Στην αύξηση των επιτοκίων από 2,25% σε 2,50% προσανατολίζεται η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα κατά τη συνεδρίαση της επόμενης εβδομάδας, όπως άφησε να εννοηθεί το μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου, Γιοακίμ Νάγκελ, αν και παρέμεινε επιφυλακτικός για το τι θα ακολουθήσει και απέφυγε να δώσει σαφές στίγμα για την πορεία της νομισματικής πολιτικής μετά τον Σεπτέμβριο.
«Οι αγορές εκτιμούν με πιθανότητα άνω του 95% ότι θα αυξήσουμε τα επιτόκια στη συνεδρίασή μας τον Σεπτέμβριο και θα έλεγα ότι σε αυτό το στάδιο οι αγορές έχουν μια αρκετά καλή εικόνα για το πώς είναι πιθανό να αντιδράσουμε», δήλωσε στην εφημερίδα Le Monde σε συνέντευξή του ο πρόεδρος της Bundesbank.
Ωστόσο, δεν δεσμεύτηκε για πιθανές περαιτέρω κινήσεις της ΕΚΤ, τονίζοντας ότι «η προσέγγισή μας σε κάθε συνάντηση έχει αποδειχθεί αποτελεσματική στο παρελθόν και σίγουρα θα συνεχίσει να είναι και στο μέλλον».
«Πέρα από αυτή τη συνεδρίαση του Σεπτεμβρίου, ωστόσο, είμαι επιφυλακτικός ως προς την παροχή οποιασδήποτε συγκεκριμένης καθοδήγησης» ανέφερε.
«Οι τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου συνεχίζουν να παρουσιάζουν διακυμάνσεις. Οι χρηματοπιστωτικές αγορές είναι εξαιρετικά ασταθείς. Υπάρχει μεγάλη αβεβαιότητα. Είναι μια άβολη κατάσταση - και από άποψη νομισματικής πολιτικής» επισήμανε.
«Περιπλέκουν την κατάσταση τα ομόλογα»
Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής έχουν ευρέως προβλέψει μια ακόμη αύξηση των επιτοκίων την επόμενη εβδομάδα, μετά από εκείνη κατά 25 μονάδων βάσης τον Ιούνιο.
Την ίδια ώρα, ο πληθωρισμός στην ευρωζώνη αυξήθηκε στο 3,3% τον Αύγουστο, σύμφωνα με στοιχεία της Τρίτης, ενώ η οικονομία αποδεικνύεται πιο ανθεκτική από το αναμενόμενο σε αντίξοες συνθήκες, συμπεριλαμβανομένου του πολέμου στο Ιράν.
«Ο πληθωρισμός δεν είναι κοντά στον μεσοπρόθεσμο στόχο μας», δήλωσε ο Νάγκελ. «Ανέρχεται σε περίπου 3% αντί για 2%. Και σύμφωνα με τις προβλέψεις του Ιουνίου, ο πληθωρισμός θα επιστρέψει στο 2% μεσοπρόθεσμα μόνο εάν τα επιτόκια είναι υψηλότερα».
Προειδοποίησε ότι η πιθανότητα δευτερογενών επιπτώσεων, όταν ο πληθωρισμός εξαπλώνεται σε άλλα μέρη της οικονομίας και στους μισθούς, αυξάνεται όταν τα κέρδη των τιμών παραμένουν υψηλά για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Σχολιάζοντας την πρόσφατη αύξηση των αποδόσεων των παγκόσμιων ομολόγων, ο Νάγκελ δήλωσε ότι «περιπλέκει την κατάσταση».
«Οι συμμετέχοντες στην αγορά απαιτούν τώρα υψηλότερες αποδόσεις παγκοσμίως επειδή αντιμετωπίζουν πολλές αβεβαιότητες», είπε.
Σταθερότητα τιμών
Απαντώντας στο ερώτημα αν και κατά πόσον ενέχει η αύξηση των επιτοκίων τον κίνδυνο επιβράδυνσης της οικονομίας, ο Γιόαχιμ Νάγκελ επισημαίνει τα εξής:
«Η εντολή μας είναι να διασφαλίσουμε τη σταθερότητα των τιμών και η σταθερότητα των τιμών ωφελεί όλους. Συνολικά, η ζώνη του ευρώ αποδεικνύεται αρκετά ανθεκτική σε όλες τις γεωοικονομικές αντιξοότητες που αντιμετωπίζουμε. Σε ολόκληρη την ευρωζώνη, η ανάπτυξη του δεύτερου τριμήνου ήταν ισχυρότερη από την αναμενόμενη. Στη Γερμανία, τα στοιχεία για τις εξαγωγές ήταν αρκετά σταθερά και οι παραγγελίες στον κατασκευαστικό κλάδο είναι αξιοπρεπείς. Η ανάπτυξη εκεί δεν είναι ακόμη πολύ υψηλή, αλλά, με βάση τα δύο πρώτα τρίμηνα, είμαστε σε καλό δρόμο για να φτάσουμε περίπου στο 1% φέτος, ποσοστό σημαντικά καλύτερο από την πρόβλεψή μας του Ιουνίου».
