Σε έναν πόλεμο όπου η ενέργεια μετατρέπεται σε όπλο στρατηγικής σημασίας, η Ουκρανία χτυπά στην «καρδιά» της ρωσικής οικονομίας, το πετρέλαιο. Με συντονισμένες επιθέσεις σε λιμάνια, διυλιστήρια και δεξαμενόπλοια, επιχειρεί να αποδυναμώσει τη χρηματοδότηση της πολεμικής μηχανής της Μόσχας, ανατρέποντας παράλληλα τις ισορροπίες στην παγκόσμια αγορά ενέργειας.
Για τρίτη φορά μέσα σε λιγότερο από μία εβδομάδα, την Κυριακή 29 Μαρτίου, ουκρανικά drones στόχευσαν το Ουστ-Λούγκα, το μεγαλύτερο εξαγωγικό τέρμιναλ της Ρωσίας στη Βαλτική Θάλασσα. Ο Αλεξάντρ Ντροζντένκο, κυβερνήτης της περιοχής γύρω από την Αγία Πετρούπολη, αναγνώρισε ότι η μεγάλης κλίμακας επίθεση προκάλεσε πυρκαγιά σε αυτή την κρίσιμη εγκατάσταση για τη μεταφορά αργού πετρελαίου και πετρελαϊκών προϊόντων, χωρίς ωστόσο να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες, σύμφωνα με τη Le Monde.
Η εν λόγω εγκατάσταση, που λειτουργεί από την Transneft, το μονοπώλιο αγωγών πετρελαίου της Ρωσίας, εξάγει περίπου 700.000 βαρέλια ημερησίως και, το 2025, φέρεται να διακίνησε σχεδόν 33 εκατομμύρια μετρικούς τόνους πετρελαϊκών προϊόντων. Λόγω έλλειψης πληροφοριών, είναι δύσκολο να εκτιμηθεί η έκταση των ζημιών μετά από τρεις διαδοχικές επιθέσεις στο Ουστ-Λούγκα, στις 25, 27 και 29 Μαρτίου. Κάθε φορά, μεγάλες πυρκαγιές ξέσπασαν στο λιμάνι, το οποίο εξάγει επίσης άνθρακα, σιδηρομετάλλευμα, λιπάσματα και χημικά. Άλλοι στόχοι των ουκρανικών drones μεγάλου βεληνεκούς περιλάμβαναν το λιμάνι του Πριμόρσκ, επίσης στη Βαλτική, και το Νοβοροσίσκ, στη Μαύρη Θάλασσα.

Πριν από την επίθεση του περασμένου Σαββατοκύριακου, το Reuters εκτιμούσε, βάσει δεδομένων της αγοράς, ότι τουλάχιστον το 40% της ρωσικής εξαγωγικής ικανότητας πετρελαίου είχε παραλύσει. Αυτό αντιστοιχεί σε 2 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως. Αυτό δείχνει τον αντίκτυπο των επιθέσεων όχι μόνο στα λιμάνια αλλά και στα ρωσικά δεξαμενόπλοια. Το Κίεβο έχει ήδη επιβεβαιώσει ότι πραγματοποίησε σχεδόν 10 τέτοιες επιχειρήσεις στη Μαύρη Θάλασσα, τη Μεσόγειο και τον Ατλαντικό Ωκεανό. Πιο πρόσφατα, στις 26 Μαρτίου, η χώρα επιτέθηκε με θαλάσσιο drone σε δεξαμενόπλοιο που μετέφερε 140.000 μετρικούς τόνους αργού πετρελαίου φορτωμένους στο Νοβοροσίσκ.
Μεγιστοποίηση των ζημιών
Για να μεγιστοποιήσει τις ζημιές στη ρωσική πολεμική μηχανή, η στρατηγική της Ουκρανίας ήταν σαφής: να μειώσει την εξαγωγική ικανότητα πετρελαίου της Μόσχας και να την εμποδίσει να επωφεληθεί πλήρως από την άνοδο των τιμών μετά την έναρξη των αμερικανοϊσραηλινών επιθέσεων στο Ιράν, στις 28 Φεβρουαρίου. Ο στόχος είναι να περιοριστούν τα αναμενόμενα υπερκέρδη του Κρεμλίνου για τη χρηματοδότηση του πολέμου κατά της Ουκρανίας.
