Είναι γεγονός ότι η θέση της Τουρκίας στον κόσμο έχει αλλάξει αισθητά, παρότι εξακολουθεί να μην είναι μέλος της ΕΕ. Διαθέτει έναν μεγάλο στρατό, μια δυναμική αμυντική βιομηχανία και έναν ηγέτη με τη μοναδική ικανότητα να κερδίζει την εύνοια του Ντόναλντ Τραμπ.
Καθώς οι ηγέτες του ΝΑΤΟ συναντώνται σήμερα στο προεδρικό συγκρότημα Μπεστεπέ, όλα τα βλέμματα είναι στραμμένα στα εν δυνάμει «δώρα» που θα μπορούσε να κομίσει το Ντόναλντ Τραμπ στην Άγκυρα, αλλά και στις διμερείς συναντήσεις που θα έχει με τον Τούρκο ομόλογό του, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.
Πώς η Τουρκία έγινε ζωτικής σημασίας για το ΝΑΤΟ
Μόλις πριν από λίγα χρόνια, η Τουρκία θεωρούνταν το «προβληματικό παιδί» του ΝΑΤΟ. Ενοχλούσε τους συμμάχους της καθυστερώντας τις αιτήσεις ένταξης χωρών που επιθυμούσαν να ενταχθούν στη στρατιωτική συμμαχία, όπως η Σουηδία, αρνήθηκε να εφαρμόσει τις δυτικές κυρώσεις κατά της Ρωσίας εξαιτίας του πολέμου στην Ουκρανία, ο Ερντογάν αποκαλούσε τον Ρώσο ομόλογό του, Βλαντίμιρ Πούτιν, «αγαπητό φίλο», την ώρα που Ευρωπαίοι και Αμερικανοί αξιωματούχοι εξέφραζαν έντονη ανησυχία για τις αυταρχικές τάσεις του Ερντογάν.
Ωστόσο, οι διεθνείς εξελίξεις των τελευταίων ετών - ανάμεσά τους οι πόλεμοι στην Ουκρανία και το Ιράν, καθώς και η επιστροφή του προέδρου Τραμπ στον Λευκό Οίκο - άλλαξαν τα δεδομένα για τον Ερντογάν. Ξαφνικά, η Τουρκία εμφανίζεται ολοένα και πιο απαραίτητη για τη Συμμαχία, όπως χαρακτηριστικά αναφέρουν οι NYT.
Υπό αυτές τις συνθήκες, ο Ερντογάν υποδέχεται σήμερα τους ηγέτες του ΝΑΤΟ στην τουρκική πρωτεύουσα για τη σύνοδο κορυφής ως ο ηγέτης μιας χώρας της οποίας τα στρατηγικά πλεονεκτήματα θεωρούνται πλέον καθοριστικά για το μέλλον του ΝΑΤΟ, με τις ανησυχίες για την ολοένα και πιο αυταρχική διακυβέρνησή του να έχουν, προς το παρόν, περάσει σε δεύτερη μοίρα.
Η Τουρκία υπό νέο πρίσμα
Τα τελευταία χρόνια οδήγησαν σε μια νέα εκτίμηση του ρόλου και της συνεισφοράς της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ. Το εκτεταμένο δίκτυο διπλωματικών σχέσεων της χώρας δεν περιορίζεται στις μεγάλες δυνάμεις της Ανατολής και της Δύσης, αλλά εκτείνεται επίσης στα Βαλκάνια, την Αφρική και τη Μέση Ανατολή. Η Άγκυρα αξιοποίησε αυτές τις σχέσεις για να διαμεσολαβήσει σε μια σειρά από διεθνείς κρίσεις, σύμφωνα με την αμερικανική εφημερίδα.
Συνέβαλε στην αποτροπή της βύθισης της Συρίας στο χάος μετά την πτώση του Μπασάρ αλ Άσαντ το 2024. Αξιοποίησε τις σχέσεις της με την παλαιστινιακή οργάνωση Χαμάς στις ειρηνευτικές συνομιλίες που αποσκοπούσαν στον τερματισμό του πολέμου στη Γάζα. Παράλληλα, διατήρησε διαύλους επικοινωνίας με το Ιράν καθ' όλη τη διάρκεια του πολέμου, παρά το γεγονός ότι βρέθηκε στο στόχαστρο ιρανικών πυραυλικών επιθέσεων.
Ωστόσο, τίποτα δεν συνέβαλε περισσότερο στην αναθεώρηση της σημασίας της Τουρκίας για το ΝΑΤΟ από τον πόλεμο στην Ουκρανία και την επιφυλακτική στάση του Ντόναλντ Τραμπ απέναντι στη Συμμαχία. Οι εξελίξεις αυτές ενίσχυσαν τις ανησυχίες σχετικά με το πώς θα παραχθεί ο απαραίτητος στρατιωτικός εξοπλισμός για τη στήριξη της Ουκρανίας, την αποτροπή της Ρωσίας και τη διατήρηση της ισχύος της Συμμαχίας σε περίπτωση που οι Ηνωμένες Πολιτείες περιορίσουν τη συμμετοχή τους. Μέσα σε αυτό το νέο περιβάλλον, η Τουρκία απέκτησε διαφορετική στρατηγική αξία.
