Οι οικονομικές ανησυχίες σχετικά με τις επιπτώσεις από τον πόλεμο με το Ιράν επικεντρώνονται κυρίως στην παγκόσμια ροή και διαθεσιμότητα κρίσιμων πρώτων υλών. Υπάρχει, ωστόσο, ένας άλλος, πολύ λιγότερο αναγνωρισμένος κίνδυνος για τις ΗΠΑ, η προσφορά δολαρίων από τον Κόλπο, ιδίως προς τις αμερικανικές τεχνολογικές εταιρείες με υψηλές ανάγκες κεφαλαίου και τους χρηματοπιστωτικούς τους διαμεσολαβητές.
Ορισμένες από τις μεγαλύτερες αμερικανικές τεχνολογικές και εταιρείες διαχείρισης επενδύσεων είναι ευάλωτες, εάν το κρατικό κεφάλαιο της Μέσης Ανατολής στραφεί περισσότερο προς εγχώριες προτεραιότητες ως απάντηση στον πόλεμο με το Ιράν, κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε πιθανές δευτερογενείς επιπτώσεις στις ευρύτερες χρηματοοικονομικές αγορές των ΗΠΑ, όπως επισημαίνει ανάλυση του Counsil on Foreign Relations.
Σημαντικές προκλήσεις για τις ΗΠΑ
Οι οικονομίες του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου (GCC)- συμπεριλαμβανομένων του Μπαχρέιν, του Κουβέιτ, του Ομάν, του Κατάρ, της Σαουδικής Αραβίας και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων (ΗΑΕ) - έχουν αναπτυχθεί και μετασχηματίσει δραστικά τα οχήματα των κρατικών επενδυτικών ταμείων τους κατά την τελευταία δεκαετία, στο πλαίσιο προσπαθειών διαφοροποίησης από τους ασταθείς κύκλους τιμών ενέργειας. Σήμερα, η περιοχή φιλοξενεί μερικά από τα μεγαλύτερα επενδυτικά κρατικά ταμεία παγκοσμίως, περίπου δώδεκα με υπό διαχείριση ενεργητικό 4 και 6 τρισ. δολαρίων, σύμφωνα με εκτιμήσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ). Μόνο πέρυσι, εκτιμάται ότι τα κρατικά ταμεία της περιοχής επένδυσαν περισσότερα από 120 δισ. δολάρια, με τις ΗΠΑ να αποτελούν μακράν το μεγαλύτερο αποδέκτη.
Τώρα, όμως, οι προϋπολογισμοί των χωρών του GCC βρίσκονται υπό πίεση: ο πόλεμος έχει σε μεγάλο βαθμό διαταράξει τις εξαγωγές ενέργειας και έχει επιβραδύνει δραματικά άλλες πηγές εσόδων, όπως ο τουρισμός. Ταυτόχρονα, οι εγχώριες ανάγκες σε κεφάλαιο έχουν αυξηθεί, συμπεριλαμβανομένων των αυξημένων αμυντικών δαπανών και των επισκευών σε κατεστραμμένες υποδομές. Οι δημοσιονομικές προοπτικές επιδεινώνονται.
Υπό αυτές τις συνθήκες, μια πιθανή μείωση της ροής κεφαλαίων το 2026 θα μπορούσε να αποτελέσει σημαντική πρόκληση για τις ΗΠΑ.
Οι αμερικανικές bit tech ενδέχεται να χρειαστεί να στηριχθούν περισσότερο στον δανεισμό για να χρηματοδοτήσουν τις φιλοδοξίες τους στην τεχνητή νοημοσύνη (AI), μια τάση που τον τελευταίο χρόνο έχει καταστήσει τους επενδυτές πιο επιφυλακτικούς όσον αφορά τους ισολογισμούς και τις αποτιμήσεις αυτών των εταιρειών. Η μειωμένη ροή κεφαλαίων από το GCC θα μπορούσε επίσης να σημαίνει λιγότερα έσοδα από προμήθειες για τους χρηματοπιστωτικούς διαμεσολαβητές που συμμετέχουν σε αυτές τις «αλυσίδες προσφοράς κεφαλαίου», ορισμένοι εκ των οποίων ήδη δυσκολεύονται να προσελκύσουν και να διατηρήσουν διαφορετικά τμήματα πελατών (ιδίως Αμερικανούς ιδιώτες επενδυτές).
