Για το προσωπικό στοίχημα της ιστορικής τρίτης θητείας του μιλά ο μακροβιότερος Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας στο πλαίσιο συνέντευξης που παραχώρησε στην εφημερίδα «Το Μανιφέστο». Αναφέρεται, επίσης, στις δραματικές στιγμές που έζησε η χώρα με το δημοψήφισμα και τα capital controls, αναλύει τις μεταρρυθμιστικές προκλήσεις της ελληνικής οικονομίας, προτείνει τη δική του συνταγή για μια ανταγωνιστική Ευρώπη και ξεκαθαρίζει το πολιτικό του στίγμα, απαντώντας για το αν το «κάστρο» του παραμένει αποκλειστικά θεσμικό.
Αναλυτικά, η συνέντευξη:
Κύριε Διοικητά, είστε ήδη ο μακροβιότερος Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος στη μεταπολιτευτική περίοδο και εισέρχεστε σε μια ιστορική τρίτη συνεχόμενη θητεία. Μετά από 12 χρόνια στο τιμόνι της Τράπεζας της Ελλάδος και έχοντας διαχειριστεί πρωτοφανείς κρίσεις, τι είναι αυτό που σας δίνει κίνητρο σε αυτή τη νέα εξαετία;
Το πρώτο που αισθάνομαι δεν είναι το βάρος της διάρκειας, αλλά το βάρος της ευθύνης. Η ανανέωση της θητείας μου για τρίτη συνεχή φορά αποτελεί μεγάλη τιμή και, ταυτόχρονα, μια ισχυρή δέσμευση να συνεχίσω να υπηρετώ την Τράπεζα της Ελλάδος και τη χώρα με ανεξαρτησία, συνέπεια και προσήλωση στην αποστολή του θεσμού.
Το βασικό μου κίνητρο παραμένει το ίδιο: η διασφάλιση της νομισματικής και χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και η συμβολή, στο μέτρο του θεσμικού μας ρόλου, στη βιώσιμη ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας. Οι προκλήσεις σήμερα είναι διαφορετικές, αλλά όχι λιγότερο απαιτητικές: η γεωπολιτική αβεβαιότητα, οι πληθωριστικές πιέσεις, η κλιματική αλλαγή και ο ψηφιακός μετασχηματισμός, διαμορφώνουν ένα περιβάλλον που απαιτεί διαρκή εγρήγορση και προσαρμογή.
Παράλληλα, το μεγάλο εθνικό στοίχημα των επόμενων ετών είναι η πραγματική σύγκλιση με την Ευρώπη, σε όρους παραγωγικότητας, εισοδημάτων και ευημερίας. Η σύγκλιση αυτή δεν είναι αυτόματη ούτε εξασφαλίζεται από λίγα χρόνια υψηλότερης ανάπτυξης. Απαιτεί συνέχιση και επιτάχυνση των μεταρρυθμίσεων που ενισχύουν τις επενδύσεις, την παραγωγικότητα, την απασχόληση και την αποτελεσματικότητα των θεσμών. Απαιτεί επίσης σταθερή προσήλωση στη δημοσιονομική υπευθυνότητα. Η δημοσιονομική υπευθυνότητα δεν είναι αντίπαλος της ανάπτυξης· είναι προϋπόθεση για να έχει η ανάπτυξη διάρκεια και για να μη μεταφέρουμε βάρη στις επόμενες γενιές.
Το 2028 η Τράπεζα της Ελλάδος συμπληρώνει εκατό χρόνια λειτουργίας. Ένας σημαντικός στόχος αυτής της εξαετίας είναι να παραδώσουμε έναν θεσμό ακόμη πιο ισχυρό, σύγχρονο, αξιόπιστο και χρήσιμο για την κοινωνία. Άλλωστε, η σταθερότητα των τιμών, η ευστάθεια του χρηματοπιστωτικού συστήματος και η υγιής οικονομική ανάπτυξη δεν είναι αφηρημένες έννοιες· επηρεάζουν άμεσα το εισόδημα, τις αποταμιεύσεις και τις προοπτικές των πολιτών. Αυτή η ευθύνη είναι και το ισχυρότερο κίνητρό μου.
Από τα σκληρά χρόνια των μνημονίων ως Υπουργός Οικονομικών, μέχρι τα capital controls και την πρόσφατη πληθωριστική κρίση, βρεθήκατε στο επίκεντρο των γεγονότων. Ποια ήταν η πιο δύσκολη, η πιο “μοναχική” στιγμή αυτής της διαδρομής, όπου νιώσατε ότι έκρινε το μέλλον της χώρας;
Αν πρέπει να ξεχωρίσω την πιο δύσκολη και μοναχική στιγμή, θα επέλεγα τις ημέρες από την προκήρυξη του δημοψηφίσματος στα τέλη Ιουνίου 2015 μέχρι τη συμφωνία της 12ης Ιουλίου 2015. Τότε η χώρα έφθασε πιο κοντά από ποτέ στο χείλος του γκρεμού. Οι τράπεζες είχαν κλείσει, είχαν επιβληθεί περιορισμοί στην κίνηση κεφαλαίων και ο κίνδυνος μιας ανεξέλεγκτης εξέλιξης δεν ήταν πλέον θεωρητικός. Ήταν άμεσος και πραγματικός.
Για μένα προσωπικά, εκείνες οι ημέρες είχαν ένα πρόσθετο, ιδιαίτερα οδυνηρό βάρος. Από το 1994 έως το 2000 είχα συμμετάσχει ενεργά στην προετοιμασία και στις διαπραγματεύσεις για την ένταξη της Ελλάδας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση. Ήμουν ένας από τους ανθρώπους που εργάστηκαν για να ενταχθεί η χώρα στον πυρήνα της Ευρώπης. Χρειάστηκαν χρόνια προσπαθειών, μεταρρυθμίσεων και θυσιών για να αποκτήσουμε αξιοπιστία και να πετύχουμε αυτόν τον ιστορικό στόχο. Δεν μπορούσα τότε να φανταστώ ότι, δεκαπέντε χρόνια αργότερα, ως Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, θα καλούμουν να αντιμετωπίσω το ενδεχόμενο να ανατραπεί όλη αυτή η πορεία.
Και πρέπει να είμαστε ειλικρινείς: ο κίνδυνος αυτός δεν προέκυψε ως αναπόφευκτη συνέπεια κάποιου εξωτερικού γεγονότος. Επιδεινώθηκε από την ανεπαρκή πολιτική διαχείριση, από μια διαπραγμάτευση χωρίς σαφή στρατηγική και χωρίς ρεαλιστική εκτίμηση των συσχετισμών. Οι προειδοποιήσεις δεν εισακούστηκαν. Όσο η διαπραγμάτευση παρατεινόταν, η οικονομία έχανε πολύτιμο χρόνο και ρευστότητα, ενώ η εμπιστοσύνη που είχε οικοδομηθεί με κόπο τα προηγούμενα χρόνια εξανεμιζόταν, επιδεινώνοντας τις οικονομικές προοπτικές της χώρας.
