνιμων κατοίκων όσο και των επισκεπτών, ενώ το χονδρικό εμπόριο, με 497 εκατ. ευρώ, τροφοδοτεί κρίσιμες αλυσίδες εφοδιασμού της νησιωτικής οικονομίας. Παράλληλα, το εμπόριο και η επισκευή οχημάτων εμφανίζουν τον πιο δυναμικό ρυθμό ανάπτυξης, στοιχείο που συνδέεται με την αυξημένη κινητικότητα ανθρώπων και αγαθών.
Τα παραπάνω δεδομένα και η ποιοτική ανάλυσή τους υπογράμμισαν, όπως ήταν αναμενόμενο, την έντονη εποχικότητα του νησιού, με τον σχετικό δείκτη στην περίπτωση των καταλυμάτων να φτάνει στο 62%, και να κινείται σε υψηλά επίπεδα και σε άλλους κλάδους όπως η εστίαση. Ακόμα και κλάδοι βέβαια, που δεν θεωρούνται παραδοσιακά «τουριστικοί», όπως οι κατασκευές, είναι άμεσα εξαρτώμενοι από τη ζήτηση που δημιουργεί ο τουρισμός, συγκεντρώνοντας το μεγαλύτερο μέρος της δραστηριότητάς τους σε άνευρες τουριστικά εποχές. Γεγονός που διευρύνει την έννοια της τουριστικής επιχείρησης πολύ περισσότερο απ’ όσο συνήθως πιστεύεται.
Την ίδια ώρα, όμως, η μελέτη υπογράμμισε ότι η εικόνα της ανάπτυξης δεν είναι ομοιόμορφη. Ο δείκτης οικονομικής συγκέντρωσης S80/S20 καταδεικνύει πολύ μεγάλη απόσταση ανάμεσα στους ισχυρότερους και στους ασθενέστερους κλάδους της τοπικής οικονομίας. Ειδικότερα, το ανώτατο 20% των κλάδων παράγει σχεδόν 2.000 φορές μεγαλύτερο τζίρο από το κατώτατο 20%, γεγονός που αποτυπώνει μια έντονα άνιση κατανομή, θέτοντας και κρίσιμα ερωτήματα για την συνέχεια. Όπως επισημάνθηκε από τους συμμετέχοντες η μεταποίηση παραμένει περιορισμένη ενώ ο πρωτογενής τομέας δεν απορροφά όσο θα μπορούσε τη ζήτηση που παράγει ο τουρισμός. Η άμεση εξάρτηση δε από τον τουρισμό και η εποχικότητα καθιστά την οικονομία της Κέρκυρας πέρα από ισχυρή και ευάλωτη.
Υψηλή ικανοποίηση επισκεπτών, αλλά με «ρωγμές» στις υποδομές

Την ίδια στιγμή και η ίδια η τουριστική δραστηριότητα παρότι φαίνεται να ικανοποιεί, με εντυπωσιακά μάλιστα, ποσοστά τους επισκέπτες του νησιού, που θα μπορούσαν στο μέλλον να της στερήσουν μέρος της ανάπτυξής της, όπως ανέδειξε η μελέτη της KPMG που ανέλυσε το πως βιώνουν οι επισκέπτες το τουριστικό προϊόν. Βάσει των ευρυμάτων αυτής, που παρουσιάστηκαν από την κα. Δέσποινα Παπαχρυσάνθου, Partner, Transformation & Operations της KPMG, και τον κ. Γιώργο Τζοβλά, Senior Manager της KPMG ένα 94,8%, εκ των 971 επισκεπτών από 38 χώρες που ερωτήθηκαν, δήλωσε πολύ ή απόλυτα ικανοποιημένο από τη συνολική εμπειρία διαμονής στην Κέρκυρα, με ένα εξίσου υψηλό ποσοστό να δηλώνει πρόθεση να συστήσει το νησί ως προορισμό. Πρόκειται για δείκτες που κάθε ώριμος προορισμός θα ήθελε να έχει, όπως επεσήμαναν τα στελέχη της KPMG.
