Παρά τις φιλόδοξες πρωτοβουλίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η εξάρτηση από τρίτες χώρες για τις κρίσιμες πρώτες ύλες παραμένει υψηλή, ενώ οι στόχοι που έχουν τεθεί για το 2030 δύσκολα θα επιτευχθούν χωρίς σημαντικές επενδύσεις, ταχύτερες αδειοδοτήσεις και χαμηλότερο ενεργειακό κόστος.
Έχοντας αναδείξει επανειλημμένα σε ευρωπαϊκό επίπεδο τις προκλήσεις που παραμένουν, ο Ευάγγελος Μυτιληναίος επανήλθε προ ημερών τονίζοντας ότι «τα μέταλλα δεν είναι απλώς ένας ακόμα βιομηχανικός τομέας» και ότι «διατηρούν ισχυρή στρατηγική διάσταση για την ανεξαρτησία της Ευρώπης σε όλα τα επίπεδα». Υπενθυμίζεται επίσης ότι η Metlen υλοποιεί ήδη στοχευμένες επενδύσεις και στην παραγωγή κρίσιμων πρώτων υλών, μεταξύ των οποίων το γάλλιο, που τοποθετούν την εταιρεία, αλλά και την Ελλάδα συνολικά, στον παγκόσμιο χάρτη.
Μια νέα ανάλυση, από την ABN Amro, έρχεται να αναδείξει την ευαλωτότητα της ΕΕ στον εφοδιασμό κρίσιμων πρώτων υλών, παρά τον Κανονισμό για τις Κρίσιμες Πρώτες Ύλες (Critical Raw Materials Act - CRMA), ο οποίος τέθηκε σε ισχύ με στόχο τη μείωση της εξάρτησης από περιορισμένο αριθμό προμηθευτών και την ενίσχυση της στρατηγικής αυτονομίας της Ευρώπης.
Η ABN Amro επισημαίνει ότι οι κρίσιμες πρώτες ύλες αποτελούν βασική προϋπόθεση για την ενεργειακή μετάβαση, την άμυνα, την αεροδιαστημική βιομηχανία, τις ψηφιακές τεχνολογίες, την παραγωγή μπαταριών και συνολικά για τη βιομηχανική ανθεκτικότητα της Ευρώπης. Ωστόσο, η πρόοδος προς αυτή την κατεύθυνση αποδεικνύεται πολύ πιο αργή από όσο επιθυμεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Οι στόχοι του 2030 παραμένουν μακριά
Ο CRMA θέτει συγκεκριμένους στόχους για το τέλος της δεκαετίας. Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιδιώκει έως το 2030 να εξορύσσει εντός των συνόρων της το 10% της ετήσιας κατανάλωσης κρίσιμων πρώτων υλών, να επεξεργάζεται το 40%, να ανακυκλώνει το 25% και παράλληλα να διασφαλίσει ότι καμία τρίτη χώρα δεν θα καλύπτει περισσότερο από το 65% των ευρωπαϊκών εισαγωγών για κάθε στρατηγικό υλικό.