Συνολικά, αυτό δημιουργεί μια υποτιμημένη πηγή κινδύνου για τις αμερικανικές χρηματοοικονομικές αγορές με έντονη παρουσία τεχνολογίας, σε μια περίοδο κατά την οποία ο δείκτης S&P 500 βρίσκεται κοντά σε ιστορικά υψηλά.
Η εξέλιξη του κεφαλαίου του GCC
Επί μακρόν, οι οικονομικές επιδόσεις του GCC εξαρτώνταν από δύσκολους κύκλους ανόδου-πτώσης των τιμών πετρελαίου, δεδομένου ότι από το 50% έως σχεδόν το 90% των συνολικών κρατικών εσόδων προερχόταν από πωλήσεις ενέργειας.
Οι υψηλότερες τιμές ενέργειας δημιουργούσαν μεγαλύτερο δημοσιονομικό περιθώριο για κρατικά έργα, αλλά αντίστοιχα, οι απότομες πτώσεις προκαλούσαν άμεσες δημοσιονομικές πιέσεις που συχνά έθεταν σε κίνδυνο μεγάλα, μακροπρόθεσμα έργα. Η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 και η επακόλουθη πτώση των τιμών πετρελαίου, για παράδειγμα, συνέβαλαν σε κρίση χρέους στο Ντουμπάι, όπου έργα ακινήτων χρειάστηκαν οικονομική στήριξη από την κεντρική τράπεζα των ΗΑΕ. Αυτές οι επαναλαμβανόμενες καταρρεύσεις των τιμών πετρελαίου -συμπεριλαμβανομένης της περιόδου 2014-16, που οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στην αύξηση της ενεργειακής παραγωγής των ΗΠΑ - ανέδειξαν τη δημοσιονομική ευαλωτότητα της περιοχής και επιτάχυναν την προσπάθεια διαφοροποίησης.
Έτσι, η μετατροπή των ΗΠΑ σε καθαρό εξαγωγό ενέργειας, σε συνδυασμό με τις ανησυχίες για τη δημοσιονομική εξάρτηση από τις εξαγωγές ενέργειας, οδήγησε την ηγεσία της Σαουδικής Αραβίας στην προώθηση του Vision 2030, του οδικού χάρτη του βασιλείου από το 2016 για διαφοροποίηση από τα ορυκτά καύσιμα προς τομείς όπως ο τουρισμός, η ανανεώσιμη ενέργεια και η τεχνολογία. Το Δημόσιο Επενδυτικό Ταμείο (PIF) αποτέλεσε το βασικό κρατικό όχημα για την υποστήριξη αυτού του σχεδίου, τόσο μέσω της δημιουργίας κερδών από το χαρτοφυλάκιό του όσο και μέσω επενδύσεων σε επιλεγμένους τομείς, εντός και εκτός της χώρας.
Περίπου εκείνη την περίοδο, η προθυμία των δυτικών επενδυτών να αξιοποιήσουν τα κρατικά επενδυτικά οχήματα της Κίνας ως βασική πηγή ξένου κεφαλαίου άρχισε να μειώνεται, εν μέρει λόγω πολιτικών πιέσεων. Παρά την προσωρινή παύση μετά τη δολοφονία του Σαουδάραβα δημοσιογράφου Τζαμάλ Κασόγκι το 2018, η ανάγκη για μια εναλλακτική στη βαθιά «δεξαμενή» κεφαλαίων της Κίνας - σε συνδυασμό με το ενδιαφέρον των κυβερνήσεων του GCC να συνεργαστούν με άλλες οικονομίες - οδήγησε σε μια σημαντική μετατόπιση των παγκόσμιων ροών κεφαλαίων προς τη Μέση Ανατολή.