Η Τουρκία διαθέτει τον δεύτερο μεγαλύτερο στρατό του ΝΑΤΟ μετά τις ΗΠΑ. Ελέγχει τη θαλάσσια πρόσβαση προς τη Μαύρη Θάλασσα και αποτελεί βασικό πυλώνα της νότιας πτέρυγας της Συμμαχίας. Διαθέτει επίσης μια ταχέως αναπτυσσόμενη αμυντική βιομηχανία, η οποία πραγματοποίησε εξαγωγές άνω των 10 δισ. δολαρίων το προηγούμενο έτος, καλύπτοντας ένα ευρύ φάσμα οπλικών συστημάτων, από βλήματα πυροβολικού έως μη επανδρωμένα αεροσκάφη (drones).
Οι τουρκικές αμυντικές εταιρείες είναι γνωστές για την παραγωγή οπλικών συστημάτων ταχύτερα και με χαμηλότερο κόστος σε σύγκριση με πολλούς δυτικούς κατασκευαστές.
Δεν είναι ακόμη σαφές ποια συγκεκριμένα οφέλη μπορεί να αποκομίσει η Τουρκία από τη σύνοδο κορυφής αυτής της εβδομάδας, την πρώτη που πραγματοποιείται στη χώρα από το 2004, όταν πρόεδρος των ΗΠΑ ήταν ο Τζορτζ Μπους και ο Ερντογάν βρισκόταν στην πρώτη του θητεία ως πρωθυπουργός. Ο Τραμπ δεν απέκλεισε οι ΗΠΑ να πωλήσουν στην Τουρκία προηγμένα μαχητικά αεροσκάφη F-35, τα οποία η Άγκυρα δεν είχε τη δυνατότητα να αποκτήσει μετά την αγορά του ρωσικού αντιαεροπορικού συστήματος S-400 το 2019.
Ωστόσο, ο Ερντογάν μπορεί ήδη να θεωρήσει ότι έχει εξασφαλίσει μία σημαντική διπλωματική επιτυχία πριν ακόμη ξεκινήσει η σύνοδος. Χωρίς τη δική του παρουσία, ο Τραμπ ενδεχομένως να μην είχε συμφωνήσει καν να συμμετάσχει. «Αν δεν γινόταν στην Τουρκία, με οικοδεσπότη τον πρόεδρο Ερντογάν, δεν νομίζω ότι θα πήγαινα», δήλωσε ο Τραμπ σε δημοσιογράφους από το Οβάλ Γραφείο.
Eνίσχυση του εσωτερικού ελέγχου
Παρά τη στρατηγική σημασία της Τουρκίας, το επίπεδο εμπιστοσύνης μεταξύ της Άγκυρας και ορισμένων άλλων κρατών-μελών του ΝΑΤΟ παραμένει χαμηλό, εξαιτίας των πολιτικών διαφορών και των ανησυχιών σχετικά με τη δέσμευση του Ερντογάν στις δημοκρατικές αρχές. Παράλληλα, η Τουρκία έχει εκφράσει τη δυσαρέσκειά της επειδή αποκλείεται από τις προσπάθειες ενίσχυσης της ευρωπαϊκής άμυνας μέσω της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της οποίας δεν αποτελεί μέλος.
Προς το παρόν, όμως, η ανάγκη του ΝΑΤΟ να διατηρήσει στενή συνεργασία με την Τουρκία προσφέρει στον Ερντογάν ένα σημαντικό πολιτικό πλεονέκτημα: τη σιωπή των συμμάχων απέναντι στη συνεχιζόμενη συγκέντρωση εξουσιών στο εσωτερικό της χώρας. Ο σημαντικότερος αντίπαλός του και πιθανός υποψήφιος της αντιπολίτευσης για την προεδρία, ο πρώην δήμαρχος Κωνσταντινούπολης Εκρέμ Ιμάμογλου, παραμένει στη φυλακή, υπερασπιζόμενος τον εαυτό του σε μια δίκη που πολλοί χαρακτηρίζουν πολιτικά υποκινούμενη.
Παράλληλα, τουρκικό δικαστήριο απομάκρυνε πρόσφατα την ηγεσία του μεγαλύτερου κόμματος της αντιπολίτευσης, αντικαθιστώντας την με τον ίδιο πολιτικό που είχε ηττηθεί από τον Ερντογάν στις προεδρικές εκλογές του 2023. Σε ιδιωτικές συνομιλίες, αξιωματούχοι κρατών-μελών του ΝΑΤΟ εκφράζουν ανησυχίες για τον βαθμό στον οποίο η Τουρκία εξακολουθεί να συμμερίζεται τις θεμελιώδεις αξίες της Συμμαχίας, όπως η ατομική ελευθερία, η δημοκρατία, τα ανθρώπινα δικαιώματα και το κράτος δικαίου.