Το Σαββατοκύριακο που αποφασίστηκε ότι οι τράπεζες δεν μπορούσαν να ανοίξουν τη Δευτέρα παραμένει χαραγμένο στη μνήμη μου. Βλέπαμε την αγωνία των πολιτών, τις ουρές στα ΑΤΜ και τον φόβο να εξαπλώνεται. Να το πω ωμά: φοβόμασταν ακόμη και αιματοχυσία. Εκείνες τις ημέρες δεν υπήρχε περιθώριο λάθους. Τα στελέχη της Τράπεζας εργάζονταν αδιάκοπα για να διατηρηθεί όρθιο το τραπεζικό σύστημα, να εξασφαλιστεί η αναγκαία ρευστότητα και να συνεχιστεί ο ομαλός εφοδιασμός της οικονομίας με μετρητά. Γνώριζα, παράλληλα, ότι μια αποτυχία επίτευξης συμφωνίας δεν θα είχε μόνο τραπεζικές συνέπειες. Θα μπορούσε να οδηγήσει σε ρήξη με την Ευρώπη και να αλλάξει την πορεία της χώρας για πολλές γενιές.
Εκεί αισθάνθηκα ίσως περισσότερο από ποτέ τη μοναξιά της ευθύνης. Η Τράπεζα της Ελλάδος όφειλε να προειδοποιεί με σαφήνεια για τις συνέπειες μιας αποτυχίας στις διαπραγματεύσεις, σε ένα εξαιρετικά πολωμένο περιβάλλον, όπου κάθε προειδοποίηση αντιμετωπιζόταν συχνά με καχυποψία ή ακόμη και εχθρότητα. Έπρεπε να επιμένω ότι η Ελλάδα όφειλε να παραμείνει στο ευρώ, όταν γύρω μας υπήρχαν φωνές που αντιμετώπιζαν τη ρήξη σχεδόν ως μια εύκολη ή ανώδυνη επιλογή. Ως Διοικητής, όμως, είχα υποχρέωση να λέω την αλήθεια και να υπερασπίζομαι την ανεξαρτησία του θεσμού, ανεξάρτητα από τις αντιδράσεις και το προσωπικό κόστος. Είχα εργαστεί για να μπει η χώρα στον πυρήνα της Ευρώπης· δεν μπορούσα να παρακολουθήσω αμέτοχος μια πορεία που θα οδηγούσε σε ρήξη με την Ευρώπη και θα ήταν καταστροφική για τη χώρα.
Η ελληνική οικονομία καταγράφει ρυθμούς ανάπτυξης υψηλότερους από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, προσελκύοντας επενδύσεις. Ωστόσο, η μέση ελληνική οικογένεια πιέζεται ακόμη από την ακρίβεια. Ποιες διαρθρωτικές αλλαγές απαιτούνται ώστε αυτή η μακροοικονομική επιτυχία να μεταφραστεί σε αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος;
Η πρόοδος της ελληνικής οικονομίας τα τελευταία χρόνια συνοδεύεται από μεγαλύτερη έμφαση στις επενδύσεις και στη σταδιακή αλλαγή του παραγωγικού της προτύπου. Μεταξύ 2020 και 2025, ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου αυξήθηκε κατά περίπου 80% σε πραγματικούς όρους, ενώ το μερίδιο των επενδύσεων στο ΑΕΠ αυξήθηκε από 12,3% σε 16,9%, το υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων δεκαέξι ετών. Η ανάκαμψη αυτή συμβάλλει στη σταδιακή κάλυψη του μεγάλου επενδυτικού κενού που άφησε η κρίση. Μάλιστα, το 2025 η συμβολή των επενδύσεων στον ρυθμό ανάπτυξης υπερέβη εκείνη της ιδιωτικής κατανάλωσης. Η ανάκαμψη των επενδύσεων, με την καταλυτική συμβολή των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και των ευρωπαϊκών διαρθρωτικών ταμείων, στηρίζει τον εκσυγχρονισμό της παραγωγής. Δημιουργείται, επομένως, μια ουσιαστική βάση για την αύξηση της παραγωγικότητας και τη δημιουργία καλύτερα αμειβόμενων θέσεων εργασίας.
Η αναπτυξιακή αυτή δυναμική έχει ήδη θετικό αποτύπωμα στα εισοδήματα. Η σημαντική αποκλιμάκωση της ανεργίας και η αύξηση της απασχόλησης αποτελούν ίσως τον σημαντικότερο μηχανισμό μέσω του οποίου η ανάπτυξη διαχέεται στην κοινωνία. Περισσότερες θέσεις εργασίας σημαίνουν περισσότερα εισοδήματα για τα νοικοκυριά και ευρύτερη συμμετοχή στα οφέλη της ανάπτυξης. Το 2025 το συνολικό πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών ήταν περίπου 9% υψηλότερο από το 2022. Αυτό, βεβαίως, δεν σημαίνει ότι κάθε οικογένεια έχει ωφεληθεί στον ίδιο βαθμό. Οι σωρευτικές αυξήσεις στις τιμές των τροφίμων, της ενέργειας και της στέγασης εξακολουθούν να επιβαρύνουν ιδιαίτερα τα χαμηλότερα εισοδήματα. Το ζητούμενο είναι η βελτίωση να αποκτήσει μεγαλύτερη διάρκεια και να διαχυθεί ευρύτερα στην κοινωνία.
Η αύξηση της παραγωγικότητας αποτελεί καθοριστική προϋπόθεση για τη διατηρήσιμη αύξηση των πραγματικών μισθών. Χρειάζονται περισσότερες επενδύσεις σε δραστηριότητες υψηλής προστιθέμενης αξίας και εξαγωγικού προσανατολισμού, ταχύτερη αξιοποίηση της τεχνολογίας και της καινοτομίας και ψηφιακή αναβάθμιση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Η απλούστευση των αδειοδοτήσεων, η μείωση της γραφειοκρατίας, η ταχύτερη απονομή δικαιοσύνης και η καλύτερη πρόσβαση στη χρηματοδότηση μπορούν να διευκολύνουν τις επιχειρήσεις να αναπτυχθούν, να επενδύσουν στον εξοπλισμό και στους εργαζομένους τους και να προσφέρουν υψηλότερες αμοιβές.
Εξίσου σημαντικές είναι οι αλλαγές στην εκπαίδευση, στην κατάρτιση και στη λειτουργία της αγοράς εργασίας. Η στενότερη σύνδεση των δεξιοτήτων με τις ανάγκες της παραγωγής και η αποτελεσματική επανειδίκευση εργαζομένων και ανέργων μπορούν να βελτιώσουν τις επαγγελματικές προοπτικές και να περιορίσουν τις ελλείψεις προσωπικού. Παράλληλα, η ενίσχυση της συμμετοχής στην αγορά εργασίας, ιδιαίτερα των νέων και των γυναικών, δημιουργούν δυνατότητες για πρόσθετο εισόδημα σε περισσότερα νοικοκυριά.
Η ενίσχυση των εισοδημάτων πρέπει να συνοδεύεται από παρεμβάσεις που περιορίζουν το κόστος ζωής. Ο αποτελεσματικότερος ανταγωνισμός στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών, η άρση των εμποδίων εισόδου νέων επιχειρήσεων και η μεγαλύτερη διαφάνεια στις τιμές μπορούν να ενισχύσουν την αγοραστική δύναμη. Σκοπός είναι οι μειώσεις του κόστους και τα οφέλη από την αύξηση της παραγωγικότητας να μεταφέρονται στον καταναλωτή.
Ιδιαίτερη προτεραιότητα έχουν η ενέργεια και η στέγαση, που απορροφούν σημαντικό μέρος του οικογενειακού προϋπολογισμού. Οι επενδύσεις σε δίκτυα, διασυνδέσεις, ΑΠΕ και αποθήκευση ενέργειας μπορούν να περιορίσουν το ενεργειακό κόστος. Στη στέγαση, χρειάζονται παρεμβάσεις που αυξάνουν την προσφορά κατοικιών.
