Οι θερινές εκπτώσεις κάποια στιγμή τελειώνουν. Τα μηνύματα όμως που αφήνουν πίσω τους είναι πολύ σημαντικότερα από έναν ακόμη απολογισμό τζίρου. Προφανώς, θα έρθουν τα επίσημα στοιχεία και θα τα αξιολογήσουμε.
Στον Πειραιά έχουμε ήδη τη δική μας εικόνα μέσα από την επαφή και την έρευνα στις επιχειρήσεις της πόλης. Όμως το σημαντικότερο μήνυμα δεν βρίσκεται σε ένα ποσοστό πάνω ή κάτω. Βρίσκεται στην κοινή αίσθηση που μεταφέρουν οι τοπικές αγορές σε ολόκληρη την Ελλάδα.
Ο καταναλωτής είναι στην αγορά. Αλλά δεν είναι πια ο ίδιος καταναλωτής. Και η επιχείρηση που έχει απέναντί του δεν μπορεί πλέον να είναι η ίδια επιχείρηση. Αυτή είναι, κατά τη γνώμη μου, η σημαντικότερη παρακαταθήκη της φετινής εκπτωτικής περιόδου.
Ο σημερινός καταναλωτής συγκρίνει περισσότερο, περιμένει, ψάχνει, ενημερώνεται, αξιολογεί. Η ακρίβεια τον έχει κάνει περισσότερο επιλεκτικό και η τεχνολογία περισσότερο απαιτητικό. Έχει στο κινητό του την τοπική αγορά, τα μεγάλα brands, τα marketplaces και τις διεθνείς πλατφόρμες.
Και πάνω απ' όλα έχει έναν συγκεκριμένο οικογενειακό προϋπολογισμό. Όταν προηγούνται η στέγη, τα τρόφιμα, η ενέργεια και οι μετακινήσεις, το ποσό που απομένει για την υπόλοιπη κατανάλωση περιορίζεται. Γι' αυτό υπάρχει μία φράση που συνοψίζει ίσως καλύτερα όσα είδαμε: Οι εκπτώσεις μειώνουν τις τιμές. Δεν αυξάνουν το διαθέσιμο εισόδημα.
Από την άλλη πλευρά του ταμείου βρίσκεται η επιχείρηση. Και εκεί υπάρχει μια εξίσου μεγάλη αλλαγή. Για χρόνια συζητούσαμε σχεδόν αποκλειστικά για τον τζίρο. Σήμερα αυτό δεν αρκεί. Ο τζίρος δεν είναι κέρδος.
Μια επιχείρηση μπορεί να εμφανίζει αυξημένες ονομαστικές πωλήσεις και ταυτόχρονα να βλέπει την πραγματική της κερδοφορία να συρρικνώνεται. Ενέργεια, ενοίκια, μισθοδοσία, ασφαλιστικές και φορολογικές υποχρεώσεις, χρηματοδότηση, τραπεζικές χρεώσεις, POS, λογιστική υποστήριξη, ψηφιακές υποχρεώσεις και ένα διαρκώς αυξανόμενο κόστος συμμόρφωσης δημιουργούν μια συσσώρευση που δεν αποτυπώνεται στη βιτρίνα ούτε στον τζίρο.
Δεν υπάρχει απαραίτητα ένα κόστος που κλείνει μια επιχείρηση. Υπάρχουν πολλά κόστη που, όταν συσσωρεύονται, μπορούν να κάνουν ακόμη και μια λειτουργική επιχείρηση ευάλωτη. Αυτή είναι η νέα πραγματικότητα: ένας καταναλωτής που δυσκολεύεται να πληρώσει περισσότερο και μια επιχείρηση που δυσκολεύεται να πουλήσει φθηνότερα. Ανάμεσά τους βρίσκεται το ελληνικό εμπόριο.
Και εδώ θεωρώ ότι πρέπει να αλλάξει και η δημόσια συζήτηση. Δεν αρκεί πλέον να συζητάμε κάθε εκπτωτική περίοδο εάν ο τζίρος αυξήθηκε ή μειώθηκε κατά μερικές ποσοστιαίες μονάδες. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι ποιο εμπόριο θέλουμε να έχουμε σε πέντε ή δέκα χρόνια.
Θέλουμε σύγχρονες επιχειρήσεις, που επενδύουν στην τεχνολογία, συνδυάζουν φυσικό και ψηφιακό κατάστημα, αξιοποιούν την τεχνητή νοημοσύνη, επενδύουν στους ανθρώπους τους, δημιουργούν ισχυρά brands και μπορούν να απευθυνθούν όχι μόνο στον Έλληνα καταναλωτή αλλά και στον επισκέπτη και στις διεθνείς αγορές.
Αυτό όμως απαιτεί και μια νέα συμφωνία με την Πολιτεία. Οι επιχειρήσεις οφείλουν να αλλάξουν. Να γίνουν παραγωγικότερες, ψηφιακότερες, εξωστρεφέστερες και πιο ανταγωνιστικές. Αλλά και η Πολιτεία οφείλει να δημιουργήσει το περιβάλλον μέσα στο οποίο αυτή η μετάβαση μπορεί πραγματικά να συμβεί: με πρόσβαση στη χρηματοδότηση, χαμηλότερο λειτουργικό και διοικητικό κόστος, απλούστερους κανόνες και πραγματικά ίσους όρους ανταγωνισμού.
Γιατί η χώρα συζητά –και σωστά– για την αλλαγή του παραγωγικού της μοντέλου, για περισσότερη παραγωγή, μεταποίηση και εξαγωγές. Ας μην ξεχνάμε όμως κάτι θεμελιώδες: Χωρίς ισχυρές και σύγχρονες εμπορικές επιχειρήσεις, ποιος θα φέρει αυτά τα προϊόντα στον καταναλωτή και στις διεθνείς αγορές;
Οι εκπτώσεις, λοιπόν, δεν μας άφησαν μόνο έναν λογαριασμό. Μας έδειξαν μια αγορά που αλλάζει μπροστά στα μάτια μας. Και το μεγάλο στοίχημα δεν είναι να προστατεύσουμε το εμπόριο από αυτή την αλλαγή. Είναι να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις ώστε το ελληνικό εμπόριο να πρωταγωνιστήσει σε αυτήν.