Στη Ρωσία, όπου η βιομηχανία πετρελαίου και φυσικού αερίου αντιπροσωπεύει το ένα πέμπτο του ΑΕΠ και το 30% έως 50% των εσόδων του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού, ο υπολογισμός ήταν απλός. Για κάθε αύξηση κατά 10 δολάρια στην τιμή του πετρελαίου, αναμενόταν επιπλέον 1,6 δισ. δολάρια σε φορολογικά έσοδα ανά μήνα. Αν οι τιμές παραμείνουν τόσο υψηλές, ο ομοσπονδιακός προϋπολογισμός θα μπορούσε να αποκομίσει επιπλέον 5 τρισεκατομμύρια ρούβλια μέσα στο έτος (περίπου 57 δισ. δολάρια).
Στην Ουκρανία, ο αντίστροφος υπολογισμός ήταν εξίσου απλός. «Πριν από τη σύγκρουση στο Ιράν, η Ρωσία κατάφερνε, παρά τις κυρώσεις, να εξάγει λίγο λιγότερα από 5 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, που πωλούνταν περίπου 70 δολάρια το βαρέλι. Τα ουκρανικά πλήγματα της περασμένης εβδομάδας εκτιμάται ότι μείωσαν την εξαγωγική ικανότητα κατά 2 εκατομμύρια βαρέλια. Αυτό αφήνει 3 εκατομμύρια βαρέλια που πλέον πωλούνται πάνω από 100 δολάρια το βαρέλι. Τελικά, η Ρωσία, που ήθελε να κερδίσει περισσότερα, κερδίζει όσα και πριν», δήλωσε στη Le Monde ο Τιερί Μπρος, ειδικός στο πετρέλαιο και καθηγητής στο Sciences Po στο Παρίσι. «Η Ουκρανία πετυχαίνει το στοίχημά της: να εξουδετερώσει το αποτέλεσμα της αύξησης των τιμών».
Καθώς η Μόσχα ήλπιζε να επωφεληθεί όχι μόνο από τις υψηλές τιμές αλλά και από τη προσωρινή άρση των αμερικανικών κυρώσεων, η στρατηγική του Κιέβου ενδέχεται να ενταθεί. «Οι Ουκρανοί διαθέτουν ένα ευρύ φάσμα μέσων για πλήγματα σε μεγάλο βάθος και τα χρησιμοποιούν. Αυτό δεν είναι αντίδραση σε περιστάσεις που σχετίζονται με τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή ή τον αποκλεισμό των Στενών του Ορμούζ. Είναι αποτέλεσμα μιας διαδικασίας που έχει ωριμάσει», δήλωσε στη γαλλική εφημερίδα ο Mαρκ – Αντουάν Είλ-Μαζεγκα, διευθυντής του κέντρου ενέργειας και κλίματος στο Γαλλικό Ινστιτούτο Διεθνών Σχέσεων.
Διαταραχές στην αγορά καυσίμων
Η Ουκρανία δήλωσε ότι έπληξε το Ουστ-Λούγκα με drones που διένυσαν «περισσότερα από 900 χιλιόμετρα». Παράλληλα, ανέλαβε την ευθύνη για επίθεση σε πολεμικό παγοθραυστικό σε ρωσικό ναυπηγείο στο Βίμποργκ, κοντά στην Αγία Πετρούπολη, καθώς και σε διυλιστήριο πετρελαίου στην πόλη Ούφα, στους πρόποδες των Ουραλίων. Και στις δύο περιπτώσεις, οι στόχοι βρίσκονταν μακριά από τις ζώνες συγκρούσεων.
Τη Δευτέρα 30 Μαρτίου, ο Ουκρανός πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι πρότεινε εκεχειρία στο ενεργειακό μέτωπο, χωρίς ωστόσο η Μόσχα να έχει απαντήσει στην πρόταση. Μέχρι τώρα, η Ρωσία στόχευε σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής στην Ουκρανία για να βυθίσει τη χώρα στο σκοτάδι και το κρύο, ενώ η Ουκρανία στόχευε αποθήκες πετρελαίου και διυλιστήρια στη Ρωσία για να διαταράξει την αγορά καυσίμων της.
Στην πραγματικότητα, αυτός ο ενεργειακός πόλεμος έχει πλέον ενταθεί και διευρυνθεί ακόμη περισσότερο. Η Μόσχα συνεχίζει να επιτίθεται σε ουκρανικές υποδομές και το Κίεβο ανταποδίδει, σημειώνουν παράγοντες της αγοράς. Όπως σε κάθε σύγκρουση, ο πόλεμος αποκτά οικονομική διάσταση και επεκτείνεται σε ενεργειακές εγκαταστάσεις.