Τέλος, η στοχευμένη μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης της εργασίας μπορεί να ενισχύσει τις καθαρές αποδοχές και τα κίνητρα για δηλωμένη απασχόληση, συμπληρώνοντας τις μεταρρυθμίσεις που αυξάνουν την παραγωγικότητα και τις ευκαιρίες εργασίας.
Έχετε επισημάνει επανειλημμένα την ύπαρξη στρεβλώσεων και δομικών προβλημάτων στην εγχώρια αγορά που συντηρούν τις υψηλές τιμές. Ποιες συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις χρειάζονται για να ενισχυθεί ο υγιής ανταγωνισμός, να σπάσουν ολιγοπωλιακές πρακτικές και να λειτουργήσει αποτελεσματικότερα η ελεύθερη αγορά;
Αρχικά, δεν θα απέδιδα τη σημερινή απόκλιση του ελληνικού πληθωρισμού από τον μέσο όρο της ευρωζώνης αποκλειστικά σε προβλήματα ανταγωνισμού. Αυτή η απόκλιση αντανακλά έναν συνδυασμό παραγόντων. Η ισχυρή εγχώρια και εξωτερική ζήτηση ασκεί πιέσεις στις τιμές. Το παραγωγικό κενό της ελληνικής οικονομίας παραμένει θετικό, με την οικονομική δραστηριότητα να υπερβαίνει το εκτιμώμενο δυνητικό της επίπεδο, ενώ στην ευρωζώνη συνολικά ήταν ελαφρώς αρνητικό την περίοδο 2024-25. Παράλληλα, ο πληθωρισμός των υπηρεσιών επηρεάζεται επίσης από τις αυξήσεις των αμοιβών και των ενοικίων, καθώς και από την υψηλή τουριστική ζήτηση, ενώ οι πρόσφατες ενεργειακές ανατιμήσεις επιβαρύνουν περαιτέρω το κόστος.
Οι εξελίξεις αυτές καθιστούν ακόμη σημαντικότερη την αντιμετώπιση των διαρθρωτικών στρεβλώσεων και των προβλημάτων ανταγωνισμού σε επιμέρους αγορές και κλάδους της οικονομίας, ώστε να ενισχυθεί η προσφορά και να περιοριστούν οι πιέσεις στις τελικές τιμές. Η αποτελεσματική λειτουργία της ελεύθερης αγοράς προϋποθέτει ανοικτές αγορές, σαφείς κανόνες και συνεπή εφαρμογή τους για όλους.
-Πρώτον, χρειάζεται ισχυρή και αποτελεσματική εφαρμογή της πολιτικής ανταγωνισμού. Η Επιτροπή Ανταγωνισμού χρειάζεται επαρκή στελέχωση, εξειδικευμένα εργαλεία ανάλυσης και πρόσβαση σε δεδομένα για τη συστηματική παρακολούθηση των αγορών και την έγκαιρη ανίχνευση πρακτικών συντονισμού, κατάχρησης δεσπόζουσας θέσης ή άλλων συμπεριφορών που περιορίζουν τον ανταγωνισμό. Παράλληλα, η νέα Ανεξάρτητη Αρχή Ελέγχου της Αγοράς και Προστασίας του Καταναλωτή μπορεί να λειτουργήσει συμπληρωματικά, ενισχύοντας την εποπτεία της αγοράς και την προστασία των καταναλωτών.-
-Δεύτερον, απαιτείται συστηματική άρση των κανονιστικών και διοικητικών εμποδίων που δυσχεραίνουν την είσοδο νέων επιχειρήσεων. Η απλούστευση των αδειοδοτήσεων, η μείωση της γραφειοκρατίας, η ταχύτερη επίλυση εμπορικών διαφορών και ένα σταθερό και προβλέψιμο ρυθμιστικό πλαίσιο μπορούν να μειώσουν το κόστος εισόδου και λειτουργίας. Παράλληλα, η καλύτερη πρόσβαση στη χρηματοδότηση μπορεί να βοηθήσει νέες και μικρότερες επιχειρήσεις να διεκδικήσουν ουσιαστικό μερίδιο στην αγορά.
-Τρίτον, χρειάζεται ακόμη μεγαλύτερη διαφάνεια στη διαμόρφωση των τιμών, ιδίως σε αγορές βασικών αγαθών και υπηρεσιών με υψηλή συγκέντρωση. Η συστηματική συλλογή και αξιοποίηση δεδομένων επιτρέπει στις αρμόδιες αρχές να εξετάζουν κατά πόσο οι μεταβολές στο κόστος παραγωγής και εισαγωγής μετακυλίονται στις τελικές τιμές και να εντοπίζουν φαινόμενα επίμονων αποκλίσεων που υποδηλώνουν ανεπαρκή ανταγωνισμό και χρειάζονται διερεύνηση.
-Τέταρτον, πρέπει να ενισχυθεί περαιτέρω η θέση του καταναλωτή. Η δυνατότητα εύκολης σύγκρισης τιμών, η μεγαλύτερη διαφάνεια στις χρεώσεις, οι απλούστερες διαδικασίες αλλαγής προμηθευτή και ο περιορισμός πρακτικών που αυξάνουν το κόστος μετακίνησης μεταξύ παρόχων μπορούν να ενισχύσουν τον ανταγωνισμό μεταξύ των επιχειρήσεων. Εξίσου σημαντική είναι η ανάπτυξη καταναλωτικής συνείδησης, μέσα από συστηματική ενημέρωση και εκπαίδευση. Ο καταναλωτής χρειάζεται να μπορεί να αξιολογεί τη σχέση τιμής και ποιότητας, να αναγνωρίζει παραπλανητικές προσφορές και να διεκδικεί τα δικαιώματά του. Η ύπαρξη πραγματικών εναλλακτικών και αποτελεσματικών μηχανισμών υποβολής καταγγελιών και επίλυσης διαφορών καθιστά αυτή τη δυνατότητα ουσιαστική.
-Τέλος, χρειάζεται διεύρυνση της παραγωγικής βάσης της οικονομίας και αύξηση του μεγέθους και της παραγωγικότητας των επιχειρήσεων. Οι παραγωγικές επενδύσεις, η προσέλκυση νέων εγχώριων και ξένων επιχειρήσεων και η καλύτερη πρόσβαση στη χρηματοδότηση ενισχύουν την προσφορά και τον ανταγωνισμό. Παράλληλα, οι συγχωνεύσεις, οι εξαγορές και οι επιχειρηματικές συνεργασίες μπορούν να επιτρέψουν στις μικρότερες επιχειρήσεις να επιτύχουν οικονομίες κλίμακας, να επενδύσουν στην τεχνολογία και να ανταγωνιστούν αποτελεσματικότερα. Η ενθάρρυνσή τους, με τήρηση των κανόνων ανταγωνισμού, μπορεί να δημιουργήσει ισχυρότερους ανταγωνιστές και περισσότερες επιλογές για τους καταναλωτές.
Οι πολίτες και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις διαμαρτύρονται για τη μεγάλη διαφορά στα επιτόκια καταθέσεων και χορηγήσεων. Τι περιθώρια παρέμβασης έχει η ΤτΕ για να πιέσει προς την κατεύθυνση ενός πιο ανταγωνιστικού τραπεζικού μοντέλου;
Καταρχάς, θα ήθελα να διευκρινίσω ότι η Τράπεζα της Ελλάδος, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της, δεν μπορεί να καθορίζει τα επιτόκια καταθέσεων και χορηγήσεων και κατά συνέπεια το ύψος του επιτοκιακού περιθωρίου. Ως προς την τιμολογιακή πολιτική των τραπεζών, ο ρόλος της ΤτΕ είναι εποπτικός και, ως εκ τούτου, δεν υπάρχει δυνατότητα άμεσης παρέμβασης. Τα περιθώρια παρέμβασής μας είναι έμμεσα και θεσμικά και αφορούν κυρίως την ενίσχυση του ανταγωνισμού, της διαφάνειας και της συγκρισιμότητας.
