Η σύγκρουση ΗΠΑ – Ισραήλ – Ιράν και η Ελλάδα: Το γεωοικονομικό τεστ αντοχής, οι κερδισμένοι και οι χαμένοι

Πένη Χαλάτση
Viber Whatsapp
Μοιράσου το
Η σύγκρουση ΗΠΑ – Ισραήλ – Ιράν και η Ελλάδα: Το γεωοικονομικό τεστ αντοχής, οι κερδισμένοι και οι χαμένοι
Ποιοι κερδίζουν, ποιοι χάνουν και πώς επηρεάζονται ενέργεια, ναυτιλία και ελληνική οικονομία από μια νέα κρίση στον Περσικό Κόλπο.

Τις πρώτες ώρες της 28ης Φεβρουαρίου 2026, οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ προχώρησαν σε συντονισμένα αεροπορικά και πυραυλικά πλήγματα κατά εγκαταστάσεων στο Ιράν, με εκρήξεις να καταγράφονται στην Τεχεράνη και σε άλλες στρατηγικές τοποθεσίες. Οι στόχοι περιλάμβαναν εγκαταστάσεις εμπλουτισμού ουρανίου, υποδομές ανάπτυξης βαλλιστικών πυραύλων, αποθήκες οπλικών συστημάτων και κέντρα διοίκησης και ελέγχου που συνδέονται με drones και συστήματα κρούσης μεγάλης εμβέλειας. Η επιχείρηση παρουσιάστηκε ως προληπτική κίνηση αποτροπής με στόχο τον περιορισμό του πυρηνικού και πυραυλικού προγράμματος της Τεχεράνης.

Η άμεση ιρανική απάντηση με πυραύλους και μη επανδρωμένα μέσα σηματοδότησε άμεση κλιμάκωση. Ωστόσο, για τις αγορές το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο στρατιωτικό αλλά ενεργειακό. Το επίκεντρο της ανησυχίας βρίσκεται στα Στενά του Ορμούζ, από όπου διέρχεται περίπου το 20% της παγκόσμιας διακίνησης πετρελαίου και σημαντικό ποσοστό LNG. Περίπου το 10% των ευρωπαϊκών εισαγωγών LNG περνά από το Ορμούζ, γεγονός που καθιστά μια πιθανή διαταραχή στον Περσικό Κόλπο άμεσο κίνδυνο για την ευρωπαϊκή ενεργειακή ασφάλεια. Στις τελευταίες εξελίξεις συγκαταλέγεται η ανακοίνωση από το Ναυτικό του Ιράν ότι κλείνουν τα Στενά του Ορμούζ, μία κίνηση που ήταν μάλλον αναμενόμενη. Ήδη τις τελευταίες ώρες δεξαμενόπλοια είχαν αγκυροβολήσει εκτός του διαύλου και μεγάλοι όμιλοι πετρελαίου και traders έχουν αναστείλει τις αποστολές μέσω του Ορμούζ. Η παύση της ροής εμπορικών φορτίων - ακόμη και άτυπη ή ανεπίσημη - αναμένεται ότι θα έχει άμεσες συνέπειες στις αγορές ενέργειας και στη ναυτιλιακή ασφάλεια. Και φυσικά, το ζήτημα δεν περιορίζεται μόνο στο θέμα της φυσικής διακοπής ροών. Η ίδια η γεωπολιτική αστάθεια, η αβεβαιότητα και το «σύννεφο» του πολέμου που πλανάται πάνω από την περιοχή αρκούν για να ενσωματωθούν στις τιμές ως γεωπολιτικό premium, επηρεάζοντας τις αγορές ακόμη και χωρίς πραγματικό αποκλεισμό.

Σε σενάριο περιορισμένης έντασης, το Brent θα μπορούσε να κινηθεί στα 90–100 δολάρια ανά βαρέλι. Σε περίπτωση ουσιαστικής διακοπής ροών, οι τιμές θα μπορούσαν να ξεπεράσουν τα 120–130 δολάρια. Ένα ακραίο σενάριο προσωρινού αποκλεισμού θα μπορούσε να οδηγήσει το Brent ακόμη και σε επίπεδα άνω των 150 δολαρίων, αν και η αλληλεξάρτηση των αγορών καθιστά τον παρατεταμένο αποκλεισμό ως χαμηλής πιθανότητας σενάριο.