Την ίδια στιγμή ωστόσο που η εστίαση αναδεικνύεται σε ξεκάθαρο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα της Κέρκυρας, με 87,4% θετική αξιολόγηση, τα καταστήματα και οι εμπορικές υπηρεσίες συγκεντρώνουν 83% θετικές αξιολογήσεις ενώ οι αρχαιολογικοί χώροι ικανοποιούν το 73% των επισκεπτών, μόλις το 68% αποτιμά θετικά την καθαριότητα των δημόσιων χώρων ενώ μόνο 52,5% από τους ερωτηθέντες δίνει θετική αξιολόγηση για την ποιότητα και την ασφάλεια του οδικού δικτύου.
Υπό αυτό το πρίσμα και δεδομένων των συνολικών ευρυμάτων της μελέτης, η KPMG έθεσε στο τραπέζι πολύ συγκεκριμένες στρατηγικές προτάσεις: καλύτερες τοπικές μεταφορές, πιο προσβάσιμοι δημόσιοι χώροι, υβριδικά μοντέλα πληροφόρησης και επικοινωνίας, ενιαίες ψηφιακές πλατφόρμες για μνημεία και εμπειρίες, ενσωμάτωση εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης πριν, κατά τη διάρκεια και μετά το ταξίδι, αλλά και ενίσχυση των eco-friendly καταλυμάτων και της σύνδεσης του τουρισμού με τους τοπικούς παραγωγούς και τον πολιτιστικό πλούτο.
Η ανάγκη για ώριμα μοντέλα διαχείρισης προορισμών

Τόσο από τις δύο έρευνες όσο και από τα πάνελ που ακολούθησαν με συμμετοχή εκπροσώπων της Πολιτείας, της τοπικής αυτοδιοίκησης και της τοπικής επιχειρηματικής κοινότητας προέκυψε ότι η Κέρκυρα λειτουργεί σήμερα ως ένας ώριμος, ισχυρός και διεθνώς αναγνωρίσιμος προορισμός, ο οποίος καταφέρνει να αποσπά εξαιρετικά ποσοστά ικανοποίησης, παρά το γεγονός ότι οι δημόσιες υποδομές δεν ακολουθούν με τον ίδιο ρυθμό την τουριστική έκρηξη. Καθώς όμως ο προορισμός «κερδίζει» χάρη στην ομορφιά, τη φιλοξενία και την ιδιωτική επιχειρηματική προσπάθεια, χωρίς στοχευμένες παρεμβάσεις σε μεταφορές, στάθμευση, διαχείριση ροών, προσβασιμότητα και σύγχρονη πληροφόρηση, κινδυνεύει σταδιακά να χάσει μερίδιο σε ένα παγκόσμιο περιβάλλον που αλλάζει ραγδαία.
Εκεί ακριβώς αποκτά ξεχωριστή σημασία και η εξαγγελθείσα δημιουργία του Παρατηρητηρίου Τοπικής Οικονομίας, ενός πάνελ 150-200 επιχειρήσεων που θα παρακολουθεί τριμηνιαία τον «παλμό» της αγοράς με δομημένα στοιχεία και διαχρονική συγκρισιμότητα. Στόχος όπως αναφέρθηκε είναι η Κέρκυρα να μην περιορίζεται στο να μετρήσει την επιτυχία της αλλά και τα τρωτά της σημεία, ώστε να σχεδιάσει την επόμενη μέρα με πιο καθαρούς όρους. Το ζητούμενο πλέον είναι πώς αυτή η δυναμική θα μετατραπεί σε μεγαλύτερη αξία για το νησί. Χρειάζεται να εξισορροπηθεί η ανάπτυξη των ιδιωτικών επενδύσεων με τις δημόσιες υποδομές, να ενισχυθεί η ανακύκλωση της τουριστικής δαπάνης στην τοπική οικονομία και να συνεχιστεί η ποιοτική αναβάθμιση του τουριστικού προϊόντος» ανέφερε χαρακτηριστικά ο Πρόεδρος του Επιμελητηρίου Κέρκυρας, κ. Κώστας Μουζακίτης.
Και αυτό, σε μια περίοδο που ο ελληνικός τουρισμός αναζητά ώριμα μοντέλα διαχείρισης προορισμών, ίσως να είναι το πιο ουσιαστικό μήνυμα που έστειλε το νησί.