Τα τελευταία έτη το επιτοκιακό περιθώριο μεταξύ νέων καταθέσεων και δανείων στα εγχώρια πιστωτικά ιδρύματα διαμορφώνεται σε υψηλότερα επίπεδα από τον μέσο όρο της ευρωζώνης. Κατά την άποψή μου, ένας από τους βασικούς παράγοντες που εξηγούν τη διαφορά αυτή είναι η υψηλή ρευστότητα του ελληνικού τραπεζικού συστήματος. Η ρευστότητα αυτή ενισχύεται από την αύξηση των καταθέσεων και την απρόσκοπτη πρόσβαση των ελληνικών τραπεζών στις αγορές χρήματος και κεφαλαίου, συνέπεια της εξυγίανσης των ισολογισμών τους και της βελτίωσης της πιστοληπτικής τους αξιολόγησης. Το γεγονός αυτό περιορίζει την ανάγκη προσέλκυσης καταθέσεων μέσω υψηλότερων επιτοκίων. Η διάρθρωση της καταθετικής βάσης είναι επίσης σημαντικός παράγοντας καθορισμού του επιτοκίου, δεδομένου του σχετικά υψηλού μεριδίου των καταθέσεων ταμιευτηρίου σε σχέση με τις καταθέσεις προθεσμίας. Από την πλευρά των χορηγήσεων, η ιδιαίτερα υψηλή αναλογία πολύ μικρών και μικρών επιχειρήσεων στην ελληνική οικονομία συμβάλλει στη διεύρυνση του επιτοκιακού περιθωρίου, καθώς τα μικρότερα δάνεια έχουν αναλογικά υψηλότερο κόστος αξιολόγησης και παρακολούθησης, ενώ η τιμολόγησή τους επηρεάζεται επίσης από τον πιστωτικό κίνδυνο, τις κεφαλαιακές απαιτήσεις και την ποιότητα των διαθέσιμων εξασφαλίσεων.
Όσον αφορά τη συγκέντρωση στο τραπεζικό σύστημα: έχω τονίσει και στο παρελθόν τη σημασία της ενίσχυσης του ανταγωνισμού στην εγχώρια αγορά, η οποία κυριαρχείται από τις τέσσερις σημαντικές τράπεζες. Για το λόγο αυτό, και εντός των αρμοδιοτήτων μας, έχουμε κάνει παρεμβάσεις για την ενδυνάμωση των μικρότερων τραπεζών και τη δημιουργία ενός ‘πέμπτου πόλου’ στην Ελληνική αγορά που δρα θετικά ως προς την ενίσχυση του ανταγωνισμού στο τραπεζικό σύστημα. Να αναφέρω εδώ ότι η δραστηριοποίηση και ξένων τραπεζικών ομίλων στην εγχώρια αγορά, έχει επίσης θετικό πρόσημο στην ενίσχυση του ανταγωνισμού.
Τέλος, θα ήθελα να αναφέρω ότι, προς ενίσχυση της διαφάνειας και της συγκρισιμότητας των τραπεζικών επιτοκίων και χρεώσεων, η Τράπεζα της Ελλάδος έχει εκδώσει το 2024 δύο Πράξεις Εκτελεστικής Επιτροπής, σύμφωνα με τις οποίες δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα της στοιχεία και πληροφορίες που της υποβάλλουν τα πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα καθώς και σχετικοί συγκεντρωτικοί πίνακες επιτοκίων – προμηθειών αλλά και σύγκρισης τελών.
Στον δημόσιο διάλογο επανέρχεται συχνά το αίτημα για μείωση των συντελεστών ΦΠΑ. Θεωρείτε ότι υπάρχει ο απαραίτητος δημοσιονομικός χώρος για κάτι τέτοιο;
Ο δημοσιονομικός χώρος δεν είναι απεριόριστος και, κατά την άποψή μου, δεν θα ήταν σκόπιμο να διατεθεί σε μια γενικευμένη και μόνιμη μείωση των συντελεστών ΦΠΑ. Σε αρκετές χώρες της ΕΕ, οι μειώσεις ΦΠΑ που υιοθετήθηκαν για την αντιμετώπιση της ενεργειακής και πληθωριστικής κρίσης είχαν προσωρινό και στοχευμένο χαρακτήρα, κυρίως λόγω του υψηλού δημοσιονομικού τους κόστους και της ανάγκης διατήρησης της δημοσιονομικής ισορροπίας.
Μια γενικευμένη μείωση των συντελεστών ΦΠΑ αποτελεί οριζόντιο και ανεπαρκώς στοχευμένο μέτρο. Ωφελεί όλους τους καταναλωτές ανεξαρτήτως εισοδήματος και, σε απόλυτους όρους, το όφελος είναι μεγαλύτερο για τα νοικοκυριά με υψηλότερη κατανάλωση. Εάν ο στόχος είναι η στήριξη των οικονομικά ασθενέστερων, τα στοχευμένα εισοδηματικά μέτρα είναι κατά κανόνα αποτελεσματικότερα και έχουν χαμηλότερο δημοσιονομικό κόστος.
Επίσης, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι μέρος των εσόδων ΦΠΑ στην Ελλάδα προέρχεται από τις αγορές των επισκεπτών από το εξωτερικό. Η παράμετρος αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα στη χώρα μας, όπου η τουριστική κίνηση σε σχέση με τον πληθυσμό είναι υψηλότερη από ό,τι σε πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Μια γενικευμένη μείωση του ΦΠΑ θα περιόριζε και αυτά τα έσοδα, ενώ, στον βαθμό που θα περνούσε στις τιμές, θα ωφελούσε και τους ξένους επισκέπτες. Επομένως, το Δημόσιο θα αναλάμβανε ένα δημοσιονομικό κόστος, μέρος του οποίου θα αφορούσε την ελάφρυνση καταναλωτών που δεν κατοικούν στη χώρα. Με τους ίδιους πόρους, μια στοχευμένη παρέμβαση θα μπορούσε να προσφέρει μεγαλύτερη στήριξη στα εγχώρια νοικοκυριά που πιέζονται περισσότερο από την ακρίβεια.
Παράλληλα, η μετακύλιση των μειώσεων ΦΠΑ στις τελικές τιμές δεν είναι ούτε πλήρης ούτε δεδομένη. Εξαρτάται από τη διάρθρωση και τον βαθμό ανταγωνισμού της εκάστοτε αγοράς, καθώς και από τη διάρκεια του μέτρου. Επίσης, η μετακύλιση είναι συχνά ασύμμετρη: δηλαδή, οι μειώσεις των συντελεστών ΦΠΑ μεταφέρονται στις τελικές τιμές βραδύτερα και σε μικρότερο βαθμό από τις αυξήσεις, καθώς μέρος της φορολογικής ελάφρυνσης μπορεί να μετατραπεί σε αυξημένα περιθώρια κέρδους των επιχειρήσεων. Εμπειρικά ευρήματα δείχνουν ότι κυρίως οι επιχειρήσεις με χαμηλά περιθώρια κέρδους είναι πιθανότερο να αντιδράσουν ασύμμετρα στις μεταβολές των συντελεστών ΦΠΑ.