Για την Ελλάδα και την Ευρώπη, αυτή η εξέλιξη λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής οικονομικού κινδύνου. Από την άλλη, ως μέλος της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, η Ελλάδα αποκτά αυξημένη στρατηγική σημασία στην Ανατολική Μεσόγειο. Η ενεργειακή διαφοροποίηση της Ευρώπης ενισχύει τη σημασία της χώρας. Ωστόσο, η αυξημένη γεωπολιτική αξία συνοδεύεται από μεγαλύτερη ευθύνη ισορροπιών σε μια πολωμένη περιοχή.

Ενέργεια: Η άμεση μετάδοση του σοκ στην Ελλάδα

Η Ελλάδα παραμένει καθαρός εισαγωγέας ενέργειας, με ενεργειακή εξάρτηση άνω του 70%. Η αύξηση της τιμής του Brent κατά 10 δολάρια μεταφράζεται σε 5–7 λεπτά ανά λίτρο στα καύσιμα, ενώ άνοδος 20 δολαρίων μπορεί να οδηγήσει σε επιβάρυνση 10–15 λεπτών. Η χώρα δεν εισάγει άμεσα πετρέλαιο από τον Περσικό Κόλπο σε μεγάλο βαθμό, όμως οι τιμές διαμορφώνονται διεθνώς και μεταφέρονται αυτόματα στην εγχώρια αγορά.

Στο φυσικό αέριο, η χώρα μας έχει διαφοροποιήσει σημαντικά τις πηγές προμήθειας μετά το 2022, αξιοποιώντας το LNG μέσω της Ρεβυθούσας και της νέας πλωτής μονάδας αποθήκευσης και επαναεριοποίησης στην Αλεξανδρούπολη, καθώς και μέσω αγωγών όπως ο TAP και οι διασυνδέσεις με τη Βουλγαρία. Παρά τη διαφοροποίηση, οι διεθνείς τιμές LNG επηρεάζουν άμεσα το κόστος εισαγωγών, ιδίως εάν αυξηθεί ο ανταγωνισμός Ευρώπης και Ασίας για φορτία.

Η αύξηση τιμών φυσικού αερίου επηρεάζει άμεσα και το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς το αέριο παραμένει κρίσιμη οριακή μονάδα στο ευρωπαϊκό και ελληνικό σύστημα. Μια άνοδος 20 ευρώ/MWh μπορεί να αυξήσει τη χονδρική τιμή ρεύματος κατά 30–40 ευρώ/MWh. Οι ηλεκτρικές διασυνδέσεις με Ιταλία, Βουλγαρία και άλλες γειτονικές αγορές ενισχύουν την ασφάλεια εφοδιασμού, αλλά δεν θωρακίζουν τη χώρα από τη μεταβλητότητα της ευρωπαϊκής αγοράς. Η εμπειρία προηγούμενων κρίσεων δείχνει ότι οι αυξήσεις τιμών ενέργειας μεταφέρονται γρήγορα στο κόστος μεταφορών, τροφίμων και υπηρεσιών, επηρεάζοντας το διαθέσιμο εισόδημα και τον πληθωρισμό.

Μπορούν οι ΑΠΕ να απορροφήσουν το ενεργειακό σοκ;

Η αυξημένη διείσδυση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας λειτουργεί ως στοιχείο ενεργειακής αποσυμπίεσης έναντι διεθνών σοκ, καθώς μειώνει τη συνολική κατανάλωση εισαγόμενου καυσίμου και περιορίζει την εξάρτηση από το φυσικό αέριο σε περιόδους υψηλής παραγωγής. Ωστόσο, όσο το αέριο παραμένει οριακή μονάδα στο σύστημα ηλεκτροπαραγωγής και όσο η αποθήκευση ενέργειας δεν έχει αναπτυχθεί πλήρως, οι ΑΠΕ δεν μπορούν να αποσυνδέσουν πλήρως την εγχώρια αγορά από τις διεθνείς τιμές. Συνεπώς, προσφέρουν ανθεκτικότητα, αλλά όχι πλήρη θωράκιση.

