Η συμφωνία που υπέγραψαν οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν πριν από λίγες εβδομάδες, με στόχο την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ, δείχνει ήδη να δοκιμάζεται σοβαρά. Οι νέες αμερικανικές επιθέσεις σε ιρανικούς στόχους, η επαναφορά των κυρώσεων στις ιρανικές εξαγωγές πετρελαίου και τα αντίποινα της Τεχεράνης επαναφέρουν το ενδεχόμενο κατάρρευσης του Μνημονίου Κατανόησης, το οποίο αρκετοί αναλυτές αρχίζουν πλέον σκωπτικά να αποκαλούν «Μνημόνιο Παρανόησης».
Ακόμα κι αν επιβιώσει η συμφωνία, η οποία είχε παρουσιαστεί ως η βάση για την αποκλιμάκωση της μεγαλύτερης ενεργειακής κρίσης των τελευταίων ετών, η επιστροφή στην κανονικότητα απέχει πολύ. Όπως επισημαίνουν ξένοι αναλυτές, η αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ δεν εξαρτάται μόνο από την παύση των εχθροπραξιών, αλλά και από μια σειρά τεχνικών, στρατιωτικών, οικονομικών και γεωπολιτικών εμποδίων που ενδέχεται να επηρεάζουν τις διεθνείς αγορές ενέργειας για μήνες ή ακόμη και χρόνια.
Αναλυτές του Council on Foreign Relations υπενθυμίζουν ότι το εν λόγω Μνημόνιο δεν αποτέλεσε ποτέ μια συνολική διπλωματική διευθέτηση με το Ιράν, και ότι ο βασικός στόχος του Λευκού Οίκου ήταν «απλώς» να ανοίξει ξανά το σημαντικότερο ενεργειακό πέρασμα του πλανήτη.
Ο Edward Fishman, ειδικός στη γεωοικονομία και πρώην αξιωματούχος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, υποστηρίζει ότι το MoU συνιστούσε ουσιαστικά μια συμφωνία ανταλλαγής. Δηλαδή, περιορισμένη χαλάρωση των κυρώσεων από τις ΗΠΑ με αντάλλαγμα την ασφαλή διέλευση των εμπορικών πλοίων.
Ο ίδιος τονίζει ότι η Τεχεράνη δεν επιδιώκει να επιστρέψει στο προηγούμενο καθεστώς ελεύθερης ναυσιπλοΐας. Αντίθετα, επιχειρεί να μετατρέψει τον έλεγχο του Ορμούζ σε μόνιμο στρατηγικό πλεονέκτημα αλλά και σε πηγή εσόδων. Η ιρανική ηγεσία θεωρεί ότι μπορεί να επιβάλει στο μέλλον τέλη διέλευσης, υποχρεωτικές υπηρεσίες ασφαλείας ή άλλες χρεώσεις, δημιουργώντας δυνητικά μια νέα πηγή εσόδων που θα μπορούσε να φθάνει ακόμη και τα 40 δισ. δολάρια ετησίως. Μια τέτοια στρατηγική ενδέχεται τελικά να λειτουργήσει εις βάρος της ίδιας της Τεχεράνης, καθώς θα επιταχύνει τις προσπάθειες των εισαγωγέων ενέργειας να μειώσουν την εξάρτησή τους από το Ορμούζ μέσω νέων αγωγών, μεγαλύτερων αποθεμάτων και εναλλακτικών ενεργειακών πηγών.
«Τεράστια δωροδοκία»
Από την πλευρά του ο Max Boot περιγράφει τη συμφωνία ΗΠΑ-Ιράν ως «μονόπλευρη», καθώς προσφέρει στο Ιράν οικονομικά οφέλη δεκάδων - ίσως και εκατοντάδων - δισεκατομμυρίων δολαρίων, χωρίς να επιβάλλει ουσιαστικούς περιορισμούς στο πυρηνικό του πρόγραμμα. Κι αυτό, σύμφωνα με τον Boot, συνέβη επειδή ο Ντόναλντ Τραμπ διαπίστωσε πως δεν υπήρχε εύκολη, γρήγορη ή χαμηλού κόστους στρατιωτική λύση για την επαναλειτουργία των Στενών.
Νάρκες, drones, αντιπλοϊκοί πύραυλοι και ταχύπλοα σκάφη επιτρέπουν στο Ιράν να απειλεί διαρκώς τη ναυσιπλοΐα, ενώ αρκεί ένα μόνο επιτυχημένο πλήγμα σε εμπορικό πλοίο για να αποθαρρύνει τους πλοιοκτήτες από τη χρήση της συγκεκριμένης διαδρομής. Με άλλα λόγια, όπως λέει ο Boot, η συμφωνία ήταν ουσιαστικά μια «τεράστια δωροδοκία» προς το Ιράν, προκειμένου να επιτρέψει την επανεκκίνηση της ναυσιπλοΐας.
Δύσκολο restart
Πέραν των παραπάνω, πρέπει να σημειωθεί ότι δεν υπάρχει ιστορικό προηγούμενο για την επανεκκίνηση μιας ενεργειακής αγοράς που έχασε πάνω από 10 εκατ. βαρέλια πετρελαίου ημερησίως και περίπου 300 εκατ. κυβικά μέτρα LNG την ημέρα επί περισσότερες από 100 ημέρες…
Ξένοι αναλυτές έχουν κατ’ επανάληψη τονίσει ότι το ζητούμενο δεν είναι απλά η επανέναρξη της ναυσιπλοΐας, αλλά απαιτείται επίσης η απομάκρυνση των εγκλωβισμένων πλοίων, η επιστροφή των δεξαμενόπλοιων στην περιοχή, η επανεκκίνηση της παραγωγής και η αποκατάσταση των εκτεταμένων ζημιών στις ενεργειακές εγκαταστάσεις. Υπολογίζεται ότι οι ζημιές στις πετρελαϊκές υποδομές του Κόλπου ανέρχονται σε περίπου 58 δισ. δολάρια, ενώ ορισμένες κρίσιμες εγκαταστάσεις, όπως το συγκρότημα LNG Ras Laffan στο Κατάρ, ενδέχεται να χρειαστούν έως και πέντε χρόνια για πλήρη αποκατάσταση. Κι αν οι υλικές ζημιές μπορούν να αποκατασταθούν με χρόνο και κεφάλαια, δεν ισχύει απαραίτητα το ίδιο και για την εμπιστοσύνη μεταξύ των κρατών της περιοχής.
Στο μεταξύ, περίπου 80 θαλάσσιες νάρκες εξακολουθούν να βρίσκονται στις βασικές ζώνες ναυσιπλοΐας του Ορμούζ και, όπως είναι φυσικό, οι ασφαλιστικές εταιρείες εξακολουθούν να αποτιμούν υψηλά τον κίνδυνο.
Με άλλα λόγια, ανεξαρτήτως του ποια θα είναι η τύχη της συμφωνίας μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης και, ακόμη και αν αποφευχθεί μια νέα πλήρους κλίμακας στρατιωτική σύγκρουση, η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης, της ναυσιπλοΐας και των ενεργειακών υποδομών πιθανότατα θα απαιτήσει πολύ περισσότερο χρόνο από όσο προεξοφλούν σήμερα οι αγορές.