Το δημοσιονομικό ζήτημα είναι επίσης καθοριστικό. Στο πλαίσιο των νέων ευρωπαϊκών κανόνων, όπου ο κύριος δείκτης είναι η πορεία των καθαρών πρωτογενών δαπανών, μια πιθανή μόνιμη απώλεια εσόδων (όπως μια μόνιμη μείωση του συντελεστή ΦΠΑ) αναμένεται να αναπροσαρμόσει προς τα κάτω και το όριο των πρωτογενών δαπανών, εφόσον δεν αντισταθμιστεί. Το γεγονός αυτό περιορίζει σημαντικά τα διαθέσιμα περιθώρια για άλλες δημοσιονομικές παρεμβάσεις. Για να είναι η μείωση των συντελεστών ΦΠΑ συμβατή με τη συμφωνημένη δημοσιονομική πορεία, θα απαιτηθεί είτε ισοδύναμη μόνιμη αύξηση άλλων εσόδων είτε αντίστοιχη συγκράτηση δαπανών.
Ως προς την αντιμετώπιση του πληθωρισμού, πρόσφατη μελέτη της ΤτΕ δείχνει ότι η άμεση επίπτωση μιας προσωρινής μείωσης των συντελεστών ΦΠΑ στον πληθωρισμό είναι περιορισμένη, και σε μακροοικονομικό επίπεδο, στατιστικά μη σημαντική. Η βραχυχρόνια μετακύλιση στις τιμές εκτιμάται μεταξύ 19% και 25%, ενώ γίνεται ισχυρότερη όταν επικρατούν συνθήκες μεγαλύτερου ανταγωνισμού στις αγορές προϊόντων.
• Επομένως, δεν συνίσταται μια γενικευμένη μείωση του ΦΠΑ ως βασικό εργαλείο για την αντιμετώπιση της ακρίβειας, ιδίως στην Ελλάδα, όπου σε επιμέρους αγορές εξακολουθούν να επικρατούν ολιγοπωλιακές συνθήκες και περιορισμένος ανταγωνισμός, δυσχεραίνοντας την πλήρη μετακύλιση της φορολογικής ελάφρυνσης στις τελικές τιμές. Εάν, παρά ταύτα, επιλεγεί μια τέτοια πρωτοβουλία, αυτή θα πρέπει να έχει εξαρχής περιορισμένη διάρκεια, να αφορά συγκεκριμένη κατηγορία αγαθών και να είναι πλήρως κοστολογημένη. Παράλληλα, απαιτούνται έλεγχοι από τους αρμόδιους φορείς σε όλη την αλυσίδα εφοδιασμού, προκειμένου να περιοριστούν φαινόμενα αισχροκέρδειας που μειώνουν το όφελος για τα νοικοκυριά.
• Υπάρχει, όμως, και μια ευρύτερη αναπτυξιακή διάσταση. Η μείωση του ΦΠΑ, στον βαθμό που μετακυλίεται στις τιμές, ενισχύει την αγοραστική δύναμη και τονώνει την κατανάλωση. Η ελληνική οικονομία, ωστόσο, εξακολουθεί να στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στην ιδιωτική κατανάλωση, ενώ η αλλαγή του παραγωγικού της μοντέλου απαιτεί μεγαλύτερη έμφαση στις επενδύσεις, στην παραγωγικότητα και στην εξωστρέφεια. Επιπλέον, λόγω του υψηλού εισαγωγικού περιεχομένου της κατανάλωσης, μέρος της πρόσθετης ζήτησης κατευθύνεται σε εισαγωγές, δυσχεραίνοντας τον περιορισμό του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, το οποίο αποτελεί βασική μακροοικονομική ανισορροπία της ελληνικής οικονομίας. Το ζητούμενο δεν είναι να περιοριστεί η κατανάλωση των νοικοκυριών, αλλά η αύξησή της να στηρίζεται σε ισχυρότερη εγχώρια παραγωγή και διατηρήσιμη αύξηση των εισοδημάτων. Γι’ αυτό θεωρώ προτιμότερο οι φορολογικές ελαφρύνσεις να δίνουν προτεραιότητα στην εργασία, στις παραγωγικές επενδύσεις και στην ανταγωνιστικότητα, αντί στη γενικευμένη τόνωση της κατανάλωσης.
Η Ευρώπη χάνει έδαφος στην καινοτομία και την παραγωγικότητα έναντι των ΗΠΑ και της Κίνας, εγκλωβισμένη στη γραφειοκρατία. Πώς μπορεί η Ε.Ε. να γίνει πιο φιλική προς το επιχειρείν και τις επενδύσεις;
Είναι γεγονός ότι η τόνωση της ευρωπαϊκής καινοτομίας και παραγωγικότητας απαιτεί, μεταξύ άλλων, απλούστευση του κανονιστικού πλαισίου, δίνοντας έμφαση στην εξελισσόμενη πραγματικότητα επί του πεδίου, και χωρίς να υπονομεύονται οι στόχοι πολιτικής και τα υψηλά πρότυπα της Ε.Ε. Ο εξορθολογισμός και η οικονομικά αποδοτικότερη εφαρμογή των κανόνων περιλαμβάνει μείωση του διοικητικού φόρτου και του κόστους συμμόρφωσης.
Σε αυτή τη λογική κινούνται οι δέσμες νομοθετικών μέτρων “Omnibus” της Ε.Ε. Οι αλλαγές συμπληρώνουν την προσέγγιση “για κάθε θέσπιση, μία κατάργηση” (“one in, one out”), η οποία αποσκοπεί στην αντιστάθμιση του κόστους των νέων διοικητικών επιβαρύνσεων με ισοδύναμες μειώσεις υφιστάμενων επιβαρύνσεων στον ίδιο τομέα πολιτικής. Επίσης γίνεται συντονισμένη προσπάθεια ώστε να αποφευχθεί ο λεγόμενος “κανονιστικός υπερθεματισμός”, δηλαδή η επιπλέον επιβάρυνση πολιτών και επιχειρήσεων με πρόσθετες εθνικές απαιτήσεις που δεν απορρέουν από το ενωσιακό δίκαιο.
Η υπέρβαση του κανονιστικού κατακερματισμού στην Ενιαία Αγορά είναι επίσης αναγκαία για την ενίσχυση των επενδύσεων και της ανάπτυξης. Αυτό προϋποθέτει εναρμόνιση ή ενοποίηση των κανόνων και ψηφιοποίηση των διαδικασιών, όπως λόγου χάρη αμοιβαία αναγνώριση των πιστοποιήσεων, ταχύτερη αδειοδότηση και απονομή δικαιοσύνης, ενιαίο πλαίσιο προστασίας των επενδυτών και των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι το σχέδιο δημιουργίας μιας πραγματικά ευρωπαϊκής εταιρικής μορφής EU Inc. ή “28ου καθεστώτος”. Η πρόταση προβλέπει ότι μια νεοφυής επιχείρηση θα μπορεί να ιδρύεται ψηφιακά και να αναπτύσσεται σε ολόκληρη την Ε.Ε χωρίς να αντιμετωπίζει 27 διαφορετικά εταιρικά νομικά συστήματα. Γενικά, η μείωση του κόστους ίδρυσης και ανάπτυξης των επιχειρήσεων θα απελευθερώσει πόρους για καινοτομία και παραγωγικές επενδύσεις από ευρωπαϊκές και ξένες επιχειρήσεις.