Ερωτηθείς στη συνέχεια αν με τους δασμούς του Ντόναλντ Τραμπ και το κλείσιμο της Κίνας, θα πρέπει η Γερμανία να βασίζεται περισσότερο στην εγχώρια ανάπτυξη και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ο Γιόαχιμ Νάγκελ απάντησε ότι «τόσο η Ευρωζώνη όσο και η Γερμανία μπορούν να επωφεληθούν σε μεγάλο βαθμό από την αυξημένη ευρωπαϊκή ανάπτυξη. Η Ευρώπη πρέπει να γίνει ισχυρότερη και πολύ πιο οικονομικά ολοκληρωμένη. Αποταμιεύσεις, επενδύσεις, τραπεζικές αγορές και ενέργεια: σε όλους αυτούς τους τομείς, η μεγαλύτερη ολοκλήρωση θα βοηθήσει στην ενίσχυση της ΕΕ»
Ευρωομόλογα και αμυντικές δαπάνες
Ερωτηθείς αν η έκδοση ευρώομολόγων για την τόνωση των αμυντικών δαπανών στην Ευρώπη είναι αποδεκτή, ο Νάγκελ υπογράμμισε ότι «υπό στενά καθορισμένες συνθήκες, ένα ασφαλές περιουσιακό στοιχείο [δηλαδή στην προκειμένη περίπτωση τα ευρωομόλογα] μπορεί να στοχεύσει σε έναν συγκεκριμένο σκοπό, όπως ο αμυντικός τομέας. Έχοντας αυτό κατά νου, εμείς στο Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ υποβάλαμε πρόταση τον Φεβρουάριο για την υποστήριξη ασφαλών περιουσιακών στοιχείων - δηλαδή, κοινού ευρωπαϊκού χρέους που μπορούν να αγοράσουν οι επενδυτές - διατηρώντας παράλληλα τα κατάλληλα κίνητρα για συνετές δημοσιονομικές πολιτικές. Αυτό δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως δικαιολογία για την αποφυγή της σταθεροποίησης των εθνικών προϋπολογισμών ή της συμμόρφωσης με τους κανόνες της ΕΕ».
Ερωτηθείς αν ανησυχεί από την άνοδο του εθνικισμού στην Ευρώπη και ειδικότερα στη Γαλλία και στη Γερμανία ο Γερμανός κεντρικός τραπεζίτης αναφέρει τα εξής:
«Υπάρχουν άνθρωποι στη Γερμανία που ισχυρίζονται ότι είναι πατριώτες ενώ προτείνουν την εγκατάλειψη του ευρώ. Πρέπει να υπενθυμίσω σε όλους ότι η Γερμανία έχει ευημερήσει πάρα πολύ χάρη στο ενιαίο νόμισμα - όπως ακριβώς η Γαλλία και ολόκληρη η νομισματική ένωση. Η κίνηση προς την κατεύθυνση της αποσυναρμολόγησής του θα ήταν ανεύθυνη και εξαιρετικά επικίνδυνη, και το αποτέλεσμα θα ήταν αντιπαραγωγικό. Ανησυχώ ειλικρινά για το γεγονός ότι άνθρωποι στη Γερμανία - και αλλού - εξετάζουν μια τέτοια πορεία».
Τέλος, απαντώντας στο ερώτημα αν είναι υποψήφιος διάδοχος της Κριστίν Λαγκάρντ στην προεδρία της ΕΚΤ, δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο δίδοντας την εξής απάντηση: «Το έχω πει και πριν και ισχύει ακόμα και σήμερα: κάθε άτομο στο τραπέζι του Διοικητικού Συμβουλίου μπορεί να θεωρηθεί υποψήφιος με υψηλά προσόντα. Και υπάρχουν επίσης ισχυροί υποψήφιοι εκτός του Συμβουλίου που είναι ικανοί να καλύψουν αυτόν τον ρόλο. Τελικά θα αποφασιστεί στην πολιτική σκηνή».



