Την αναταξινόμηση του Χρηματιστηρίου της Αθήνας στην κατηγορία των «ανεπτυγμένων» αγορών ανακοίνωσε η MSCI. Πρόκειται για μια ιστορικής σημασίας εξέλιξη, η οποία πιστοποιεί ότι η ελληνική χρηματιστηριακή αγορά διαθέτει ξανά τα χαρακτηριστικά που απαιτούνται ώστε να κατηγοριοποιείται ως «ανεπτυγμένη», και επαναφέρει το ΧΑ στην κατηγορία από την οποία είχε εξέλθει εν μέσω της οικονομικής κρίσης.
Υπενθυμίζεται ότι ο οίκος είχε ανακοινώσει τον Ιανουάριο την έναρξη διαβούλευσης, προκειμένου το Χρηματιστήριο της Αθήνας να εξαιρεθεί από την εφαρμογή του κανόνα διατηρησιμότητας (persistency rule). Κι αυτό, με φόντο τις μεταρρυθμίσεις –και την αύξηση της ρευστότητας– που είχαν προηγηθεί, και με το σκεπτικό ότι οι επενδυτές αντιλαμβάνονται την Ευρωπαϊκή Ένωση ως έναν ενοποιημένο οικονομικό και χρηματοπιστωτικό χώρο, γεγονός που καθιστά ασύμβατη τη διαφοροποιημένη μεταχείριση της ελληνικής αγοράς.
Αναγνώριση των μεταρρυθμίσεων
Στην ανακοίνωσή του ο οίκος αναφέρει ότι έλαβε σχόλια από μεγάλο αριθμό συμμετεχόντων στην αγορά παγκοσμίως, συμπεριλαμβανομένων ιδιοκτητών κεφαλαίων, διαχειριστών περιουσιακών στοιχείων και χρηματιστηριακών εταιρειών. Η πλειονότητα των συμμετεχόντων στη διαβούλευση τάχθηκε υπέρ της προτεινόμενης αναταξινόμησης.
«Η πορεία της Ελλάδας από την κατηγορία των Αναδυόμενων Αγορών πίσω στην κατηγορία των Ανεπτυγμένων Αγορών αντανακλά τόσο την πρόοδο που έχει επιτευχθεί από τις ελληνικές αρχές της αγοράς όσο και την εξελισσόμενη αντίληψη των διεθνών θεσμικών επενδυτών ότι η Ευρώπη των Ανεπτυγμένων Αγορών λειτουργεί ως μια συνεκτική επενδυτική περιοχή», όπως δήλωσε ο Raman Aylur Subramanian, Επικεφαλής Ταξινόμησης Αγορών και Ταξονομιών. «Οι συμμετέχοντες στην αγορά αναγνώρισαν ότι η υποδομή της ελληνικής αγοράς έχει συγκλίνει με τα πρότυπα των ανεπτυγμένων ευρωπαϊκών αγορών και πληροί τα κριτήρια για τις Ανεπτυγμένες Αγορές. Η απόφαση για την αναταξινόμηση ακολουθεί έπειτα από διαρκείς μεταρρυθμίσεις της αγοράς και διάλογο μεταξύ των αρχών της αγοράς, της επενδυτικής κοινότητας και της MSCI.»
Παρότι στήριξαν την αναταξινόμηση, ορισμένοι συμμετέχοντες στην αγορά επισήμαναν ζητήματα που αφορούν το χρονοδιάγραμμα υλοποίησης. Η ανατροφοδότηση αυτή συνέβαλε στην απόφαση της MSCI να υλοποιήσει την αναταξινόμηση κατά την Αναθεώρηση Δεικτών του Μαΐου 2027, αντί της Αναθεώρησης του Αυγούστου 2026.
Στο πλαίσιο του σχεδίου υλοποίησης:
• Η αναταξινόμηση θα πραγματοποιηθεί σε ένα στάδιο σε όλους τους δείκτες της MSCI, συμπεριλαμβανομένων των βασικών, προσαρμοσμένων και παράγωγων δεικτών, κατά την Αναθεώρηση του Μαΐου 2027.