Κλείνοντας, θα ήθελα να αναφερθώ σε μια άλλη μορφή γραφειοκρατίας που αφορά τα εμπόδια και τα κενά στην αποτελεσματική χρηματοδότηση του επιχειρείν, της καινοτομίας και γενικότερα των επενδύσεων, λόγω του κατακερματισμού των ευρωπαϊκών κεφαλαιαγορών. Ο χρηματοοικονομικός κατακερματισμός αυξάνει το κόστος και την πολυπλοκότητα της χρηματοδότησης, περιορίζει τη διαθεσιμότητα χρηματοδοτικών πόρων και ωθεί τις επιχειρήσεις σε αναζήτηση λύσεων εκτός Ευρώπης. Η Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων θα δημιουργήσει νέα αποταμιευτικά και επενδυτικά προϊόντα, θα παράσχει κίνητρα για επιχειρηματικά κεφάλαια και θα διασφαλίσει την απρόσκοπτη ροή των επενδύσεων εντός της Ε.Ε, εξαλείφοντας εμπόδια στις συναλλαγές, τη διαχείριση περιουσιακών στοιχείων, την εποπτεία υποδομών και παρόχων. Ιδιαίτερη έμφαση χρειάζεται στη χρηματοδότηση της εμπορικής αξιοποίησης της έρευνας, καθώς και της περαιτέρω ανάπτυξης των καινοτόμων επιχειρήσεων, ώστε αυτές να μπορούν να αναπτύσσονται και να παραμένουν στην Ευρώπη.
Παράλληλα, χρειάζεται η δημιουργία μόνιμης κεντρικής δημοσιονομικής ικανότητας (central fiscal capacity), με δυνατότητα κοινού ευρωπαϊκού δανεισμού για τη χρηματοδότηση ευρωπαϊκών δημόσιων αγαθών. Αξιοποιώντας την εμπειρία του NextGenerationEU, ένας τέτοιος μηχανισμός θα μπορούσε να στηρίξει επενδύσεις στην έρευνα, στις ενεργειακές διασυνδέσεις και στις ψηφιακές υποδομές, με οφέλη που υπερβαίνουν τα εθνικά σύνορα, και να επιμερίσει το κόστος αντιμετώπισης κοινών προκλήσεων.
Με την εφαρμογή των νέων δημοσιονομικών κανόνων στην Ευρωζώνη, τα περιθώρια στενεύουν. Μπορεί η Ελλάδα να χρηματοδοτήσει τις αναγκαίες επενδύσεις στην Υγεία, την Παιδεία και την ασφάλεια απέναντι στην Κλιματική Αλλαγή, παραμένοντας ταυτόχρονα πιστή στην πολιτική των πλεονασμάτων;
Ναι, η Ελλάδα μπορεί να χρηματοδοτήσει τις αναγκαίες επενδύσεις στην Υγεία, την Παιδεία και την προστασία από την κλιματική αλλαγή, διατηρώντας παράλληλα βιώσιμα πρωτογενή πλεονάσματα. Η οικονομική κρίση άφησε βαρύ αποτύπωμα στη χρηματοδότηση και τη λειτουργία κρίσιμων δημόσιων υπηρεσιών (μεταξύ άλλων στην Υγεία και την Παιδεία), ενώ και οι προκλήσεις που σχετίζονται με την κλιματική αλλαγή δημιουργούν πρόσθετες ανάγκες.
Η διαρκής διασφάλιση της δημοσιονομικής σταθερότητας και η ταχεία αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους αποτελούν κρίσιμες προϋποθέσεις για τη βιώσιμη χρηματοδότηση των υποδομών του μέλλοντος. Ενισχύουν την αξιοπιστία και την ανθεκτικότητα της οικονομίας και συμβάλλουν στη μείωση του κόστους δανεισμού για το Δημόσιο, τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά. Επιπλέον, στο νέο ευρωπαϊκό δημοσιονομικό πλαίσιο, η επιτρεπόμενη πορεία των καθαρών δαπανών συνδέεται με τη βιωσιμότητα του χρέους. Η ταχύτερη μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ περιορίζει τις μελλοντικές απαιτήσεις δημοσιονομικής προσαρμογής και μπορεί, κατά τον καθορισμό της επόμενης μεσοπρόθεσμης πορείας, να επιτρέψει υψηλότερα όρια δαπανών. Δημιουργούνται έτσι περιθώρια για μόνιμη ενίσχυση των δημόσιων υπηρεσιών και επενδύσεων.
Παράλληλα, χρειάζεται συστηματική βελτίωση της ποιότητας και της κατανομής των δημόσιων δαπανών. Οι τακτικές επισκοπήσεις δαπανών μπορούν να εντοπίσουν αναποτελεσματικές (μη παραγωγικές) παρεμβάσεις και να κατευθύνουν πόρους προς την Υγεία, την Παιδεία, την καινοτομία και την κλιματική ανθεκτικότητα, εντός των συμφωνημένων δημοσιονομικών ορίων.
Ουσιαστική συμβολή έχει επίσης και η αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων. Οι δαπάνες ευρωπαϊκών προγραμμάτων που καλύπτονται πλήρως από αντίστοιχα ευρωπαϊκά έσοδα, καθώς και η εθνική συγχρηματοδότηση προγραμμάτων της Ε.Ε, εξαιρούνται από τον δείκτη δαπανών. Συνεπώς, η αποτελεσματική αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων και η διασφάλιση της συνέχειας των επενδύσεων μετά το Ταμείο Ανάκαμψης αποκτούν ιδιαίτερη σημασία.
Συμπληρωματικό ρόλο μπορεί να διαδραματίσει και η κινητοποίηση και μόχλευση των ιδιωτικών κεφαλαίων μέσα από τη σύμπραξη με τον ιδιωτικό τομέα (ΣΔΙΤ) και την αξιοποίηση ευρωπαϊκών πηγών χρηματοδότησης (π.χ. ΕΤΕπ.) για την κάλυψη των σημαντικών αναγκών σε υποδομές, χρηματοδοτώντας την αναγκαία προσαρμογή για την κλιματική μετάβαση. Αυτή η συνεργατική δομή δημοσίων και ιδιωτικών πηγών χρηματοδότησης αποτελεί μια αξιόπιστη εναλλακτική για οικονομίες με σημαντικούς δημοσιονομικούς περιορισμούς όπως έχουμε σήμερα.
Ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ, συμμετέχετε στις αποφάσεις για τα επιτόκια. Πολλοί υποστηρίζουν ότι αυτές οι αποφάσεις πολιτικής για την τιθάσευση του πληθωρισμού πλήττουν δυσανάλογα την ανάπτυξη και τη στεγαστική πίστη.
Η αντιμετώπιση πληθωριστικών διαταραχών που προέρχονται από την πλευρά της προσφοράς είναι ιδιαίτερα σύνθετη για τη νομισματική πολιτική. Οι διαταραχές αυτές αυξάνουν τις τιμές και ταυτόχρονα επιβραδύνουν την οικονομική δραστηριότητα, ενώ η αύξηση των επιτοκίων δεν μπορεί να αποκαταστήσει τις ελλείψεις στην προσφορά. Όταν, όμως, οι πληθωριστικές πιέσεις απειλούν να γενικευθούν και να παγιωθούν, η σύσφιξη της νομισματικής πολιτικής καθίσταται αναγκαία. Αναμφίβολα, το κόστος δανεισμού αυξάνεται και η ανάπτυξη επιβαρύνεται βραχυπρόθεσμα. Οι επιπτώσεις στη στεγαστική πίστη είναι εντονότερες για όσους αναζητούν νέο δάνειο (ή είναι εκτεθειμένοι σε κυμαινόμενα επιτόκια).