Υπό αυτές τις συνθήκες, το 2016 οι κινεζικές άμεσες ξένες επενδύσεις (FDI) προς τις ΗΠΑ ξεπέρασαν τα 55 δις. δολάρια, σύμφωνα με το American Enterprise Institute. Μέχρι το 2025, οι κινεζικές FDI προς τις ΗΠΑ είχαν μειωθεί σε περίπου 3,8 δισεκατομμύρια δολάρια.
Το ενδιαφέρον των ΗΠΑ για τα κεφάλαια του GCC έχει αυξηθεί περαιτέρω τα τελευταία χρόνια χάρη σε δύο επιπλέον παράγοντες: την εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ για δεύτερη θητεία το 2024, η οποία εισήγαγε μια πιο συνεργατική και συναλλακτική προσέγγιση στην περιοχή, και την εξαιρετικά αυξημένη ανάγκη για κεφάλαια προκειμένου να χρηματοδοτηθούν οι προσπάθειες των ΗΠΑ στην AI. Μέχρι το 2026, η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα συγκαταλέγονταν στους δέκα κορυφαίους παγκόσμιους προορισμούς για άμεσες ξένες επενδύσεις. Μια δεκαετία νωρίτερα, δεν βρίσκονταν καν στους είκοσι πρώτους προορισμούς, σύμφωνα με ετήσια έρευνα της συμβουλευτικής εταιρείας Kearney.
Η Global SWF εκτίμησε ότι επτά από τα μεγαλύτερα κρατικά επενδυτικά ταμεία (SWF) του Κόλπου επένδυσαν 119 δισεκατομμύρια δολάρια το 2025, με το μεγαλύτερο μέρος αυτών των κεφαλαίων να κατευθύνεται προς τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ενώ οι κεντρικές τράπεζες της περιοχής επικεντρώθηκαν σε ρευστά και λιγότερο ασταθή περιουσιακά στοιχεία, όπως τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα, τα επενδυτικά κρατικά ταμεία στράφηκαν περισσότερο προς μη ρευστές επενδύσεις ιδιωτικών κεφαλαίων και άμεσες επενδύσεις, με στόχο την ενίσχυση των αποδόσεων των χαρτοφυλακίων τους.
Τα κρατικά επενδυτικά ταμεία του Κόλπου πραγματοποίησαν επίσης μεγάλες επενδύσεις σε υποδομές τεχνητής νοημοσύνης. Το Stargate, μια επένδυση ύψους 500 δισεκατομμυρίων δολαρίων με τη συμμετοχή των OpenAI, Oracle και SoftBank, είχε το MGX ως στρατηγικό εταίρο.
Έχουν κορυφωθεί τα κεφάλαια προς τις ΗΠΑ;
Μετά από αυτόν τον εντυπωσιακό μετασχηματισμό, ορισμένα μέλη του GCC είχαν αρχίσει να επανεξετάζουν και σε ορισμένες περιπτώσεις να αναθεωρούν τις προσεγγίσεις τους ως προς τα κρατικά επενδυτικά ταμεία (SWF), ακόμη και πριν ξεκινήσει ο πόλεμος με το Ιράν. Για παράδειγμα, το Δημόσιο Επενδυτικό Ταμείο (PIF) της Σαουδικής Αραβίας, ύψους 925 δισεκατομμυρίων δολαρίων, ανακοίνωσε τον Απρίλιο ότι οι διεθνείς επενδύσεις θα μειωθούν από το 30% στο 20% του συνόλου. Παρότι η αυξημένη εγχώρια εστίαση του PIF φαίνεται να είναι περισσότερο διαρθρωτική παρά αντίδραση στον πόλεμο, είναι λογικό να αναμένεται ότι οι επιπτώσεις του πολέμου θα οδηγήσουν τη Σαουδική Αραβία και άλλα κράτη του GCC να κατευθύνουν περισσότερο κεφάλαιο πίσω στο εσωτερικό τους ως τρόπο αντικατάστασης των χαμένων εσόδων από ενέργεια και επιχειρηματικές δραστηριότητες, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα.
