Οι traders και οι στρατηγικοί αναλυτές της Wall Street εκτιμούν ότι ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ, στέλνει νέα μηνύματα ότι επιθυμεί να αποτρέψει μια περαιτέρω απότομη άνοδο των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων.
Μέσα σε διάστημα μίας εβδομάδας, προχώρησε σε κινήσεις που, σύμφωνα με τους αναλυτές, αποσκοπούν στην αποσυμπίεση των πιέσεων στην αγορά αμερικανικών κρατικών ομολόγων, μετά την άνοδο των μακροπρόθεσμων επιτοκίων σε υψηλό 19 ετών, αυξάνοντας το κόστος δανεισμού τόσο για τους αγοραστές κατοικιών όσο και για μεγάλο μέρος των αμερικανικών επιχειρήσεων.
Αρχικά, πραγματοποίησε την πρώτη παρέμβαση των ΗΠΑ στην αγορά συναλλάγματος από το 1998, με στόχο τη στήριξη του γεν. Με τον τρόπο αυτό περιόρισε τον κίνδυνο να αναγκαστεί η Ιαπωνία να πουλήσει αμερικανικά κρατικά ομόλογα για να εξασφαλίσει τα δολάρια που χρειάζεται για να αγοράσει γεν. Παράλληλα, αναφέρθηκε σε μια διευκόλυνση της Federal Reserve στην οποία θα μπορούσε να προσφύγει το Τόκιο στο μέλλον.
Στη συνέχεια, κατά την τριμηνιαία ανακοίνωση του υπουργείου Οικονομικών για τις εκδόσεις ομολόγων την περασμένη εβδομάδα, μια λεπτή αλλά απροσδόκητη αλλαγή στη σχετική καθοδήγηση ερμηνεύτηκε ως ένδειξη ότι ανοίγει ο δρόμος για πιθανές μειώσεις στις εκδόσεις μακροπρόθεσμων ομολόγων.
Ο Μπέσεντ έχει επίσης κάνει σειρά τηλεοπτικών εμφανίσεων και αναρτήσεων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για να υπερασπιστεί τη νέα επικοινωνιακή στρατηγική του προέδρου της Federal Reserve, Κέβιν Γουόρς, ο οποίος προκάλεσε άνοδο των αποδόσεων μετά τη συνεδρίαση του περασμένου μήνα, όταν δεν εξήγησε πώς - ούτε πότε - θα μπορούσε η κεντρική τράπεζα να κινηθεί για να περιορίσει τον πληθωρισμό.
Συνολικά, οι κινήσεις αυτές δείχνουν ότι ο Μπέσεντ επιχειρεί να κάνει ό,τι περνά από το χέρι του για να ανακόψει την άνοδο των μακροπρόθεσμων αποδόσεων των ομολόγων, οι οποίες έχουν αυξηθεί λόγω του επίμονου πληθωρισμού και των σχεδόν 2 τρισεκατομμυρίων δολαρίων ετήσιων δημοσιονομικών ελλειμμάτων, που οδηγούν σε διαρκώς μεγαλύτερη προσφορά νέου χρέους.
«Η Fed και το υπουργείο Οικονομικών πρέπει να ανησυχούν για το επίπεδο των μακροπρόθεσμων αποδόσεων», δήλωσε η Priya Misra, διαχειρίστρια χαρτοφυλακίου στην JPMorgan Asset Management. «Η παρέμβαση στην Ιαπωνία, η στήριξη προς τον Γουόρς και μια πιθανή μείωση της προσφοράς μακροπρόθεσμου χρέους μπορεί να αποτελούν προσπάθειες του υπουργείου Οικονομικών να σηματοδοτήσει ότι παρακολουθεί την κίνηση των επιτοκίων και δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει τα διαφορετικά εργαλεία που έχει στη διάθεσή του».
Τελικά, η επιρροή του Μπέσεντ είναι περιορισμένη, δεδομένων των ισχυρότερων δυνάμεων που διαμορφώνουν την αγορά. Την Παρασκευή, οι αποδόσεις των αμερικανικών κρατικών ομολόγων υποχώρησαν, αφού έκθεση του υπουργείου Εργασίας έδειξε σημαντική επιδείνωση στην αγορά εργασίας, ένδειξη ότι η οικονομία επιβραδύνεται. Μια χαμηλότερη από την αναμενόμενη αύξηση του δείκτη τιμών καταναλωτή την Τετάρτη θα μπορούσε να ενισχύσει περαιτέρω αυτή την τάση στην αγορά.
Ωστόσο, οι κινήσεις του υπουργείου Οικονομικών θεωρήθηκαν ένδειξη ότι είναι διατεθειμένο να κάνει ό,τι μπορεί για να μειώσει το κόστος δανεισμού, κάτι που ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έχει επανειλημμένα χαρακτηρίσει προτεραιότητα. Εκπρόσωποι του υπουργείου Οικονομικών δεν απάντησαν σε αίτημα για σχόλιο.
Στις αρχές του περασμένου έτους, μετά την επιστροφή του Τραμπ στον Λευκό Οίκο, ο Μπέσεντ είχε δηλώσει ότι βασικός στόχος της κυβέρνησης ήταν η μείωση της απόδοσης του 10ετούς αμερικανικού ομολόγου, η οποία λειτουργεί ως σημείο αναφοράς για τα στεγαστικά δάνεια και άλλες μορφές δανεισμού.
Είχε υποστηρίξει ότι η δημοσιονομική πολιτική της κυβέρνησης θα βοηθούσε στην επίτευξη αυτού του στόχου μέσω της μείωσης των κρατικών δαπανών, συμβάλλοντας έτσι στην αποκλιμάκωση του πληθωρισμού.
Τον Νοέμβριο, αναφερόμενος στον ρόλο του ως «κορυφαίου πωλητή ομολόγων της χώρας», ο Μπέσεντ, πρώην διαχειριστής hedge fund, δήλωσε ότι οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων αποτελούν «ισχυρό βαρόμετρο για τη μέτρηση της επιτυχίας».
Ωστόσο, οι περικοπές δαπανών της κυβέρνησης είχαν περιορισμένο αντίκτυπο, ενώ οι φορολογικές μειώσεις αναμένεται να προσθέσουν σημαντικά ποσά στο δημόσιο χρέος κατά την επόμενη δεκαετία.
Παράλληλα, οι επιθέσεις του Τραμπ στη Fed - ο οποίος την περασμένη εβδομάδα επανέφερε την απειλή του να αποπέμψει τη διοικητή Λίζα Κουκ - έχουν προκαλέσει ανησυχία στους επενδυτές, καθώς θέτουν σε κίνδυνο την ανεξαρτησία της κεντρικής τράπεζας.
Επιπλέον, η άνοδος των τιμών του πετρελαίου λόγω του πολέμου με το Ιράν έχει προκαλέσει ένα νέο σοκ πληθωρισμού, συμβάλλοντας στην άνοδο της απόδοσης του 10ετούς αμερικανικού ομολόγου περίπου στο 4,65%, υψηλότερα από το επίπεδο στο οποίο βρισκόταν στην αρχή της δεύτερης θητείας του Τραμπ.
«Με τη δημοσιονομική πολιτική που έχει υιοθετηθεί και με τον πόλεμο, θα είναι δύσκολο να μειωθούν οι πιέσεις στο μακροπρόθεσμο τμήμα της καμπύλης αποδόσεων», δήλωσε ο John Velis, στρατηγικός αναλυτής μακροοικονομίας ΗΠΑ στην BNY.



