Μια είδηση, προκάλεσε πρόσφατα αίσθηση στο εξειδικευμένο κοινό: η πολύπαθη από τον πολυετή εμφύλιο πόλεμο Συρία, έγινε πάλι αυτάρκης σε σιτηρά! Προφανώς βοήθησε ο βροχερός χειμώνας και οι ευνοϊκές συνθήκες της άνοιξης, αλλά είναι μόνο αυτό; Για την ακρίβεια η Συρία, προστέθηκε στις χώρες της Βορείου Αφρικής που και αυτές αύξησαν φέτος ουσιαστικά την παραγωγή τους, είτε αγγίζοντας τα όρια αυτάρκειας είτε μειώνοντας ουσιαστικά τις εισαγωγές τους.
Πέραν από τον ευνοϊκό καιρό, συμβαίνουν ακόμη μια πλειάδα λόγοι που έχει αυξηθεί τόσο πολύ η παραγωγή σιτηρών γύρω από την Μεσόγειο. Όλες οι χώρες αυτές, έχουν πια συγκροτημένη αγροτική πολιτική, είτε αυτοτελώς, είτε με την βοήθεια του FAO, αλλά και μεγάλων ιδιωτικών εταιρειών και κεφαλαίων, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της Αλγερίας.
Ξεκινώντας από τα πιο απλά μέτρα, όπως την εισαγωγή στις παραδοσιακές περιοχές νέων ποικιλιών σπόρων σε χαμηλή -επιδοτούμενη- τιμή, μέχρι τα πιο πολύπλοκα, όπως τη σύναψη διακρατικών συμφωνιών, όπως το Σύμφωνο της Τρίπολης για την κατανομή και εκμετάλλευση των υπογείων κοιτασμάτων της Σαχάρα, όλες έχουν θέσει ψηλά στις κυβερνητικές προτεραιότητες την αγροτική ανάπτυξη και την διατροφική ασφάλεια.

Ασφυκτική εξάρτηση από Ιταλία και ο... από βορράν κίνδυνος
Δεδομένου ότι στις διατροφικές τους συνήθειες περιλαμβάνονται τα προϊόντα από σκληρό σιτάρι, οι εξελίξεις εκεί μας ενδιαφέρουν και μάλιστα έντονα. Εδώ σε εμάς, η σιτοκαλλιέργεια, έχει επεκταθεί σε ανησυχητικό βαθμό, εξαιτίας της μηδαμινής κερδοφορίας άλλων μεγάλων καλλιεργειών. Μέρος της παραγωγής μας καταναλώνεται επιτόπια, ένα μικρό μέρος εξάγεται μεταποιημένο χάρη στις προσπάθειες μεγάλων κυρίως μύλων και βιομηχανιών ζυμαρικών, ενώ ένα μεγάλο μέρος, ίσως και το μισό σε περιόδους αφθονίας, εξάγεται σε μορφή όπως βγήκε από το χωράφι στην γειτονική Ιταλία.
Και ο πλέον αδαής περί τα θέματα αυτά, θα καταλάβει αμέσως ότι το μέλλον μας είναι αποκλειστικά συνδεδεμένο με την Ιταλική αγορά, η οποία ως παγκόσμιος ηγέτης, επηρεάζει και επηρεάζεται και από τις εξελίξεις στις άλλες μεγάλες καταναλώτριες χώρες σκληρού σιταριού, όπως είναι οι Μεσογειακές.
Να σημειωθεί, ότι λόγω των καλύτερων χαρακτηριστικών του σε σχέση με το μαλακό σιτάρι, η χρήση του σκληρού επεκτείνεται σε νέες χώρες και καταναλωτές. Το κέρδος όμως αυτό, το εισπράττουν σε μεγάλο βαθμό οι ισχυροί Ιταλικοί επιχειρηματικοί όμιλοι, καθώς και νεότευκτες εταιρείες που στήνονται σε χώρες βορειότερα ημών, που έχουν πρόσφατα αρχίσει να καλλιεργούν σκληρό σιτάρι ελέω κλιματικής αλλαγής.
Αλλά επειδή εκεί οι αλλαγές θα πάρουν λίγο χρόνο ακόμη (για παράδειγμα στην άλλη πολύπαθη Ουκρανία και συγκεκριμένα στην γνωστή πόλη Λιβλ, χτίζεται ένας τεράστιος μύλος για σκληρό σιτάρι, ικανός να καλύψει την σημερινή κατανάλωση της χώρας), προέχει να εστιαστούμε στις άλλες χώρες της Μεσογείου.
Η μεσογειακή παραγωγή σε νέα φάση
Τα τελευταία χρόνια, οι χώρες της Μεσογείου, ήταν οι καλύτεροι πελάτες των σκληρών σιτηρών του Καναδά, τα οποία εισήγαγαν μέσω διαγωνισμών, τους περισσότερους από τους οποίους κέρδιζαν Ιταλικές εταιρείες. Η επίμονη για πολλά χρόνια ξηρασία, υπερίσχυε των κυβερνητικών προσπαθειών σε Τυνησία, Αλγερία, Μαρόκο και Αίγυπτο που προσπαθούσαν να βελτιώσουν τις αποδόσεις και να εισάγουν νέες εκτάσεις στην σιτοκαλλιέργεια.
