Η οικονομική αβεβαιότητα και η ακρίβεια αγαθών και υπηρεσιών επηρεάζουν άμεσα την αγορά εργασίας, ενώ η αδυναμία των μισθών να καλύψουν το αυξημένο κόστος ζωής ωθεί όλο και περισσότερους εργαζόμενους στη χώρα μας σε δεύτερη εργασία ή σε υπερωριακή απασχόληση. Η ανάγκη για συμπλήρωση του εισοδήματος είναι επιτακτική για την πλειοψηφία των νοικοκυριών, καθώς το ένα τρίτο των μισθωτών λαμβάνει μισθούς κάτω των 1.000 ευρώ, ενώ η φετινή αύξηση του κατώτατου (που θα συμπαρασύρει και τους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων) δεν αναμένεται να ξεπεράσει τα 50 ευρώ το μήνα (μεικτά).
Δεδομένου ότι ο μισθός αρκεί για να καλύψει τις πρώτες 18 ημέρες του μήνα (σύμφωνα με έρευνα του Ινστιτούτου Μικρών Επιχειρήσεων της ΓΣΕΒΕΕ), δεν είναι τυχαίο που ένας στους δύο μισθωτούς αναζητά ή έχει βρει δεύτερη δουλειά για να μπορέσει να καλύψει τις οικονομικές απαιτήσεις διαβίωσης.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι το 2025 έκλεισε με τον μέσο μεικτό μισθό στα 1.363 ευρώ, σύμφωνα με τα στοιχεία του Πληροφοριακού Συστήματος «Εργάνη». Σε σχέση με το 2024 που ο μέσος μισθός ήταν 1.342 ευρώ, η αύξηση ανέρχεται μόλις σε 1,56% με τον πληθωρισμό να τρέχει με 2,5%. Ακόμη και αν ληφθεί υπόψη η ελαφρώς υψηλότερη μεταβολή στις καθαρές αποδοχές περίπου 1,78% για έναν εργαζόμενο με δύο παιδιά, το τελικό αποτέλεσμα δείχνει ότι ο μισθός αυξήθηκε, αλλά η αγοραστική δύναμη του εργαζομένου συρρικνώθηκε ή έμεινε στάσιμη.
Όλα αυτά όταν ο μέσος μηνιαίος μισθός πλήρους απασχόλησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση διαμορφώνεται περίπου στα 3.155 ευρώ, δηλαδή είναι υπερδιπλάσιος του ελληνικού. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, η Ελλάδα βρίσκεται προτελευταία στην κατάταξη των μέσων ετήσιων μισθών, ξεπερνώντας μόνο τη Βουλγαρία.
- Διαβάστε επίσης: To μισθολογικό χάσμα αντρών - γυναικών ανοίγει την «ψαλίδα» και στις συντάξεις τους
Ένας στους δύο με δεύτερη δουλειά
Για την πλειοψηφία των εργαζομένων, η επίδραση της ακρίβειας είναι έντονη, καθώς το μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους κατευθύνεται σε βασικές δαπάνες, όπως τρόφιμα, ενοίκιο, ενέργεια και μετακινήσεις.
Οι έρευνες αποτυπώνουν τη δύσκολη πραγματικότητα για τα νοικοκυριά και τους νέους ανθρώπους. Πιο συγκεκριμένα:
- το 51% είναι το ποσοστό των εργαζομένων που κάνει δεύτερη δουλειά, ποσοστό υπερδιπλάσιο σε σχέση με το 2024
- το 41% των εργαζομένων έχει αυξήσει τις ώρες δουλειάς στην τρέχουσα εργασία του
- το 72% των νέων εργαζομένων δηλώνει ότι δεν βλέπει καμία επαγγελματική προοπτική στη χώρα, σύμφωνα με τα στοιχεία του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ
- το 46% των νέων κάτω των 29 ετών σκέφτεται σοβαρά τη μετανάστευση στο εξωτερικό
- το 66% είναι το ποσοστό των πτυχιούχων που απορροφάται σε δουλειά τρία χρόνια μετά την αποφοίτησή του. Το αντίστοιχο ευρωπαϊκό ποσοστό είναι 85%.
Η παγκόσμια έρευνα της Randstad (Workmonitor 2026), στην οποία συμμετείχαν εργαζόμενοι από 35 χώρες, ανάμεσά τους και από την Ελλάδα, δείχνει ότι στη χώρα μας το κόστος ζωής παραμένει ιδιαίτερα υψηλό και οδηγεί (κυρίως τους πιο νέους σε ηλικία) σε εξεύρεση λύσεων ακόμα και με αύξηση των ωρών εργασίας. Εν μέσω της εφαρμογής του 13ωρου και της διευθέτησης του χρόνου απασχόλησης έως και ανά εβδομάδα, οι περισσότεροι αναζητούν εύκολους τρόπους να αυξήσουν το εισόδημά τους από την εργασία, έστω και με υπερωρίες.
Ενώ οι απολαβές συνεχίζουν να προσελκύουν ταλέντα, η ισορροπία μεταξύ επαγγελματικής και προσωπικής ζωής (44% έναντι 46% παγκοσμίως) είναι ο κύριος λόγος για την παραμονή στον τρέχοντα ρόλο, υπερισχύοντας της εργασιακής ασφάλειας (27% έναντι 23% παγκοσμίως) και των αμοιβών/παροχών (23%, το ίδιο συμβαίνει και παγκοσμίως).
Η διεκδίκηση υψηλότερων απαιτήσεων είναι ο βασικός λόγος αναζήτησης νέας θέσης εργσίας για έναν στους δύο εργαζόμενους, ενώ σημαντικά ποσοστά καταγράφει – ως λόγος αποχώρησης – και η επαγγελματική δυσαρέσκεια.