Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Σκοτ Μπέσεντ ανέφερε ότι η Ουάσινγκτον προετοιμάζεται να ασκήσει πρωτοφανή οικονομική πίεση στο Ιράν, μια δήλωση που αντιμετωπίστηκε με σκεπτικισμό από επικριτές, δεδομένου ότι η χώρα βρίσκεται ήδη αντιμέτωπη με ναυτικό αποκλεισμό και χιλιάδες κυρώσεις.
Παρότι η κυβέρνηση Τραμπ δεν έχει αποκαλύψει τι ακριβώς σχεδιάζει, εξακολουθούν να υπάρχουν ορισμένα σημεία πίεσης που θα μπορούσε να στοχεύσει το υπουργείο Οικονομικών υπό τον Μπέσεντ. Η βασική πρόκληση είναι ότι η αξιοποίηση των εναπομεινάντων μέσων πίεσης ενέχει τον κίνδυνο να προκαλέσει αρνητικές επιπτώσεις στην ίδια την αμερικανική οικονομία.
«Εκτός εάν ο πρόεδρος αποφασίσει να θέσει την αντιμετώπιση της απειλής από το Ιράν πάνω από όλα τα άλλα ζητήματα, και συγκεκριμένα πάνω από την Κίνα, είναι απίθανο οποιοδήποτε μέτρο λάβουν να αλλάξει ουσιαστικά τον υπολογισμό του Ιράν», δήλωσε ο Κρις Κένεντι, αναλυτής της Bloomberg Economics.
Ακολουθούν ορισμένες από τις επιλογές που έχει στη διάθεσή της η αμερικανική κυβέρνηση. Δεν αποτελούν σίγουρο κατάλογο και παραμένει ασαφές ποια από αυτά τα μέτρα, θα επιλέξει η κυβέρνηση.
Οι αξιωματούχοι θα μπορούσαν να συνδυάσουν αρκετά από αυτά τα μέτρα ή να επιλέξουν μια εντελώς διαφορετική προσέγγιση.
Σχέσεις με την Κίνα
Η Κίνα αγοράζει περισσότερο από το 90% των εξαγωγών πετρελαίου του Ιράν. Η επιβολή κυρώσεων σε εταιρείες που διευκολύνουν αυτές τις αγορές θα περιόριζε άμεσα τα έσοδα της Τεχεράνης από το πετρέλαιο.
Η Ουάσινγκτον έχει ήδη επιβάλει κυρώσεις σε ορισμένα κινεζικά «teapot refineries» - μικρά, ανεξάρτητα διυλιστήρια - και σε εταιρείες από τότε που οι ΗΠΑ ξεκίνησαν τον πόλεμο κατά του Ιράν στα τέλη Φεβρουαρίου. Ωστόσο, μέχρι στιγμής οι ΗΠΑ έχουν αποφύγει να στοχοποιήσουν τις μεγάλες κινεζικές τράπεζες που χρηματοδοτούν το εμπόριο.
Ο κίνδυνος είναι ότι η στοχοποίηση κινεζικών εταιρειών ή χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων θα μπορούσε να επιδεινώσει τις εντάσεις με το Πεκίνο, ενόψει της προγραμματισμένης συνάντησης του προέδρου Τραμπ με τον Κινέζο ηγέτη Σι Τζινπίνγκ.
Υπάρχει επίσης ένα οικονομικό δίλημμα, καθώς ο περιορισμός των ιρανικών φορτίων πετρελαίου θα αφαιρούσε από την παγκόσμια αγορά φθηνό αργό και θα μπορούσε να οδηγήσει σε νέα άνοδο των ήδη αυξημένων τιμών του πετρελαίου.
Τον Μάιο, η Κίνα έδωσε εντολή στις εγχώριες εταιρείες να μην συμμορφώνονται με τις αμερικανικές κυρώσεις σε βάρος πέντε διυλιστηρίων, ενώ οι μεγαλύτερες κινεζικές τράπεζες βρέθηκαν αντιμέτωπες με ένα δύσκολο δίλημμα: από τη μία την οδηγία του Πεκίνου και από την άλλη τον κίνδυνο να χάσουν την πρόσβαση στο αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Ανταλλακτήρια συναλλάγματος
Υπάρχουν αρκετά ανταλλακτήρια συναλλάγματος σε χώρες όπως τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, τα οποία βοηθούν το Ιράν να επαναπατρίζει κεφάλαια. Αφού το Ιράν πραγματοποιήσει τις πωλήσεις πετρελαίου του, εξακολουθεί να χρειάζεται ανταλλακτήρια και μεσάζοντες για να μετατρέψει τις πληρωμές - οι οποίες συχνά γίνονται σε κινεζικά γουάν - σε νομίσματα που μπορεί πράγματι να χρησιμοποιήσει η Τεχεράνη.
