Η εικόνα επαναλαμβάνεται όλο και συχνότερα. Πυκνά σύννεφα μαύρου καπνού υψώνονται πάνω από κατοικημένες περιοχές, μηνύματα του 112 καλούν τους κατοίκους να κλείσουν πόρτες και παράθυρα και η συζήτηση επικεντρώνεται, εύλογα, στην κατάσβεση της φωτιάς και στις ζημιές που άφησε πίσω της. Λιγότερο συζητείται όμως τι συμβαίνει τις επόμενες ώρες. Τι περιέχει ο καπνός που αναπνέουν οι κάτοικοι; Πόσο μακριά μπορεί να ταξιδέψει; Πόσο διαρκεί η επιβάρυνση της ατμόσφαιρας και πόσο καλά μπορεί να αποτυπωθεί από τα σημερινά συστήματα παρακολούθησης;
Τα ερωτήματα αυτά επανήλθαν μέσα σε λίγες ημέρες, μετά από τη μεγάλη πυρκαγιά που εκδηλώθηκε σε εγκατάσταση ανακύκλωσης έξω από τη Θεσσαλονίκη και οδήγησε τις αρχές να καλέσουν τους κατοίκους να παραμείνουν στα σπίτια τους λόγω του τοξικού καπνού, αλλά και το νέο περιστατικό την Πέμπτη στον Ασπρόπυργο, σε μία από τις πιο επιβαρυμένες βιομηχανικές περιοχές της χώρας.
Τα δύο περιστατικά δεν συνδέονται μεταξύ τους. Αναδεικνύουν όμως ένα κοινό πρόβλημα: Η Ελλάδα έχει αποκτήσει σημαντική εμπειρία στη διαχείριση των πυρκαγιών, αλλά πολύ λιγότερη στη συστηματική παρακολούθηση της ατμοσφαιρικής επιβάρυνσης που ακολουθεί όταν η φωτιά εκδηλώνεται μέσα ή δίπλα σε βιομηχανικές εγκαταστάσεις και κατοικημένες περιοχές.
Αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς οι πυρκαγιές δεν καίνε πλέον μόνο δασικές εκτάσεις. Συχνά επεκτείνονται σε αποθήκες, μονάδες ανακύκλωσης, βιομηχανικούς χώρους, εγκαταστάσεις logistics και επιχειρήσεις όπου καίγονται πλαστικά, ελαστικά, μονωτικά υλικά, χημικά προϊόντα και άλλα σύνθετα υλικά, δημιουργώντας ένα πολύ διαφορετικό μίγμα ατμοσφαιρικών ρύπων από εκείνο μιας συμβατικής δασικής πυρκαγιάς.
Οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι ο καπνός από τέτοιου είδους πυρκαγιές αποτελεί ένα σύνθετο «κοκτέιλ» ουσιών. Περιλαμβάνει εξαιρετικά λεπτά αιωρούμενα σωματίδια PM2.5, μονοξείδιο του άνθρακα, οξείδια του αζώτου, πτητικές οργανικές ενώσεις, πολυκυκλικούς αρωματικούς υδρογονάνθρακες, αλλά και ουσίες που εξαρτώνται από τα υλικά που καίγονται. Το ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι ότι τα PM2.5 έχουν διάμετρο μικρότερη από 2,5 μικρόμετρα, μπορούν να διεισδύσουν βαθιά στους πνεύμονες, να περάσουν στην κυκλοφορία του αίματος και να επηρεάσουν όχι μόνο το αναπνευστικό αλλά και το καρδιαγγειακό σύστημα.
Η ανησυχία δεν περιορίζεται πλέον στις περιοχές όπου εκδηλώνεται η φωτιά. Ο Παγκόσμιος Μετεωρολογικός Οργανισμός επισημαίνει ότι τα νέφη καπνού μπορούν να μεταφερθούν χιλιάδες χιλιόμετρα, διασχίζοντας σύνορα και θάλασσες, γεγονός που καθιστά κρίσιμη την πρόγνωση της πορείας τους και όχι μόνο την κατάσβεση της εστίας.
Παράλληλα, τα στοιχεία του ευρωπαϊκού προγράμματος Copernicus Atmosphere Monitoring Service (CAMS) δείχνουν ότι το καλοκαίρι του 2025 χαρακτηρίστηκε από πρωτοφανή επεισόδια καπνού στη νότια Ευρώπη. Για την Ελλάδα, οι εκτιμώμενες εκπομπές από πυρκαγιές τον Ιούνιο ήταν οι υψηλότερες από το 2007, ενώ τα μοντέλα του CAMS κατέγραψαν εκτεταμένες αυξήσεις στις συγκεντρώσεις PM2.5 κατά τη διάρκεια των μεγάλων πυρκαγιών.