• Μετά την αναταξινόμηση στις Ανεπτυγμένες Αγορές, η Ελλάδα θα ενταχθεί στη διαδικασία κατασκευής των δεικτών της ανεπτυγμένης Ευρώπης ως ενιαίας αγοράς, για τον προσδιορισμό των δεικτών MSCI Greece.
• Θα εφαρμοστούν οι υφιστάμενοι κανόνες σύνθεσης, με στόχο τον περιορισμό των ανακατατάξεων κατά τη στιγμή της αναταξινόμησης.
• Θα παρέχονται στιγμιότυπα (snapshots) προσομοίωσης των δεικτών MSCI Europe, τα οποία θα ενσωματώνουν την Ελλάδα ως ανεπτυγμένη αγορά, στο πλαίσιο κάθε Αναθεώρησης Δεικτών πριν από την ημερομηνία εφαρμογής τον Μάιο 2027, ώστε να υποστηριχθεί η προετοιμασία των συμμετεχόντων στην αγορά για τη μετάβαση.
Ανακατανομή κεφαλαίων και διχογνωμία
Χρειάστηκε να περάσουν 13 χρόνια από τότε που το Χρηματιστήριο της Αθήνας γινόταν η πρώτη αγορά στην ιστορία των αναταξινομήσεων της MSCI η οποία υποβαθμιζόταν από «ανεπτυγμένη» σε «αναδυόμενη». Η χρεοκοπία είχε αφήσει βαθιές πληγές στο ταμπλό του ελληνικού χρηματιστηρίου, όπου οι αποτιμήσεις είχαν καταρρεύσει, η ρευστότητα είχε μειωθεί και η λειτουργία της αγοράς είχε επιδεινωθεί, σε βαθμό που δεν ανταποκρινόταν πλέον στα χαρακτηριστικά μιας ανεπτυγμένης αγοράς. Έτσι, τον Ιούνιο του 2013, με την ελληνική οικονομία να διανύει το έκτο έτος ύφεσης (και με την ανεργία στο 27%) η MSCI ανακοίνωνε την υποβάθμιση του ΧΑ στην κατηγορία των «αναδυόμενων» αγορών.

Μεταξύ των αναλυτών έχει καταγραφεί διχογνωμία, για τον αν η αναταξινόμηση θα λειτουργήσει ευνοϊκά για το ΧΑ σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Το βασικό επιχείρημα όσων διατηρούν επιφυλάξεις είναι ότι η ελληνική αγορά έχει μεγαλύτερη ορατότητα μεταξύ των αναδυόμενων αγορών και καλύτερες δυνατότητες προσέλκυσης επενδυτικού ενδιαφέροντος, ενώ αντιθέτως η ένταξή της στις ανεπτυγμένες θα περιορίσει τη στάθμιση της Ελλάδας στους σχετικούς δείκτες, και ταυτόχρονα οι ελληνικές εισηγμένες θα πρέπει να ανταγωνιστούν μεγαθήρια παγκόσμιας εμβέλειας στην προσέλκυση επενδυτικού ενδιαφέροντος.
Διαβάστε ακόμα – Goldman Sachs: Πώς θα «παίξουν» οι διαχειριστές την αναβάθμιση του Χρηματιστηρίου της Αθήνας
Η αντίθετη προσέγγιση υποστηρίζει ότι, εφόσον οι ελληνικές εισηγμένες διατηρούν ισχυρά θεμελιώδη, όχι μόνο θα μπορούν σταδιακά να προσελκύουν περισσότερα και ποιοτικότερα κεφάλαια, αλλά και να εντάσσονται στο «ραντάρ» μιας ευρύτερης βάσης μεγάλων διεθνών επενδυτών με μακροπρόθεσμο ορίζοντα.
Το μόνο βέβαιο είναι ότι η σημερινή απόφαση της MSCI για την αναταξινόμηση του Χρηματιστηρίου της Αθήνας είναι προάγγελος μιας γιγαντιαίας ανακατανομής κεφαλαίων, η οποία θα εξελιχθεί σε βάθος χρόνου και θα μεταμορφώσει ριζικά την επενδυτική βάση της αγοράς. Η Goldman Sachs υπολογίζει ότι με την αναβάθμιση της Ελλάδας από την MSCI στην κατηγορία των ανεπτυγμένων αγορών, οι ακαθάριστες (αμφίδρομες) ροές θα ξεπεράσουν τα 7,4 δισ. δολάρια, με το καθαρό αποτέλεσμα να είναι ήπιες εκροές της τάξης των 180-200 εκατ. δολαρίων.