Τα έσοδα από την ενέργεια έχουν παρεμποδιστεί λόγω του αποκλεισμού των Στενών του Ορμούζ, ενώ και τα μη ενεργειακά έσοδα έχουν πληγεί, καθώς ο τουρισμός και οι διεθνείς επιχειρηματικές δραστηριότητες έχουν σε μεγάλο βαθμό διακοπεί. Μαζί, αυτοί οι παράγοντες έχουν επιδεινώσει τα δημοσιονομικά ελλείμματα σε χώρες όπως το Μπαχρέιν, το Κατάρ και η Σαουδική Αραβία, και έχουν μειώσει τα πλεονάσματα σε άλλες οικονομίες της περιοχής, όπως τα ΗΑΕ.
Οι κυβερνήσεις χρειάζονται πρόσθετο κεφάλαιο για την ανοικοδόμηση υποδομών που έχουν υποστεί ζημιές από τον πόλεμο. Η Rystad Energy, ανεξάρτητη ερευνητική εταιρεία, εκτίμησε στα μέσα Απριλίου ότι η αποκατάσταση των ενεργειακών υποδομών στην περιοχή θα κοστίσει πάνω από 25 δις. δολάρια, με τα έργα κατασκευής μη ενεργειακών υποδομών να αυξάνουν περαιτέρω το συνολικό κόστος. Τα κράτη του GCC ενδέχεται επίσης να χρειαστεί να κατευθύνουν περισσότερα κεφάλαια στην άμυνα.
Επίσης, σε αντίθεση με μια δεκαετία πριν, όταν η Κίνα και η Μέση Ανατολή ουσιαστικά αντάλλαξαν ρόλους ως οι βασικοί κρατικοί χρηματοδότες των ΗΠΑ, οι επόμενες μεγαλύτερες δεξαμενές κρατικού κεφαλαίου σήμερα, όπως η Ιαπωνία, η Νορβηγία και η Σιγκαπούρη, ακολουθούν διαφορετικές επενδυτικές στρατηγικές ή δεν είναι τόσο μεγάλες όσο τα SWF του GCC στο σύνολό τους.
Χωρίς μια νέα, πολύ μεγάλη και πρόθυμη πηγή κεφαλαίων για να καλύψει το κενό, μια υποχώρηση των κεφαλαίων του GCC θα έρθει σε μια δύσκολη στιγμή για τις αμερικανικές εταιρείες ΑΙ, καθώς επιταχύνουν την προσπάθειά τους για ανάπτυξη. Εάν αυτές οι εταιρείες δεν μπορέσουν να εξασφαλίσουν τα απαραίτητα κεφάλαια από δημόσιες ή ιδιωτικές αγορές ή από φιλικούς ξένους επενδυτές, τότε ενδέχεται να χρειαστεί να βασιστούν περισσότερο στην έκδοση χρέους, μια εξέλιξη που ήδη από το περασμένο φθινόπωρο προκαλεί ανησυχία στην επενδυτική κοινότητα.
Αυτός ο κίνδυνος που σχετίζεται με τον πόλεμο με το Ιράν είναι πολύ λιγότερο προφανής για τις ΗΠΑ σε σχέση με την αύξηση των τιμών της βενζίνης ή των λιπασμάτων. Ωστόσο, έχει τη δυνατότητα να αποδειχθεί σημαντικός και επιζήμιος και θα γίνεται ολοένα και πιο έντονος όσο τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν κλειστά.