Ωστόσο, ένας επίμονα υψηλός πληθωρισμός μπορεί να προκαλέσει πολύ μεγαλύτερη και πιο παρατεταμένη ζημιά: διαβρώνει την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών, ιδιαίτερα των χαμηλότερων εισοδημάτων, αυξάνει την αβεβαιότητα και επιβαρύνει την κατανάλωση και τις επενδύσεις. Έχει όμως αρνητικές επιπτώσεις και στη στεγαστική πίστη, καθώς το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών συρρικνώνεται και το ποσοστό του εισοδήματός τους που απομένει για να καλύψουν τα έξοδα στέγασης μειώνεται σημαντικά.
Στην τρέχουσα συγκυρία, οι ενεργειακές ανατιμήσεις αποτελούν τον βασικό παράγοντα που διατηρεί τον πληθωρισμό στη ζώνη του ευρώ πάνω από τον μεσοπρόθεσμο στόχο του 2%, με τον ετήσιο ρυθμό του να διαμορφώνεται στο 3,3% τον Αύγουστο. Όσο εντονότερες και πιο παρατεταμένες είναι αυτές οι αυξήσεις, τόσο μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος να μετακυλιστούν στις τιμές άλλων αγαθών και υπηρεσιών και να προκαλέσουν δευτερογενείς επιδράσεις μέσω των μισθών και των πληθωριστικών προσδοκιών.
Η μετρημένη αύξηση των επιτοκίων πολιτικής στην οποία προχώρησε το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ τον Ιούνιο και τον Σεπτέμβριο αποσκοπεί στην έγκαιρη και διατηρήσιμη επιστροφή του πληθωρισμού στον στόχο του 2%, περιορίζοντας παράλληλα την επιβάρυνση της οικονομικής δραστηριότητας στον αναγκαίο βαθμό. Η έγκαιρη και λελογισμένη παρέμβαση της νομισματικής πολιτικής έχει σκοπό να περιορίσει τον κίνδυνο γενίκευσης και μονιμοποίησης των πληθωριστικών πιέσεων, περιορίζοντας παράλληλα τον κίνδυνο να απαιτηθούν πιο απότομες και επώδυνες αυξήσεις επιτοκίων αργότερα. Συμβάλλει έτσι στη διαμόρφωση ενός σταθερού και προβλέψιμου περιβάλλοντος για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Οι αποφάσεις μας λαμβάνονται σε κάθε συνεδρίαση με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, τις προοπτικές του πληθωρισμού και τους κινδύνους που τις περιβάλλουν, καθώς και την ένταση μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής. Η σταθερότητα των τιμών αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη διατηρήσιμη ευημερία των πολιτών και την ανάπτυξη της οικονομίας.
Η οικονομία της ζώνης του ευρώ επανήλθε σε θετικό ρυθμό ανάπτυξης το δεύτερο τρίμηνο του 2026, παρά τις προκλήσεις του διεθνούς περιβάλλοντος. Συγκεκριμένα, το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 0,6% σε τριμηνιαία βάση, έναντι μηδενικής μεταβολής το πρώτο τρίμηνο. Η οικονομική δραστηριότητα αναμένεται να παραμείνει ανθεκτική και στα επόμενα τρίμηνα, με στήριξη, μεταξύ άλλων, από την ισχυρή παγκόσμια ζήτηση που συνδέεται με την ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης, καθώς και από τις αυξανόμενες δαπάνες για την άμυνα και τις υποδομές. Ωστόσο, η αβεβαιότητα παραμένει υψηλή και γι’ αυτό είναι σημαντικό να παρακολουθούμε προσεκτικά τις εξελίξεις και τους κινδύνους για τις τιμές και την οικονομία.
Όσον αφορά τη στεγαστική πίστη στην Ελλάδα, καταγράφονται θετικές ενδείξεις. Έπειτα από πολυετή συρρίκνωση, ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής των στεγαστικών δανείων επέστρεψε σε θετικό έδαφος τον Νοέμβριο του 2025, για πρώτη φορά από τα μέσα του 2010, και παραμένει θετικός έκτοτε. Σημειώνεται ότι η πλειονότητα των στεγαστικών δανείων στην Ελλάδα συνάπτεται με σταθερό επιτόκιο, προστατεύοντας τους δανειολήπτες από αυξήσεις των δόσεων λόγω μεταβολής των επιτοκίων για τη συμφωνημένη περίοδο σταθεροποίησης. Επομένως, δεδομένου ότι οι προηγούμενες μειώσεις των επιτοκίων πολιτικής μετακυλίονται με χρονική υστέρηση στο κόστος δανεισμού, όσοι είχαν συνάψει στεγαστικό δάνειο στο παρελθόν δεν επηρεάζονται από τις πρόσφατες αυξήσεις. Επίσης, σημαντικό μέρος των στεγαστικών δανείων προς τα νοικοκυριά χορηγήθηκε τα τελευταία έτη με χαμηλότερο επιτόκιο έναντι των συμβατικών στεγαστικών δανείων χάρη στη συνδρομή των στεγαστικών προγραμμάτων που διαχειρίζεται η Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα (“Σπίτι μου Ι” και “Σπίτι μου ΙΙ”). Τα κεφάλαια που προσφέρονται στους δανειολήπτες από δημόσιους πόρους στο πλαίσιο των εν λόγω προγραμμάτων συνιστούν άτοκη χρηματοδότηση, η οποία μειώνει σημαντικά το μεσοσταθμικό κόστος των στεγαστικών δανείων για τα ωφελούμενα νοικοκυριά. Ως προς το κόστος των νέων στεγαστικών δανείων, τα τελευταία στοιχεία δείχνουν ότι μέχρι στιγμής παρατηρείται πιο συγκρατημένη προσαρμογή του κόστους δανεισμού στην Ελλάδα σε σχέση με την ευρωζώνη. Τον Ιούλιο, το μέσο επιτόκιο των νέων στεγαστικών δανείων με αρχική σταθεροποίηση άνω των 5 και έως 10 ετών παρέμεινε ουσιαστικά αμετάβλητο στην Ελλάδα στο 3,72% έναντι του Ιουνίου, ενώ το αντίστοιχο επιτόκιο στη ζώνη του ευρώ αυξήθηκε.
Το όνομά σας συνδέεται κατά καιρούς με κορυφαία πολιτικά και πολιτειακά αξιώματα της χώρας. Ωστόσο, πρόσφατα ξεκαθαρίσατε πως το “κάστρο” σας είναι η ΤτΕ. Τι απαντάτε σε όσους βλέπουν στο πρόσωπό σας έναν εν δυνάμει ηγέτη;
Το εκλαμβάνω ως τιμητική κρίση, αλλά δεν σχεδιάζω την πορεία μου με γνώμονα κάποιο άλλο πολιτικό ή πολιτειακό αξίωμα. Έχω υπηρετήσει τη χώρα από πολλές θέσεις και έχω βρεθεί στην πρώτη γραμμή σε δύσκολες περιόδους. Γνωρίζω, επομένως, τόσο το βάρος όσο και το προσωπικό κόστος της πολιτικής ευθύνης. Σήμερα, όμως, έχω μια σαφή αποστολή και μια νέα εξαετή θητεία στην Τράπεζα της Ελλάδος. Πιστεύω ειλικρινά ότι από εδώ μπορώ να είμαι περισσότερο χρήσιμος στη χώρα.