Το Κίεβο συνεχίζει τις επιθέσεις του σε ρωσικά διυλιστήρια. Τα drones του στόχευσαν τις τελευταίες ημέρες το διυλιστήριο του Κιρίσι, το οποίο, στην ίδια περιοχή με το λιμάνι του Ουστ-Λούγκα, επεξεργάζεται 20 εκατομμύρια μετρικούς τόνους αργού ετησίως: ντίζελ, βενζίνη και μαζούτ, κυρίως για εξαγωγή. Το Κιρίσι είναι το δεύτερο μεγαλύτερο διυλιστήριο της χώρας, παρέχοντας 80 προϊόντα για όλες τις βιομηχανίες. Αυτά τα πλήγματα επηρεάζουν την εθνική οικονομία και αποτελούν επίσης σοβαρό πλήγμα για το στρατιωτικοβιομηχανικό σύμπλεγμα. Η εγκατάσταση του Κιρίσι προμηθεύει λιπαντικά και έλαια κινητήρων για τη λίπανση στρατιωτικού εξοπλισμού.
Πλήγμα στον στρατιωτικό προϋπολογισμό
Η συχνότητα και η ένταση των ουκρανικών επιθέσεων προκαλούν ανησυχία στη Μόσχα. Η αναστολή λειτουργίας των λιμανιών από την εβδομάδα της 23ης Μαρτίου σηματοδότησε τη σοβαρότερη διαταραχή στη σύγχρονη ιστορία της μετασοβιετικής Ρωσίας, του δεύτερου μεγαλύτερου εξαγωγέα αργού πετρελαίου στον κόσμο. «Οι επιθέσεις αυτές δημιουργούν σοβαρά προβλήματα. Ωστόσο, ο αντίκτυπος στην εξαγωγική ικανότητα πρέπει να τεθεί σε προοπτική», δήλωσε επίσης στη Le Monde o Κονσταντίν Σίμονοφ, ειδικός στην ενέργεια και επικεφαλής συμβουλευτικής εταιρείας στη Μόσχα. «Ο ισχυρισμός ότι το 40% της ικανότητας έχει παραλύσει είναι περισσότερο πολιτική δήλωση. Ορισμένες υποδομές έχουν πληγεί, αλλά αυτό δεν είναι η πρώτη φορά. Μπορούν να επισκευαστούν. Εν τω μεταξύ, τα ρωσικά δεξαμενόπλοια στη θάλασσα έχουν περίπου 100 εκατομμύρια βαρέλια έτοιμα προς παράδοση. Η Ρωσία συνεχίζει να εξάγει προς την Κίνα μέσω των λιμανιών του Ειρηνικού.
Μετά την αναστολή των αποστολών πετρελαίου, οι τερματικοί σταθμοί στο Ουστ-Λούγκα και στο Πριμόρσκ φέρονται να έχουν επαναλειτουργήσει εν μέρει. Τα τελευταία τέσσερα χρόνια, η ρωσική πετρελαϊκή βιομηχανία έχει ήδη προσαρμοστεί, ιδίως μέσω της αγοράς εξαρτημάτων που υπόκεινται σε κυρώσεις μέσω φιλικών χωρών. Ωστόσο, η επισκευή κατεστραμμένων λιμανιών είναι δαπανηρή, αυξάνει την αβεβαιότητα και αποσταθεροποιεί την εφοδιαστική αλυσίδα σε έναν τομέα ζωτικής σημασίας για τα κρατικά έσοδα. Όλα αυτά αποτελούν πόρους που χάνονται για τον στρατιωτικό προϋπολογισμό. Οι επιθέσεις καθιστούν το ρωσικό πετρελαϊκό σύστημα πιο εύθραυστο, πιο δαπανηρό στη λειτουργία και πιο εκτεθειμένο σε σωρευτικές διαταραχές, σύμφωνα με ειδικούς στην αγορά πετρελαίου.
Πάνω απ’ όλα, πρόκειται για απειλή για την ευελιξία των ρωσικών εξαγωγών, καθώς η πίεση ασκείται πλέον ταυτόχρονα σε ολόκληρη την αλυσίδα. Αν οι επιθέσεις συνεχιστούν σε πολλαπλούς κόμβους, όπως λιμάνια, αποθήκες, διυλιστήρια και ναυτιλία, ο κίνδυνος μετατοπίζεται από προσωρινές διαταραχές σε διαρθρωτικά χαμηλότερη ευελιξία και ενδεχομένως σε χαμηλότερη προσφορά, γεγονός που θα έχει αντίκτυπο διεθνώς την ώρα που ο πόλεμος στο Ιράν συνεχίζεται με αμείωτο ρυθμό και έχει στρέψει πολλούς αγοραστές στο ρωσικό πετρέλαιο.