Δημόσια, όμως, ελάχιστοι είναι διατεθειμένοι να διατυπώσουν ανάλογες επικρίσεις, καθώς οι αυξανόμενες ανησυχίες για την ασφάλεια των ίδιων των ευρωπαϊκών χωρών έχουν μετατοπίσει τις προτεραιότητες. Όπως δήλωσε πρόσφατα στους NYT πρώην πρέσβης των ΗΠΑ στην Τουρκία, «για τους Ευρωπαίους σήμερα, ο λύκος που βρίσκεται έξω από την πόρτα δεν είναι η κατάσταση της τουρκικής δημοκρατίας».
Το βασικό ζητούμενο της συνόδου κορυφής αυτής της εβδομάδας είναι η διαμόρφωση ενός νέου μοντέλου λειτουργίας του ΝΑΤΟ, καθώς ο Ντόναλντ Τραμπ επιδιώκει τη μείωση του αμερικανικού βάρους στη Βορειοαντλαντική Συμμαχία και ασκεί πιέσεις στις υπόλοιπες χώρες - μέλη να αναλάβουν μεγαλύτερο μερίδιο των αμυντικών υποχρεώσεών τους.

Οι ενστάσεις της ΕΕ
Ωστόσο, οι σχέσεις ΕΕ–Τουρκίας παραμένουν αντιφατικές. Από τη μία πλευρά, η Ύπατη Εκπρόσωπος της ΕΕ για την Εξωτερική Πολιτική, Κάγια Κάλας, έχει αναγνωρίσει τον ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο της Τουρκίας στην ευρωπαϊκή ασφάλεια. Από την άλλη, η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, έχει υποστηρίξει ότι η ένταξη των χωρών των Δυτικών Βαλκανίων στην ΕΕ θα μπορούσε να περιορίσει την τουρκική επιρροή στην περιοχή. Η έλλειψη ενιαίας ευρωπαϊκής στρατηγικής αντικατοπτρίζει τις διαφορετικές προτεραιότητες και ανησυχίες των κρατών-μελών.
Βασικό σημείο τριβής αποτελεί η απόκλιση της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής από τις θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Άγκυρα δεν συμμετείχε στις ευρωπαϊκές κυρώσεις κατά της Ρωσίας μετά την εισβολή στην Ουκρανία, ενώ ακολουθεί διαφορετική πολιτική έναντι του Ιράν και των συμμάχων του στη Μέση Ανατολή. Επιπλέον, η Τουρκία παραμένει αποκλεισμένη από τα ευρωπαϊκά προγράμματα ασφάλειας και άμυνας, όπως το χρηματοδοτικό πρόγραμμα SAFE, κυρίως λόγω των αντιρρήσεων της Ελλάδας και της Κυπριακής Δημοκρατίας, οι οποίες επικαλούνται τις τουρκικές απειλές κατά της ελληνικής κυριαρχίας και τη συνεχιζόμενη κατοχή του βόρειου τμήματος της Κύπρου από το 1974.
Αναλυτές εκτιμούν ότι η Τουρκία θα αξιοποιήσει τη συγκυρία και τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ για να προωθήσει νέες διμερείς αμυντικές συμφωνίες με ευρωπαϊκές χώρες. Παρότι ο ιδιωτικός αμυντικός τομέας στην Ευρώπη εμφανίζεται πρόθυμος να ενισχύσει τη συνεργασία με την τουρκική βιομηχανία, οι πολιτικές αντιρρήσεις εξακολουθούν να περιορίζουν τις δυνατότητες μιας συνολικής συμφωνίας. Η πλήρης συμμετοχή της Τουρκίας στο πρόγραμμα SAFE θα διευκόλυνε τον συντονισμό της ευρωπαϊκής αμυντικής πολιτικής, όμως προσκρούει στις επιφυλάξεις της Αθήνας και της Λευκωσίας.
Η κατάσταση περιπλέκεται ακόμη περισσότερο από τις τεταμένες σχέσεις Τουρκίας–Ισραήλ. Η Άγκυρα έχει υιοθετήσει ιδιαίτερα επικριτική στάση απέναντι στο Ισραήλ, με τον υπουργό Εξωτερικών Χακάν Φιντάν να χαρακτηρίζει τη χώρα «κοινό πρόβλημα για την ανθρωπότητα». Αντίστοιχα, η ισραηλινή κυβέρνηση καλεί την Ευρωπαϊκή Ένωση να μην αγνοεί τις στενές σχέσεις της Τουρκίας με τη Χαμάς, την οποία η ΕΕ χαρακτηρίζει τρομοκρατική οργάνωση. Παράλληλα, το Ισραήλ και η Ελλάδα αντιδρούν στις τουρκικές προσπάθειες επανένταξης στο πρόγραμμα των μαχητικών αεροσκαφών F-35, εκτιμώντας ότι μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να διαταράξει την ισορροπία ισχύος στην Ανατολική Μεσόγειο.



