Θετική για τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας και των ελληνικών μετοχών παραμένει η Morgan Stanley, με τις επενδύσεις να αποτελούν τον βασικό πυλώνα της ανάπτυξης και τις τράπεζες την κύρια επιλογή της στο Χρηματιστήριο της Αθήνας. Η εικόνα γίνεται πιο σύνθετη όσο πλησιάζει το 2027, καθώς η ολοκλήρωση της αναβάθμισης της αγοράς και η είσοδος της χώρας σε προεκλογική περίοδο ενδέχεται να περιορίσουν προσωρινά τη δυναμική των μετοχών.
Στην έκθεσή της, με ημερομηνία 8 Σεπτεμβρίου 2026, η Morgan Stanley δεν βλέπει ενδείξεις εξάντλησης της οικονομικής ανάκαμψης. Εκτιμά, ωστόσο, ότι η ισχυρή χρηματιστηριακή υπεραπόδοση των τελευταίων ετών μπορεί να κάνει μια παύση από τις αρχές του επόμενου έτους, καθώς μέρος των θετικών προσδοκιών θα έχει πλέον προεξοφληθεί.
Οι επενδύσεις στο επίκεντρο της ανάπτυξης
Ο οίκος προβλέπει αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ κατά 2% τόσο το 2026 όσο και το 2027. Η ανάπτυξη θα στηριχθεί κυρίως στην εγχώρια ζήτηση, με τις επενδύσεις να έχουν τον πρώτο ρόλο και την ιδιωτική κατανάλωση να ακολουθεί.
Η κατανάλωση αναμένεται να αυξηθεί κατά 1,5% ετησίως, υποστηριζόμενη από την άνοδο των εισοδημάτων και την αγορά εργασίας. Ο ρυθμός της θα είναι, πάντως, πιο συγκρατημένος σε σύγκριση με τα προηγούμενα χρόνια.
Οι επενδύσεις σε πάγια έχουν αυξηθεί σχεδόν κατά 90% από τα τέλη του 2019 και, σύμφωνα με τη Morgan Stanley, μπορούν να ενισχυθούν κατά περίπου 7% ετησίως την περίοδο 2026-2027. Δημόσιες επενδύσεις, ευρωπαϊκοί πόροι και άμεσες ξένες επενδύσεις τροφοδοτούν αυτή τη δυναμική. Παρά τη σημαντική πρόοδο, το επενδυτικό κενό που άφησε η πολυετής κρίση δεν έχει ακόμη καλυφθεί, αφήνοντας περιθώριο για συνέχιση του κύκλου.
ΔΕΗ και Metlen στην πρώτη γραμμή
Η αύξηση των επενδύσεων αποτυπώνεται και στα σχέδια των μεγάλων εισηγμένων επιχειρήσεων. Με βάση τις συγκεντρωτικές εκτιμήσεις των αναλυτών, οι κεφαλαιουχικές δαπάνες των μη χρηματοοικονομικών εταιρειών του ΧΑ αναμένεται να αυξηθούν από 8,2 δισ. ευρώ το 2025 σε 10,3 δισ. ευρώ το 2026 και σε 11,2 δισ. ευρώ το 2027. Στα ποσά περιλαμβάνονται και επενδύσεις εκτός Ελλάδας, με το μεγαλύτερο μέρος των σχεδίων να κατευθύνεται στην ενέργεια, στα δίκτυα, στη βιομηχανική παραγωγή και στις ψηφιακές υποδομές.
Η ΔΕΗ αποτελεί για τη Morgan Stanley έναν από τους βασικούς εκφραστές του ελληνικού επενδυτικού κύκλου. Το επιχειρηματικό της σχέδιο προβλέπει επενδύσεις 24,2 δισ. ευρώ την περίοδο 2026-2030, από τις οποίες περίπου 12,5 δισ. ευρώ θα πραγματοποιηθούν στην Ελλάδα.
Το επενδυτικό πρόγραμμα της Metlen υπολογίζεται σε περίπου 2,5 δισ. ευρώ έως το 2028. Περισσότερο από το μισό ποσό εκτιμάται ότι θα κατευθυνθεί στην ελληνική αγορά, με έμφαση στην ενέργεια, στα μέταλλα, στις υποδομές και στην άμυνα.
Θετική είναι η στάση του οίκου και για τον ΟΤΕ. Η σταδιακή υποχώρηση της έντασης των επενδύσεων στα δίκτυα αναμένεται να απελευθερώσει περισσότερες ταμειακές ροές, διευρύνοντας τα περιθώρια για υψηλότερες αποδόσεις προς τους μετόχους.
Τι αλλάζει για το Χρηματιστήριο της Αθήνας
Η μετάβαση της Ελλάδας από τις αναδυόμενες στις ανεπτυγμένες αγορές διευρύνει σημαντικά το επενδυτικό κοινό στο οποίο απευθύνονται οι ελληνικές μετοχές. Η Morgan Stanley τοποθετεί τη μετάβαση στους δείκτες FTSE και STOXX στις 21 Σεπτεμβρίου 2026 και την αντίστοιχη κίνηση της MSCI στις 31 Μαΐου 2027.