Τι δείχνουν οι νεότερες μελέτες: Ο καπνός από πυρκαγιές ίσως είναι πιο επικίνδυνος από τη «συνηθισμένη» ατμοσφαιρική ρύπανση
Μέχρι πριν από λίγα χρόνια οι περισσότερες επιδημιολογικές μελέτες αντιμετώπιζαν τα αιωρούμενα σωματίδια PM2.5 σχεδόν ως μια ενιαία κατηγορία, ανεξάρτητα από το αν προέρχονταν από την κυκλοφορία των οχημάτων, τη βιομηχανία, τη θέρμανση ή τις πυρκαγιές.
Τα τελευταία χρόνια όμως η επιστημονική εικόνα αλλάζει. Όλο και περισσότερες έρευνες καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι τα PM2.5 που παράγονται από πυρκαγιές ενδέχεται να έχουν μεγαλύτερη τοξικότητα από εκείνα που προέρχονται από άλλες πηγές, καθώς μεταφέρουν διαφορετικό χημικό φορτίο και προκαλούν εντονότερη φλεγμονώδη αντίδραση στον ανθρώπινο οργανισμό.
Η μεγαλύτερη μέχρι σήμερα ευρωπαϊκή επιδημιολογική μελέτη, που δημοσιεύθηκε το 2025 στο Lancet Planetary Health, ανέλυσε καθημερινά στοιχεία θνησιμότητας από 654 περιφέρειες σε 32 ευρωπαϊκές χώρες, καλύπτοντας πληθυσμό περίπου 541 εκατομμυρίων κατοίκων και δεδομένα σχεδόν δύο δεκαετιών (2004-2022). Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι ακόμη και η βραχυχρόνια έκθεση σε PM2.5 από πυρκαγιές συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο θανάτου, ενώ υπογραμμίζουν ότι η τοξικότητα των συγκεκριμένων σωματιδίων φαίνεται να είναι υψηλότερη από εκείνη των PM2.5 που προέρχονται από άλλες πηγές.
Η διαπίστωση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία για χώρες της Μεσογείου, όπως η Ελλάδα, όπου τα επεισόδια πυρκαγιών γίνονται ολοένα συχνότερα και συμπίπτουν με περιόδους υψηλών θερμοκρασιών και έντονης φωτοχημικής ρύπανσης.
Σύμφωνα και με νεότερη ευρωπαϊκή ανασκόπηση που δημοσιεύθηκε το 2026, η κλιματική αλλαγή, η ατμοσφαιρική ρύπανση και τα επεισόδια πυρκαγιών συνδέονται με αυξημένη νοσηρότητα στα παιδιά, μεγαλύτερο κίνδυνο αναπνευστικών νοσημάτων, δυσμενείς περιγεννητικές εκβάσεις και πιθανές επιπτώσεις στη νευρολογική ανάπτυξη.
Αντίστοιχα, αρκετές διεθνείς μελέτες έχουν συνδέσει την έκθεση εγκύων σε υψηλές συγκεντρώσεις PM2.5 από πυρκαγιές με αυξημένη πιθανότητα πρόωρου τοκετού και χαμηλότερου βάρους γέννησης, αν και οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι απαιτείται περαιτέρω έρευνα για να αποσαφηνιστούν πλήρως οι μηχανισμοί.
Στο ίδιο πλαίσιο, η έκθεση Lancet Countdown 2025 εκτίμησε ότι μόνο το 2024 οι μικροσωματιδιακοί ρύποι από πυρκαγιές συνδέθηκαν με περίπου 154.000 θανάτους παγκοσμίως, αριθμός - ρεκόρ που αντανακλά την αυξανόμενη ένταση και συχνότητα των μεγάλων πυρκαγιών.
Γιατί η Αττική βρίσκεται στην πρώτη γραμμή
Οι δύο πρόσφατες πυρκαγιές δεν συνέβησαν τυχαία σε περιοχές με έντονη δραστηριότητα. Τόσο το Θριάσιο Πεδίο όσο και η δυτική Θεσσαλονίκη αποτελούν από τις σημαντικότερες βιομηχανικές ζώνες της χώρας, όπου συνυπάρχουν μονάδες παραγωγής, αποθήκες, εγκαταστάσεις ανακύκλωσης, κέντρα logistics, λιμενικές υποδομές και μεγάλοι οδικοί άξονες.
Στην περίπτωση της Αττικής, το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα. Στην ίδια περιφέρεια συγκεντρώνεται σχεδόν ο μισός πληθυσμός της χώρας, το μεγαλύτερο μέρος της οδικής κυκλοφορίας, τα δύο μεγάλα διυλιστήρια του Θριασίου, εκτεταμένες βιομηχανικές εγκαταστάσεις, το μεγαλύτερο λιμάνι της χώρας, αλλά και εκατοντάδες αποθηκευτικοί χώροι και επιχειρήσεις διαχείρισης υλικών.
