Η κεντρική τράπεζα της Ιαπωνίας αύξησε το βασικό της επιτόκιο στο 1%, το υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων τουλάχιστον 30 ετών, επιβεβαιώνοντας τις προβλέψεις των οικονομολόγων που συμμετείχαν σε δημοσκόπηση του Reuters και επιταχύνοντας τη διαδικασία ομαλοποίησης της νομισματικής πολιτικής που ξεκίνησε το 2024.
Πρόκειται για την πρώτη αύξηση επιτοκίων από τον Δεκέμβριο, όταν το επιτόκιο είχε διαμορφωθεί στο 0,75%, ενώ είναι η πρώτη φορά από το 1995 που φτάνει στο 1%. Η απόφαση ελήφθη με ψήφους 7-1, καθώς το μέλος του διοικητικού συμβουλίου Toichiro Asada τάχθηκε υπέρ της διατήρησης του επιτοκίου στο 0,75%.
Η σύσφιγξη της νομισματικής πολιτικής έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η Ιαπωνία αντιμετωπίζει τις συνέπειες της αδυναμίας του γεν και της ανόδου του πληθωρισμού, που ενισχύεται μεταξύ άλλων από τις επιπτώσεις του πολέμου με το Ιράν. Μετά την ανακοίνωση, ο δείκτης Nikkei 225 ενισχύθηκε κατά 0,46%, ενώ το γεν κατέγραψε οριακή άνοδο έναντι του δολαρίου, στις 160,22 μονάδες. Παράλληλα, η απόδοση του 10ετούς ιαπωνικού κρατικού ομολόγου αυξήθηκε κατά 3 μονάδες βάσης, στο 2,615%.
Η BOJ ανακοίνωσε επίσης ότι θα συνεχίσει να μειώνει τις αγορές κρατικών ομολόγων κατά 200 δισ. γεν ανά τρίμηνο, προτού ολοκληρώσει σταδιακά τη διαδικασία του λεγόμενου tapering και σταθεροποιήσει τις μηνιαίες αγορές στα 2 τρισ. γεν από τον Απρίλιο του 2027.
Στην ανακοίνωσή της, η τράπεζα σημείωσε ότι ο πληθωρισμός καταναλωτή παραμένει κάτω από τον στόχο του 2%, κυρίως λόγω των κυβερνητικών μέτρων στήριξης για την αντιστάθμιση του αυξημένου ενεργειακού κόστους. Ωστόσο, προειδοποίησε ότι η άνοδος των τιμών του πετρελαίου μεταφέρεται με ταχύτερο ρυθμό στις συναλλαγές μεταξύ επιχειρήσεων και ενδέχεται να περάσει σύντομα σε ευρύτερο φάσμα καταναλωτικών αγαθών.
Ενδεικτικό είναι ότι ο δείκτης τιμών παραγωγού αυξήθηκε κατά 6,3% τον Μάιο, σημειώνοντας τον υψηλότερο ρυθμό ανόδου των τελευταίων τριών και πλέον ετών, κυρίως λόγω του ενεργειακού κόστους.
Αναλυτές εκτιμούν ότι η σχεδόν καθολική στήριξη της αύξησης επιτοκίων από τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου δείχνει πως η BOJ δίνει πλέον μεγαλύτερη βαρύτητα στους πληθωριστικούς κινδύνους παρά στις ανησυχίες για την ανάπτυξη. Παράλληλα, η αποδυνάμωση του γεν ενίσχυσε τα επιχειρήματα υπέρ της αύξησης, καθώς παρά τα οφέλη για τις εξαγωγές, αυξάνει τον εισαγόμενο πληθωρισμό και επιβαρύνει τα δημόσια οικονομικά, την ώρα που η κυβέρνηση συνεχίζει να διαθέτει σημαντικούς πόρους για τη στήριξη των νοικοκυριών απέναντι στο αυξημένο κόστος ζωής.