Οι αλλαγές στους δείκτες μπορούν, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της, να προκαλέσουν καθαρές εισροές περίπου 1 δισ. δολαρίων από παθητικά κεφάλαια που ακολουθούν τους δείκτες FTSE και STOXX, καθώς και επιπλέον 500 εκατ. δολαρίων από την αναβάθμιση της MSCI.
Η επίδραση δεν περιορίζεται στις παθητικές ροές. Η ένταξη στις ανεπτυγμένες αγορές επιτρέπει την τοποθέτηση περισσότερων διεθνών κεφαλαίων που μέχρι σήμερα δεν είχαν εντολή να επενδύουν στην Ελλάδα. Την ίδια στιγμή, μέρος των επενδυτών αναδυόμενων αγορών ενδέχεται να διατηρήσει τις θέσεις του, εφόσον το επιτρέπει η επενδυτική του πολιτική.
Οι τράπεζες βασική επιλογή
Παρά τη μεγάλη άνοδο των τραπεζικών μετοχών, η Morgan Stanley εκτιμά ότι οι αποτιμήσεις τους εξακολουθούν να είναι ελκυστικές. Ο κλάδος διαπραγματεύεται, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της, με discount περίπου 10% έναντι των ευρωπαϊκών τραπεζών, με βάση τον δείκτη τιμής προς τα προβλεπόμενα κέρδη του 2028.
Το discount διατηρείται παρότι οι ελληνικές τράπεζες εμφανίζουν ισχυρή κερδοφορία και ενισχυμένη κεφαλαιακή θέση. Κορυφαία επιλογή του οίκου είναι η Alpha Bank, ενώ σύσταση οverweight διατηρεί επίσης για τη Eurobank και την Πειραιώς. Για την Εθνική και την CrediaBank η σύσταση είναι equalweight. Η προτίμηση στρέφεται, επομένως, στις χαμηλότερα αποτιμημένες τράπεζες που μπορούν να ωφεληθούν περισσότερο από τη συνέχιση της οικονομικής ανάπτυξης.
Αυξάνεται η αβεβαιότητα το 2027
Οι δημοσκοπήσεις που επικαλείται η Morgan Stanley διατηρούν τη Νέα Δημοκρατία στην πρώτη θέση, χωρίς όμως να της εξασφαλίζουν αυτοδυναμία. Ένα τέτοιο αποτέλεσμα αυξάνει την πιθανότητα κυβέρνησης συνεργασίας, ενώ η μεγάλη δεξαμενή των αναποφάσιστων και το ενδεχόμενο επαναληπτικών εκλογών περιορίζουν την ορατότητα.
Μια κυβέρνηση συνεργασίας με κορμό τη ΝΔ θα μπορούσε να διατηρήσει τη βασική κατεύθυνση της οικονομικής πολιτικής. Η ανάγκη συνεννόησης μεταξύ περισσότερων κομμάτων, όμως, ενδέχεται να επιβραδύνει τη λήψη αποφάσεων και την εφαρμογή μεταρρυθμίσεων.
Η πολιτική αβεβαιότητα θα συμπέσει χρονικά με την ολοκλήρωση της μετάβασης του ΧΑ στις ανεπτυγμένες αγορές. Καθώς οι προσδοκίες για την αναβάθμιση έχουν ήδη συμβάλει στην άνοδο των ελληνικών μετοχών, η Morgan Stanley δεν αποκλείει κατοχύρωση κερδών από τις αρχές του 2027. Ένα τέτοιο διάλειμμα στην υπεραπόδοση δεν θα αναιρούσε, κατά την εκτίμησή της, τις θετικές μεσοπρόθεσμες προοπτικές της αγοράς.
Περιορισμένα περιθώρια στα ελληνικά ομόλογα
Πιο επιφυλακτική είναι η στάση της για τα ελληνικά κρατικά ομόλογα. Μεγάλο μέρος της βελτίωσης της οικονομίας, των δημοσιονομικών μεγεθών και της πιστοληπτικής αξιολόγησης έχει ήδη ενσωματωθεί στις τιμές, με αποτέλεσμα οι ελληνικοί τίτλοι να εμφανίζονται σχετικά ακριβοί βάσει του μοντέλου της.
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος προέρχεται από μια νέα άνοδο των τιμών του πετρελαίου, η οποία θα μπορούσε να επιβαρύνει τον πληθωρισμό και την οικονομική δραστηριότητα. Αντίθετα, η αποκλιμάκωση της έντασης στη Μέση Ανατολή φαίνεται να προσφέρει μικρότερο περιθώριο περαιτέρω ανόδου στις τιμές των ελληνικών ομολόγων.