Αυτό σημαίνει ότι η ατμόσφαιρα επιβαρύνεται καθημερινά από πολλές διαφορετικές πηγές εκπομπών. Όταν προστεθεί ένα μεγάλο περιστατικό πυρκαγιάς, δεν ξεκινά από μια «καθαρή» ατμόσφαιρα, αλλά έρχεται να επιβαρύνει ένα περιβάλλον που ήδη βρίσκεται υπό πίεση.
Η ίδια η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Περιβάλλοντος επισημαίνει ότι στην Ελλάδα οι σημαντικότερες επιπτώσεις της ατμοσφαιρικής ρύπανσης εξακολουθούν να καταγράφονται κυρίως στα μεγάλα αστικά κέντρα, με την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη να εμφανίζουν τη μεγαλύτερη επιβάρυνση από τα λεπτά αιωρούμενα σωματίδια PM2.5, τα οποία εξακολουθούν να αποτελούν έναν από τους βασικότερους παράγοντες πρόωρης θνησιμότητας.
Το πραγματικό κενό βρίσκεται στην επόμενη ημέρα
Τα πρόσφατα περιστατικά ανέδειξαν και ένα δεύτερο ζήτημα. Η Ελλάδα διαθέτει μηχανισμούς πυρόσβεσης, επιχειρησιακά σχέδια και δίκτυο σταθερών σταθμών παρακολούθησης της ποιότητας του αέρα. Εκεί όπου εξακολουθεί να υπάρχει κενό είναι τόσο στην πρόληψη όσο και στη διαχείριση της επόμενης ημέρας: στην παρακολούθηση του τοξικού νέφους και στην έγκαιρη ενημέρωση των πολιτών για τους κινδύνους που εξακολουθούν να υπάρχουν μετά την κατάσβεση.
Σήμερα, οι πολίτες ενημερώνονται κυρίως με γενικές οδηγίες όπως το να περιορίσουν τις μετακινήσεις τους ή να παραμείνουν σε εσωτερικούς χώρους όταν υπάρχει έντονος καπνός. Πολύ πιο δύσκολα μπορούν όμως να γνωρίζουν εάν το νέφος κινείται προς τη δική τους γειτονιά, ποιοι ρύποι κυριαρχούν εκείνη τη στιγμή ή πότε η ατμόσφαιρα έχει πραγματικά επανέλθει σε ασφαλή επίπεδα.
Αυτό είναι ακριβώς το πεδίο στο οποίο επενδύουν πλέον πολλές ευρωπαϊκές πόλεις που αντιμετωπίζουν αντίστοιχες προκλήσεις. Στην Καταλονία, για παράδειγμα, οι υπηρεσίες πολιτικής προστασίας αξιοποιούν προγνωστικά μοντέλα διασποράς καπνού σε συνδυασμό με δεδομένα ποιότητας αέρα, ώστε να εκτιμάται έγκαιρα ποιες περιοχές είναι πιθανό να επηρεαστούν. Παράλληλα, το ευρωπαϊκό πρόγραμμα Copernicus Atmosphere Monitoring Service (CAMS) παρέχει επιχειρησιακές προβλέψεις για τη μεταφορά καπνού, τις συγκεντρώσεις PM2.5 και την εξέλιξη της ατμοσφαιρικής ρύπανσης σε όλη την Ευρώπη, επιτρέποντας στις αρχές να σχεδιάζουν εγκαίρως μέτρα προστασίας.
Για την Αττική, όπου η έκθεση του πληθυσμού είναι πολύ μεγαλύτερη από ό,τι σε μια απομακρυσμένη δασική περιοχή, μια τέτοια προσέγγιση θα μπορούσε να σημαίνει πολύ πιο στοχευμένες παρεμβάσεις: κινητούς σταθμούς μέτρησης που εγκαθίστανται άμεσα γύρω από το σημείο της πυρκαγιάς, χαρτογράφηση της πορείας του νέφους ανά γειτονιά, αξιοποίηση δορυφορικών δεδομένων σε πραγματικό χρόνο και ψηφιακές ειδοποιήσεις προς τους πολίτες ανάλογα με το επίπεδο κινδύνου.
Όπως φαίνεται, έπειτα από χρόνια επενδύσεων στην επιχειρησιακή αντιμετώπιση των πυρκαγιών, η επόμενη πρόκληση δεν αφορά μόνο την κατάσβεση. Αφορά την ικανότητα των αρχών να γνωρίζουν με ακρίβεια πότε η ατμόσφαιρα είναι ξανά ασφαλής για τους κατοίκους.