Όμως, σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει η ABN Amro, οι στόχοι αυτοί απέχουν ακόμη σημαντικά από την πραγματικότητα. Η εξόρυξη εντός της ΕΕ αντιστοιχεί περίπου στο 8% της κατανάλωσης, ποσοστό ουσιαστικά αμετάβλητο από το 2024. Η δυναμικότητα επεξεργασίας βρίσκεται περίπου στο 24%, αρκετά χαμηλότερα από τον στόχο του 40%, ενώ η ανακύκλωση αντιστοιχεί μόλις στο 12%, δηλαδή περίπου στο μισό του επιδιωκόμενου στόχου.
Η εικόνα αυτή οδηγεί του αναλυτές της ABN Amro στο συμπέρασμα ότι, με τους σημερινούς ρυθμούς, η Ευρώπη δύσκολα θα επιτύχει τις φιλοδοξίες που έχει θέσει για το 2030.
Κόστος και γραφειοκρατία φρενάρουν τις επενδύσεις
Ένας από τους βασικούς λόγους είναι οι εξαιρετικά μεγάλες καθυστερήσεις στην ανάπτυξη νέων μεταλλείων. Στην Ευρώπη μπορεί να απαιτηθούν ακόμη και 20 χρόνια μέχρι ένα νέο ορυχείο να ξεκινήσει παραγωγή, καθώς η διαδικασία περιλαμβάνει χρονοβόρες περιβαλλοντικές εγκρίσεις, άδειες έρευνας, μεταλλευτικές παραχωρήσεις και πολεοδομικές εγκρίσεις. Παράλληλα, πρόκειται για επενδύσεις υψηλού κόστους, οι οποίες συχνά συνοδεύονται από καθυστερήσεις και υπερβάσεις προϋπολογισμού.
Σημαντικό εμπόδιο αποτελεί επίσης το υψηλό ενεργειακό κόστος στην Ευρώπη, το οποίο περιορίζει την ανταγωνιστικότητα των μονάδων επεξεργασίας έναντι άλλων περιοχών του κόσμου. Σε αρκετές περιπτώσεις, επισημαίνει η ABN Amro, οι ευρωπαϊκές βιομηχανίες έχουν αναγκαστεί να μειώσουν την παραγωγή τους ή ακόμη και να διακόψουν τη λειτουργία τους.
Για την αντιμετώπιση αυτών των προβλημάτων η ΕΕ έχει δημιουργήσει ειδικά χρηματοδοτικά εργαλεία, όπως το Critical Raw Materials Financing Hub, με διαθέσιμους πόρους 3 δισ. ευρώ. Ωστόσο, σύμφωνα με εκτιμήσεις του EIT Raw Materials που επικαλείται η έκθεση, για να επιτευχθούν οι στόχοι του 2030 απαιτούνται επενδύσεις τουλάχιστον 10 δισ. ευρώ.
Η εξάρτηση από την Κίνα παραμένει
Παρά τις προσπάθειες διαφοροποίησης, η Κίνα εξακολουθεί να κυριαρχεί σε μεγάλο μέρος των παγκόσμιων αλυσίδων εφοδιασμού κρίσιμων πρώτων υλών.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ήδη συνάψει στρατηγικές συνεργασίες με χώρες όπως η Αυστραλία, η Χιλή, ο Καναδάς, η Νορβηγία, το Καζακστάν, το Ουζμπεκιστάν και η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, ενώ διαπραγματεύεται και συμφωνία με τη Βραζιλία.

Ωστόσο, η ABN Amro εκτιμά ότι οι συμφωνίες αυτές δεν έχουν μέχρι στιγμής μειώσει ουσιαστικά τους κινδύνους εφοδιασμού. Αντίθετα, οι συνολικές εισαγωγές κρίσιμων πρώτων υλών εμφανίζουν πτωτική τάση, ενώ η Ευρώπη εξακολουθεί να είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένη σε ενδεχόμενη κλιμάκωση των γεωπολιτικών εντάσεων, είτε γύρω από την Ταϊβάν και τη Νότια Σινική Θάλασσα είτε σε άλλες περιοχές του κόσμου.
Η ανακύκλωση ακόμη δεν επαρκεί
Η ενίσχυση της κυκλικής οικονομίας αποτελεί έναν ακόμη βασικό πυλώνα της ευρωπαϊκής στρατηγικής. Ωστόσο, και εδώ οι δυνατότητες παραμένουν περιορισμένες.
Παρότι τα ποσοστά ανακύκλωσης συμβατικών μετάλλων, όπως ο χαλκός, το αλουμίνιο, το νικέλιο και το κοβάλτιο, είναι σχετικά υψηλά, η ανάκτηση σπάνιων γαιών και άλλων κρίσιμων υλικών εξακολουθεί να είναι εξαιρετικά χαμηλή.

Ο λόγος είναι ότι τα συγκεκριμένα υλικά βρίσκονται σε πολύ μικρές ποσότητες μέσα σε σύνθετα βιομηχανικά προϊόντα, γεγονός που καθιστά την ανάκτησή τους τεχνολογικά δύσκολη και οικονομικά δαπανηρή. Επιπλέον, η Ευρώπη εξακολουθεί να μην διαθέτει επαρκή βιομηχανική δυναμικότητα και τεχνογνωσία για μαζική ανακύκλωση αυτών των υλικών.
Η ABN Amro υπογραμμίζει ότι η έρευνα, η καινοτομία, οι δημόσιες εγγυήσεις και η ενίσχυση των επενδύσεων θα αποτελέσουν στο εξής βασικές προϋποθέσεις ώστε η ανακύκλωση να εξελιχθεί σε ουσιαστική εναλλακτική πηγή εφοδιασμού.



