Οι ευρωπαϊκές μετοχές διαχρονικά δυσκολεύονται να προσελκύσουν τον ίδιο ενθουσιασμό των επενδυτών που απολαμβάνουν οι αμερικανικές μετοχές και ορισμένες ταχέως αναπτυσσόμενες ασιατικές αγορές. Η Ευρώπη διαθέτει λιγότερες εταιρείες υψηλής ανάπτυξης, πιο περιορισμένες κεφαλαιαγορές και θεωρείται ότι παρουσιάζει λιγότερο ελκυστικές μακροπρόθεσμες προοπτικές αύξησης των κερδών.
Ωστόσο, όπως αναφέρει το CNBC, η αύξηση των κρατικών δημοσιονομικών δαπανών στις αρχές του 2025 έδωσε νέα ώθηση στις αγορές. Φέτος, η εικόνα είναι πιο σύνθετη, όμως ο πανευρωπαϊκός δείκτης Stoxx 600 έχει αποδειχθεί αξιοσημείωτα ανθεκτικός.
Ο βασικός ευρωπαϊκός δείκτης παρακολουθεί 600 εταιρείες μεγάλης, μεσαίας και μικρής κεφαλαιοποίησης από 17 ευρωπαϊκές χώρες και ουσιαστικά αποτελεί το ευρωπαϊκό αντίστοιχο του S&P 500.
Ο Stoxx 600 έχει καταγράψει άνοδο 10% από τις αρχές του 2026, ελαφρώς χαμηλότερη από την αντίστοιχη επίδοση του βορειοαμερικανικού δείκτη, ο οποίος έχει σημειώσει κέρδη 13,5% κατά την ίδια περίοδο.
Οι ευρωπαϊκές αγορές συχνά περνούν απαρατήρητες σε σύγκριση με τις μεγαλύτερες και πιο ρευστές αμερικανικές αγορές. Ωστόσο, η Goldman Sachs επιχείρησε την περασμένη εβδομάδα να καταρρίψει ορισμένους από τους «μύθους» σχετικά με τις επενδύσεις στην Ευρώπη.
«Οι επιδόσεις (στην Ευρώπη) ήταν πολύ πιο διαφοροποιημένες από ό,τι υποδηλώνει η εικόνα που επικρατεί στην αγορά ή αντιλαμβάνονται οι περισσότεροι επενδυτές», έγραψαν οι αναλυτές σε σημείωμά τους στις 10 Αυγούστου. «Από το 2022, οι ευρωπαϊκές τράπεζες έχουν ξεπεράσει σημαντικά σε απόδοση τις μετοχές των Magnificent 7. Από τις αρχές του 2025 - και παρά το σοκ των δασμών και την ενεργειακή κρίση - ο Stoxx της Ευρώπης έχει ξεπεράσει σε απόδοση τον S&P 500».
Ένας ακόμη «μύθος» που επικαλείται η Goldman είναι η άποψη ότι ο κινεζικός ανταγωνισμός αποτελεί σημαντικό εμπόδιο για τις ευρωπαϊκές εταιρείες.
«Το χρηματιστήριο δεν είναι η οικονομία και οι μεγαλύτεροι κλάδοι - χρηματοοικονομικά, φαρμακευτικές, τεχνολογία, ενέργεια, κοινής ωφέλειας, τηλεπικοινωνίες, αεροδιαστημική και άμυνα - δεν είναι ιδιαίτερα ευάλωτοι στις φθηνές εισαγωγές από την Κίνα», προσθέτει η Goldman. «Οι αυτοκινητοβιομηχανίες αντιπροσωπεύουν μόλις το 1% της χρηματιστηριακής αξίας της Ευρώπης».
Ο ευρωπαϊκός κλάδος αυτοκινήτου έχει δεχθεί έντονη κριτική, καθώς η βιομηχανία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια πολυετή διαρθρωτική κρίση. Η επιβράδυνση της ζήτησης για ηλεκτρικά οχήματα, η απώλεια μεριδίου αγοράς από τους Κινέζους ανταγωνιστές και το υψηλότερο κόστος δανεισμού δημιούργησαν την τελευταία πενταετία μια «τέλεια καταιγίδα», ενώ οι όγκοι πωλήσεων εξακολουθούν να βρίσκονται πολύ χαμηλότερα από τα προ πανδημίας επίπεδα.
Ο δείκτης Stoxx Autos έχει υποχωρήσει κατά 16% από τις αρχές του έτους. Η Volkswagen AG και η Stellantis συγκαταλέγονται στις χειρότερες επιδόσεις, με πτώση 27,6% και 51,9% αντίστοιχα.
Χρειάζεται η Ευρώπη να αγκαλιάσει την τεχνητή νοημοσύνη;
Η BNP Paribas εκτιμά ότι η Ευρώπη είναι πιθανότερο να αποτελέσει ωφελούμενη από την τεχνητή νοημοσύνη παρά να ηγηθεί στην ανάπτυξή της, με τον κλάδο αυτοκινήτου να είναι μεταξύ εκείνων που θα μπορούσαν να επωφεληθούν.
«Σε αυτό το σημείο, ο κλάδος είναι τόσο φθηνός που κανείς ουσιαστικά δεν σκέφτεται τις πιθανές ανοδικές προοπτικές του», δήλωσε στο CNBC η Sophie Huynh, διαχειρίστρια χαρτοφυλακίου και στρατηγική αναλύτρια στην BNP Paribas Asset Management.
«Το θέμα είναι να καταλάβουμε πότε οι αγορές θα αρχίσουν να συζητούν αυτή την προοπτική, γιατί μπορεί να διακρατείς αυτούς τους κλάδους υψηλής αξίας για ένα ή δύο χρόνια προτού η συναίνεση της αγοράς αντιληφθεί ότι η επένδυση πρόκειται να αποδώσει».
Η Huynh πρόσθεσε ότι μεγάλο μέρος των θετικών ειδήσεων για την κατανάλωση στις ΗΠΑ έχει ήδη προεξοφληθεί στις τιμές, «οπότε η δυναμική της αμερικανικής οικονομίας επιβραδύνεται, ενώ η Ευρώπη μόλις αρχίζει να ανακάμπτει».
Η Goldman αναγνώρισε ότι η Ευρώπη βρίσκεται πίσω σε αρκετούς τομείς, μεταξύ άλλων στην ανάπτυξη κέντρων δεδομένων και στα frontier AI models, γεγονός που θα μπορούσε να έχει αρνητικές συνέπειες για την ασφάλεια, αλλά και για την παραγωγικότητα και την ανάπτυξη μακροπρόθεσμα.
Ωστόσο, οι στρατηγικοί αναλυτές της τράπεζας υποστήριξαν ότι το γεγονός πως η Ευρώπη υστερεί στην επενδυτική κούρσα της τεχνητής νοημοσύνης μπορεί να μην είναι απαραίτητα κακό.
Η ευρωπαϊκή αγορά, σημείωσαν, μπορεί να λειτουργήσει ως αντιστάθμιση κινδύνου για επενδυτές που ανησυχούν για ορισμένους από τους κινδύνους που συνδέονται με την AI, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τον ανταγωνισμό από την Κίνα.