Φέτος, η κατάσταση ανετράπη και οι προσπάθειες αυτές έδειξαν την έκταση της επιτυχίας. Ο Πρόεδρος της Αλγερίας, πριν ένα περίπου μήνα, βγήκε πρώτος και ανακοίνωσε ότι η χώρα του έγινε επιτέλους αυτάρκης σε σκληρό σιτάρι, εξοικονομώντας περί το 1,5 δισ. δολάρια ετησίως, επισημαίνοντας τις προσπάθειες της κυβέρνησής του προς την κατεύθυνση αυτή.
Στο γειτονικό Μαρόκο, κι εκεί η σοδειά αυξήθηκε σημαντικά, όχι όμως μόνο χάρη του καιρού. Συστηματικά και επί χρόνια, οι τοπικοί ερευνητικοί σταθμοί, βασίστηκαν σε ντόπιες παραδοσιακές ποικιλίες ανθεκτικές στην ξηρασία και έφτιαξαν μια νέα ποικιλία την Jawahir, πολλά υποσχόμενη σε περιπτώσεις ξηρασίας, πόσο μάλλον κανονικών καιρικών συνθηκών.
Στην Τυνησία, τα πράγματα είναι λιγότερο ενθαρρυντικά, αφού εκεί το κανονιστικό πλαίσιο και η χαμηλότερη ίσως προτεραιότητα που δίνεται στην αγροτική ανάπτυξη, είχε σαν αποτέλεσμα να χαθεί ο στόχος της αυτάρκειας σε σκληρό σιτάρι που είχε τεθεί για φέτος πριν 3 χρόνια.
Τέλος η μεγάλη αγορά της Αιγύπτου, κυριαρχείται από το μαλακό σιτάρι, χάρη στην τεράστια κατανάλωση του επιδοτούμενου ψωμιού, το εις Μπαλαντί. Κι εκεί όμως το σκληρό σιτάρι ανεβαίνει σε ζήτηση, με αποτέλεσμα η εγχώρια παραγωγή να καλύπτει μικρό μέρος της ζήτησης, περί το 20 με 30% με βάσει εκτιμήσεις και όχι στοιχεία.

Υπάρχει χώρος για το ελληνικό σκληρό σιτάρι;
Αναρωτιέται λοιπόν κανείς, εν όψει μάλιστα των εργασιών προετοιμασίας των χωραφιών για σπορά σε ολόκληρη της Ελλάδα, ποιο μπορεί να είναι το μέλλον της ελληνικής σιτοπαραγωγής, σχεδόν αποκλειστικά σκληρού σιταριού, όταν όλες οι γειτονικές χώρες προσπαθούν και σε πολλές περιπτώσεις φαίνεται ότι επιτυγχάνουν, να αυξήσουν την τοπική τους παραγωγή.
Ερωτήματα όπως: «πώς θα τα καταφέρουν;», «αυξάνεται η ζήτηση ταχύτερα από την προσφορά;» ή «υπάρχουν ποιοτικά κενά που δεν μπορούν να καλυφθούν τοπικά;» δεν έχουν απαντηθεί από κανέναν αρμόδιο στην Ελλάδα. Και λέγοντας αρμόδιο, εννοούμε δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς.
Υπάρχουν άραγε αναφορές των εκεί πρεσβειών μας επί του θέματος; Οι φορείς των αγροτών, έχουν εντοπίσει ευκαιρίες στις χώρες αυτές και κινδύνους από την αποκλειστική εξάρτηση από την Ιταλική Βιομηχανία ζυμαρικών; Οι ιδιώτες εξαγωγείς, έχουν εξερευνήσει τις αγορές των εκεί χωρών και τις έχουν αποκλείσει, αφού οι εξαγωγές μας δεν είναι σημαντικές;
Το μέλλον της σιτοκαλλιέργειας στην Ελλάδα, δεν σχετίζεται ευθέως με την ανάπτυξη της υπαίθρου και της ζωής εκεί. Η καλλιέργειας του σκληρού σιταριού, μπορεί να γίνει από κατοίκους αστικών κέντρων...εξ αποστάσεως, με ελάχιστες επισκέψεις στο χωράφι. Παρ' όλα αυτά, είναι η καλλιέργεια που απασχολεί σήμερα τα περισσότερα χωράφια μας, αφού οι λεγόμενες δυναμικές δεν μπορούν να δώσουν εισόδημα. Εάν φύγει και αυτή από το προσκήνιο, τότε τα 6,5 εκατ. στρέμματα που με βάση παλαιότερα στοιχεία ήταν ακαλλιέργητα στην χώρα μας, θα γίνουν εύκολα 16,5 εκατ. ίσως και περισσότερα.
Με το σκεπτικό αυτό, όποιος είναι ή αισθάνεται αρμόδιος και υπεύθυνος στην χώρας μας επί του θέματος, καλό θα ήταν να μας ενημερώσει για τη θέση της Ελληνικής σιτοκαλλιέργειας στο νέο σκηνικό όπως διαμορφώνεται εσχάτως.
Προς επίρρωση των ανησυχιών που εκφράστηκαν παραπάνω, οι τιμές του μαλακού σιταριού που διαπραγματεύονται στα μεγάλα διεθνή χρηματιστήρια, ανέβηκαν μετά την έναρξη των εχθροπραξιών του Κόλπου σημαντικά και άρχισαν πάλι να υποχωρούν, αφού οι αποθήκες είναι υπερπλήρεις. Αντίθετα, οι διεθνείς τιμές του σκληρού σιταριού, έμειναν ατάραχες απέναντι στα γεγονότα, σα να μην τις αφορούσαν καθόλου.
Τα σημάδια δεν είναι καλά και η Πυθία για να μαντέψουμε έτσι χωρίς σχέδιο το μέλλον δεν είναι πια κοντά μας...