Διαβάστε ακόμα – JP Morgan: Πώς θα κινηθούν τα passive funds με την αναβάθμιση του ΧΑ
Από την πλευρά της η JP Morgan αναμένει επίσης ελαφρώς αρνητικές καθαρές παθητικές ροές. Εκτιμάται ότι από funds που επενδύουν σε ανεπτυγμένες αγορές θα εισρεύσουν περίπου 4,9 δισ. δολάρια σε ελληνικές μετοχές, ενώ τα funds που επενδύουν σε αναδυόμενες αγορές θα προβούν σε πωλήσεις της τάξης των 5,3 δισ. δολαρίων.
Κρίσιμη συγκυρία
Ακριβώς έναν μήνα αφότου η MSCI ανακοίνωσε την έναρξη της διαβούλευσης για την αναταξινόμηση του Χρηματιστηρίου της Αθήνας, ξέσπασε ο πόλεμος στο Ιράν που εδώ και ένα μήνα έχει αναστατώσει τις διεθνείς αγορές και, όσο συνεχίζεται, απειλεί να αφήσει μακροπρόθεσμο αρνητικό αποτύπωμα στην παγκόσμια οικονομία. Ειδικά υπό τις παρούσες συνθήκες, το μεγάλο «στοίχημα» για το ΧΑ και τις ελληνικές εισηγμένες δεν είναι τόσο το πώς θα κινηθούν τα παθητικά funds, αλλά οι κινήσεις των ενεργών διαχειριστών. Από αυτές θα εξαρτηθεί κατά κύριο λόγο το ποιες θα είναι οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις της αναβάθμισης του ΧΑ.
H Morgan Stanley είχε δώσει, προ μηνός, μια τάξη μεγέθους. Από ενεργητικά ΕΜ funds που ακολουθούν τους δείκτες της MSCI αναμένει εκροές 9,4 δισ. δολαρίων, ενώ από ενεργούς DM διαχειριστές, που θα δώσουν στην Ελλάδα ουδέτερη στάθμιση στα χαρτοφυλάκιά τους, αναμένει ότι θα προκύψουν εισροές 7,9 δισ. δολαρίων. Με τις συγκεκριμένες παραδοχές, το καθαρό αποτέλεσμα αναμένεται αρνητικό, με εκροές 1,5 δισ. δολαρίων.
Η «μεγάλη εικόνα» όμως, όπως την περιγράφει η UBS, είναι ότι την πενταετία 2025-2029 θα ανακατευθυνθούν περίπου 1,2 τρισ. δολάρια από τις αμερικανικές προς τις ευρωπαϊκές μετοχές, και το μεγαλύτερο μέρος αυτών, ήτοι σχεδόν 700 δισ. δολάρια, εκτιμάται ότι θα «μεταναστεύσουν» προς την Ευρώπη τη διετία 2026-2027. Στο ίδιο μήκος κύματος, η HSBC Asset Management επισημαίνει ότι οι παγκόσμιες ροές από τον υπόλοιπο κόσμο προς την Ευρώπη έχει λάβει πλέον δομικά χαρακτηριστικά, με τις εισροές να κινούνται σταθερά κοντά στα 830–850 δισ. ευρώ ετησίως τα τελευταία δύο χρόνια.
Σε αυτό το περιβάλλον, η αναταξινόμηση του ΧΑ και η πλήρης ενσωμάτωσή του στο οικοσύστημα της Euronext λειτουργούν συνδυαστικά ως «εισιτήριο» σε ένα μεγάλο pool κεφαλαίων. Οι εγχώριες εισηγμένες και η ελληνική αγορά συνολικά καλούνται να διεκδικήσουν τη θέση που τους αναλογεί σε έναν νέο παγκόσμιο επενδυτικό χάρτη.