Η ηγεσία, άλλωστε, δεν ταυτίζεται υποχρεωτικά με ένα πολιτικό αξίωμα. Για μένα σημαίνει να αναλαμβάνεις την ευθύνη στις δύσκολες στιγμές, να λες την αλήθεια ακόμη και όταν δεν είναι ευχάριστη και να παίρνεις αποφάσεις με γνώμονα το μακροπρόθεσμο συμφέρον της χώρας. Σημαίνει επίσης σκληρή δουλειά, καλή προετοιμασία και, πάνω απ’ όλα, τη δημιουργία ισχυρών ομάδων. Στη σημερινή εποχή κανείς, όσο ικανός και αν είναι, δεν μπορεί να επιτύχει μόνος του.
Όταν λέω ότι η Τράπεζα της Ελλάδος είναι το “κάστρο” μου, δεν εννοώ έναν χώρο απομόνωσης ή προσωπικής προστασίας. Εννοώ έναν θεσμό από τον οποίο μπορεί κανείς να υπερασπίζεται τη σταθερότητα της οικονομίας, τις καταθέσεις των πολιτών, την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας και την αξιοπιστία που αποκτήθηκε με τόσο κόπο. Η ανεξαρτησία της Τράπεζας μας επιτρέπει να κοιτάζουμε πέρα από τον εκλογικό κύκλο και να μιλάμε με βάση τα δεδομένα, χωρίς κομματικούς υπολογισμούς.
Επομένως, δεν αναζητώ άλλους τίτλους. Η προτεραιότητά μου σήμερα είναι να εκπληρώσω με συνέπεια την αποστολή που έχω αναλάβει στην Τράπεζα της Ελλάδος. Η φιλοδοξία μου είναι, όταν ολοκληρωθεί αυτή η θητεία, να παραδώσω μια Τράπεζα ακόμη ισχυρότερη, πιο ανοιχτή στην κοινωνία και με ακόμη μεγαλύτερη αξιοπιστία και αποδοχή από τους πολίτες. Μια Τράπεζα με ακέραιη ανεξαρτησία και υψηλό κύρος, που υπηρετεί αποτελεσματικά τη νομισματική και χρηματοπιστωτική σταθερότητα, προειδοποιεί έγκαιρα για τους κινδύνους, συμμετέχει ενεργά και τεκμηριωμένα στον δημόσιο διάλογο για την οικονομική πολιτική και συμβάλλει, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της, στη σταθερότητα και την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας. Γιατί ανεξαρτησία δεν σημαίνει απόσταση από την κοινωνία. Σημαίνει διαφάνεια, λογοδοσία και διαρκή προσπάθεια να εξηγούμε με καθαρό τρόπο τι κάνουμε και γιατί το κάνουμε. Αυτή είναι για μένα η ουσία της ηγεσίας: να ενισχύεις τον θεσμό που υπηρετείς, να τον φέρνεις πιο κοντά στην κοινωνία και να τον παραδίδεις ισχυρότερο από ό,τι τον παρέλαβες.
Σας έχουν αποδοθεί διάφοροι χαρακτηρισμοί: από “ορθολογιστής τεχνοκράτης” και “κεντροαριστερός εκσυγχρονιστής”, μέχρι “θεματοφύλακας της συντηρητικής δημοσιονομικής ορθοδοξίας”. Εσείς πώς αυτοπροσδιορίζεστε πολιτικά και πώς θα θέλατε να σας καταγράψει τελικά η οικονομική ιστορία του τόπου;
Οι χαρακτηρισμοί δεν με ενοχλούν, αλλά αποφεύγω τις πολιτικές ταμπέλες, γιατί συνήθως απλουστεύουν περισσότερο απ’ όσο εξηγούν. Τον όρο “τεχνοκράτης” δεν τον θεωρώ μομφή, εφόσον σημαίνει γνώση, προετοιμασία και σεβασμό στα δεδομένα. Η τεχνική γνώση, όμως, πρέπει να ασκείται με πλήρη επίγνωση των θεσμικών ορίων και των διαφορετικών ρόλων. Ο τεχνοκράτης οφείλει να παρουσιάζει με ειλικρίνεια τα δεδομένα, τις διαθέσιμες επιλογές και τις συνέπειές τους. Οι επιλογές που προϋποθέτουν πολιτική στάθμιση ανήκουν στα δημοκρατικά νομιμοποιημένα όργανα, ενώ οι ανεξάρτητοι θεσμοί οφείλουν να ενεργούν αυστηρά εντός της αποστολής τους και να λογοδοτούν γι’ αυτήν.
Αν πρέπει να αυτοπροσδιοριστώ πολιτικά, θα έλεγα ότι είμαι ένας Ευρωπαίος, προοδευτικός μεταρρυθμιστής. Πιστεύω στην ανοιχτή οικονομία, στον ανταγωνισμό και στην ιδιωτική πρωτοβουλία, αλλά και σε ένα ισχυρό και αποτελεσματικό κράτος, το οποίο εξασφαλίζει ίσες ευκαιρίες, ποιοτικά δημόσια αγαθά και ουσιαστική κοινωνική προστασία. Πιστεύω στις μεταρρυθμίσεις όχι ως ιδεολογικό αυτοσκοπό, αλλά ως μέσο για τη δημιουργία παραγωγικών θέσεων εργασίας, τη βελτίωση της ζωής των πολιτών και την πραγματική σύγκλιση της Ελλάδας με την Ευρώπη.
Επίσης, δεν αποδέχομαι ότι υπάρχει αντίθεση ανάμεσα στην κοινωνική ευαισθησία και τη δημοσιονομική υπευθυνότητα. Η δημοσιονομική υπευθυνότητα δεν είναι ούτε δεξιά ούτε αριστερή και ασφαλώς δεν αποτελεί κάποια συντηρητική εμμονή. Είναι προϋπόθεση εθνικής κυριαρχίας, κοινωνικής δικαιοσύνης και ενός βιώσιμου κοινωνικού κράτους. Όταν ένα κράτος ζει διαρκώς πέρα από τις δυνατότητές του, τον λογαριασμό πληρώνουν τελικά οι οικονομικά ασθενέστεροι και οι επόμενες γενιές. Με την ίδια έννοια, η σταθερότητα των τιμών και η χρηματοπιστωτική σταθερότητα είναι βαθιά κοινωνικά αγαθά.
Δεν μου αναλογεί, βεβαίως, να υποδείξω στην οικονομική ιστορία πώς θα με καταγράψει. Θα ήθελα, όμως, να κριθώ ως ένας οικονομολόγος και δημόσιος λειτουργός που δεν απέφυγε την ευθύνη στις κρίσιμες στιγμές. Είχα την τιμή να συμβάλω στην ένταξη της Ελλάδας στο ευρώ και, όταν η ευρωπαϊκή πορεία της χώρας τέθηκε σε κίνδυνο, προσπάθησα να την υπερασπιστώ. Παράλληλα, εργάστηκα για να προστατεύσω την ανεξαρτησία και την αξιοπιστία της Τράπεζας της Ελλάδος και για να ενισχύσω τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Πάνω απ’ όλα, προσπάθησα να λέω την αλήθεια, ακόμη και όταν ήταν δυσάρεστη, και να θέτω το μακροπρόθεσμο συμφέρον της χώρας πάνω από την πρόσκαιρη δημοφιλία. Αν καταγραφεί ότι συνέβαλα, στο μέτρο των αρμοδιοτήτων μου, σε μια οικονομία πιο σταθερή, πιο αξιόπιστη, πιο δίκαιη, καθώς και στην εδραίωση της θέσης της χώρας στον ευρωπαϊκό πυρήνα, θα το θεωρούσα τη μεγαλύτερη τιμή.