Το υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ έχει ήδη δείξει ότι θεωρεί αυτό το σημείο ευάλωτο, επιβάλλοντας κυρώσεις σε ορισμένα ιρανικά ανταλλακτήρια, στο πλαίσιο της εκστρατείας του Μπέσεντ που ονομάζεται «Economic Fury», με την κατηγορία ότι βοήθησαν στο ξέπλυμα δισεκατομμυρίων δολαρίων σε ξένο συνάλλαγμα.
Μια τέτοια κίνηση θα μπορούσε να εμποδίσει το Ιράν να έχει πρόσβαση σε μεγάλο μέρος των κεφαλαίων του. Ωστόσο, το Ιράν έχει περάσει χρόνια δημιουργώντας εναλλακτικά κανάλια μεταφοράς χρημάτων εκτός του επίσημου χρηματοπιστωτικού συστήματος. Ως εκ τούτου, ο αποκλεισμός μεμονωμένων ανταλλακτηρίων πιθανότατα θα οδηγούσε τις συναλλαγές προς νέους μεσάζοντες, άλλα νομίσματα ή ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία, αντί να τις σταματήσει εντελώς.
Εμπορικοί εταίροι του Ιράν
Οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να απειλήσουν με δευτερογενείς κυρώσεις οποιαδήποτε οντότητα πραγματοποιεί ακόμη και περιορισμένες συναλλαγές με το Ιράν, ακολουθώντας μια προσέγγιση παρόμοια με εκείνη που υιοθέτησε ο Τραμπ απέναντι στη Βόρεια Κορέα το 2017.
Αυτό θα μπορούσε να αναγκάσει ξένες εταιρείες και τράπεζες να επιλέξουν ανάμεσα στο να συνεχίσουν τις δραστηριότητές τους στο Ιράν και στο να διατηρήσουν την πρόσβασή τους στο αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα, επεκτείνοντας δυνητικά την επιρροή της Ουάσιγκτον πολύ πέρα από τις εταιρείες που εμπλέκονται άμεσα στο εμπόριο ιρανικού πετρελαίου.
Μια τέτοια κίνηση θα μπορούσε να ασκήσει πρόσθετη πίεση στη Ρωσία και την Κίνα, αλλά και σε εταιρείες και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα χωρών που συνορεύουν με το Ιράν - μεταξύ αυτών και αμερικανικοί εταίροι, όπως η Τουρκία - οι οποίοι διατηρούν σημαντικές εμπορικές σχέσεις με την Τεχεράνη.
Ο Τραμπ έχει ήδη εξετάσει μια εκδοχή αυτής της προσέγγισης, απειλώντας με δασμούς 25% τις χώρες που πραγματοποιούν εμπορικές συναλλαγές με το Ιράν. Μέχρι στιγμής, ωστόσο, δεν έχει προχωρήσει στην επιβολή τους.
Περιουσιακά στοιχεία στο εξωτερικό
Οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να προχωρήσουν πέρα από το πάγωμα των περιουσιακών στοιχείων της ιρανικής κυβέρνησης και να επιχειρήσουν να κατασχέσουν περιουσιακά στοιχεία που βρίσκονται ήδη υπό αμερικανική δικαιοδοσία, αξιοποιώντας ως προηγούμενο μια κίνηση της κυβέρνησης Μπους μετά την εισβολή στο Ιράκ το 2003.
Ωστόσο, το απόθεμα των ιρανικών κρατικών περιουσιακών στοιχείων που βρίσκονται πράγματι εντός της εμβέλειας των ΗΠΑ ενδέχεται να είναι περιορισμένο. Επιπλέον, η κατάσχεσή τους θα ήταν νομικά και διπλωματικά πολύ πιο περίπλοκη από το απλό πάγωμά τους.
Μεγάλο μέρος του ιρανικού πλούτου στο εξωτερικό βρίσκεται σε τρίτες χώρες και η Ουάσινγκτον θα χρειαζόταν τη συνεργασία των κυβερνήσεων αυτών των χωρών για να μπορέσει να τον κατασχέσει.
Ο σκιώδης στόλος
Παρότι ο ναυτικός αποκλεισμός των ΗΠΑ έχει περιορίσει την κίνηση πλοίων προς τα ιρανικά λιμάνια, η Ουάσινγκτον ενδέχεται να εξετάσει μια πιο ολοκληρωμένη επιχείρηση.
Αυτή δεν θα στόχευε μόνο μεμονωμένα πλοία, αλλά και τις εταιρείες, τους τερματικούς σταθμούς και τις υπόλοιπες υποδομές που καθιστούν δυνατές αυτές τις μεταφορές.
Οι ΗΠΑ έχουν ήδη επιβάλει κυρώσεις σε πλοία και σε ορισμένες οντότητες που εμπλέκονται στον αποκαλούμενο «σκιώδη στόλο» του Ιράν.



