Την εβδομάδα που μας πέρασε εντάθηκε εκ νέου μία από τις παραδοσιακότερες συζητήσεις εντός ΕΕ. Αυτή της κοινής εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής. Η πανηγυρική ήττα του Όρμπαν στην Ουγγαρία πέταξε εκτός Συμβουλίου μία φωνή που επιδείκνυε εξαιρετικό ζήλο να εκπροσωπεί τα συμφέροντα του Τραμπ και του Πούτιν στις Βρυξέλλες. Με ένα βασικό εμπόδιο εκτός παιχνιδιού, δεν ήταν λίγες οι φεντεραλιστικές -και όχι μόνο- φωνές στις που άδραξαν την ευκαιρία και εύλογα έθεσαν το ερώτημα: Αν όχι τώρα, πότε; Αν όχι τώρα που υπάρχει πραγματική ανάγκη κοινής αμυντικής προστασίας -και που ακόμα και οι πολιτικοί φίλοι του Τραμπ κρατούν αποστάσεις αρνούμενοι (φοβούμενοι) να πληρώσουν το πολιτικό κόστος της σύνδεσης μαζί του- πότε;
Όσο κι αν θεωρούμε ότι το αντίθετο θα ήταν επωφελές -και για την ΕΕ και για την Ελλάδα- δυστυχώς δεν είμαστε καθόλου αισιόδοξοι ότι ο στόχος της ουσιαστικής εμβάθυνσης είναι εφικτός. Κοινή αμυντική πολιτική (όπως κι αν την ορίσουμε και ό,τι περιεχόμενο κι αν της δώσουμε) προϋποθέτει πλήρη κατανόηση και σύμπλευση τουλάχιστον σε συγκεκριμένα βασικά ζητήματα εξωτερικής πολιτικής. Το ελάχιστο βήμα προς αυτήν την κατεύθυνση είναι η άρση του δικαιώματος του βέτο σε αντίστοιχα ζητήματα και η προώθηση της ενισχυμένης πλειοψηφίας. Ούτε πρόσφορο έδαφος υπάρχει ούτε διάθεση παραχώρησης έστω και της ελάχιστης εθνικής κυριαρχίας, όπως διαβλέπουμε πανευρωπαϊκά. Προφανώς ούτε στην Ελλάδα υπάρχει.
Σε κάθε περίπτωση, αυτή θα ήταν μία αναγκαία και ικανή συνθήκη για να συμφωνήσουν οι 27 στην κοινή χρηματοδότηση (ευρωομόλογο) της αμυντικής πολιτικής της ΕΕ. Η ευκαιρία είναι τεράστια για την Ευρώπη, όχι μόνο για την αμυντική της θωράκιση αλλά και τη γεωπολιτική της αναβάθμιση. Τις τελευταίες δεκαετίες, οι ΗΠΑ γνώριζαν -και το αποδέχονταν- ότι ο ρόλος της παγκόσμιας ηγεσίας συνοδεύεται αναπόφευκτα από οικονομικό κόστος. Η πραγματική δύναμη της γεωπολιτικής ισχύος κοστίζει και σίγουρα απέχει από την υφιστάμενη προσέγγιση του MAGA. Οι ΗΠΑ του Τραμπ δεν υπηρετούν το αφήγημα των πολλών προκατόχων του. Και η ευκαιρία για την ΕΕ είναι πράγματι σημαντική. Όμως όχι πολιτικά διαχειρίσιμη για την αδράξουν οι πρωτεύουσες.
Και το ευρωομόλογο;
Η αλήθεια είναι ότι οι σημερινές συνθήκες το ευνοούν. Καλύπτουν και με το παραπάνω το αναγκαίο της υπόθεσης. Δύσκολα όμως και το ικανό. Οι αγορές (οι πλούσιοι και οι φτωχότεροι επενδυτές και καταθέτες του πλανήτη) διψούν για ομόλογα με τη σφραγίδα της ΕΕ. Ακόμα και η έκδοση κοινού χρέους την προηγούμενη εβδομάδα για τις ανάγκες του Ταμείου Ανάκαμψης δείχνουν προς αυτήν την κατεύθυνση.
Οι αγορές ζητούν περισσότερο ευρώ, ωστόσο τα κράτη-μέλη δε δείχνουν (όλα) να συμφωνούν να το παρέχουν. Και η αλήθεια είναι ότι οι διαφορετικές πλευρές έχουν εύλογα επιχειρήματα. Η ανάγκη των αγορών για «ευρώ» οδηγεί αναπόφευκτα σε ένα συγκεκριμένο δίλημμα: Είναι έτοιμη η Ευρώπη να εισάγει «περισσότερη Ευρώπη» στην αγορά; Αν ναι, οι πληθωριστικές πιέσεις με ό,τι αυτό συνεπάγεται αποτελούν κίνδυνο. Ρίσκο στην καλύτερη περίπτωση. Αν όχι, το ευρώ θα ισχυροποιηθεί σημαντικά, με κόστος στην ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών εξαγωγών.
Αν είχαμε εμείς να επιλέξουμε, ο δρόμος της κοινής δυναμικής των 27 θα ήταν μονόδρομος. Επειδή την επιλογή την κάνουν πολιτικοί -και ορθώς- η σημερινή συνθήκη για ευρωομόλογο «ευρείας κλίμακας» δε φαίνεται να είναι ικανή. Μπορεί να είμαστε πιο κοντά από ποτέ, είμαστε όμως ακόμα μακριά από αυτό. Παραμένουμε κοντύτερα ωστόσο στην διατήρηση εργαλείων αντιμετώπισης κινδύνων όπως το Ταμείο Ανάκαμψης. Εργαλείων που όλοι αγαπούν, μέχρι που έρχεται η ώρα της αποπληρωμής.
Διαβάστε περισσότερα άρθρα της στήλης ΑΘΗΝΑ-ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ
Ακολουθήστε το insider.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον κόσμο.