Μακροοικονομική επίπτωση: Πληθωρισμός, ανάπτυξη και εξωτερικό ισοζύγιο

Η εμπειρία του 2022 λειτουργεί ως σαφής μακροοικονομικός οδηγός για τις επιπτώσεις μιας παρατεταμένης ανόδου στις τιμές ενέργειας. Με φυσικό αέριο άνω των 300 ευρώ/MWh και πετρέλαιο πάνω από τα 120 δολάρια, ο ελληνικός πληθωρισμός έφτασε το 12% και το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών πλησίασε το 9% του ΑΕΠ.

Σε σενάριο σοβαρής κλιμάκωσης, μια άνοδος των τιμών πετρελαίου κατά 15% μπορεί να αυξήσει τον παγκόσμιο πληθωρισμό και να μειώσει την οικονομική ανάπτυξη. Το ΔΝΤ έχει επισημάνει ότι τα ενεργειακά σοκ επιβαρύνουν σημαντικά το κόστος ζωής των νοικοκυριών και επιβραδύνουν τη μεγέθυνση, ενώ οι κεντρικές τράπεζες ενδέχεται να καθυστερήσουν ενδεχόμενες μειώσεις επιτοκίων. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έχει επανειλημμένα τονίσει ότι οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι επηρεάζουν τις τιμές ενέργειας όχι μόνο μέσω διαταραχών προσφοράς, αλλά και μέσω της αβεβαιότητας που πλήττει επενδύσεις και κατανάλωση.

Σε ακραίο σενάριο διακοπής ροών, το ΑΕΠ της ΕΕ θα μπορούσε να μειωθεί έως και 3% σε σχέση με το βασικό σενάριο, γεγονός που θα είχε έμμεση αλλά ουσιαστική επίπτωση και στην ελληνική οικονομία.

Ναυτιλία: Βραχυπρόθεσμα κέρδη, αυξημένο γεωπολιτικό ρίσκο

Η ελληνόκτητη ναυτιλία — με ισχυρή παρουσία στα δεξαμενόπλοια αργού και προϊόντων, αλλά και στα LNG carriers — βρίσκεται στην πρώτη γραμμή των εξελίξεων. Η άνοδος της γεωπολιτικής έντασης μεταφράζεται άμεσα σε αυξημένα ασφάλιστρα πολεμικού κινδύνου (war risk premiums), υψηλότερους ναύλους και ενίσχυση των ημερήσιων αποδόσεων, ιδιαίτερα σε διαδρομές που συνδέονται με τον Περσικό Κόλπο και την Ασία.

Σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα, η αύξηση των ναύλων μπορεί να ενισχύσει τα έσοδα και την κερδοφορία, ιδίως για πλοιοκτήτες με έκθεση σε spot αγορές. Ωστόσο, σε περίπτωση παρατεταμένης αστάθειας ή περιορισμού ροών στον Περσικό Κόλπο, το επιχειρησιακό ρίσκο αυξάνεται ουσιαστικά: υψηλότερο κόστος ασφάλισης, πιθανές αλλαγές δρομολογίων, μεγαλύτεροι χρόνοι ταξιδιού και αυξημένες αβεβαιότητες στις εμπορευματικές ροές.

Σε ένα σενάριο παρατεταμένης κρίσης, η θετική επίδραση των υψηλών ναύλων μπορεί να αντισταθμιστεί από μείωση της παγκόσμιας ζήτησης και επιβράδυνση του εμπορίου. Για μια χώρα όπως η Ελλάδα, όπου η ναυτιλία αποτελεί κρίσιμο πυλώνα του ισοζυγίου πληρωμών και βασική πηγή εισροών συναλλάγματος, η ισορροπία μεταξύ αυξημένων εσόδων και αυξημένου κινδύνου αποκτά ιδιαίτερη μακροοικονομική σημασία.

Πώς επηρεάζεται η υπόλοιπη Ευρώπη: Ενέργεια, πληθωρισμός και ανάπτυξη

Η Ευρώπη είναι καθαρός εισαγωγέας ενέργειας και παραμένει ιδιαίτερα ευάλωτη σε διαταραχές της προσφοράς. Μετά τη μείωση των ρωσικών ροών, η εξάρτηση από LNG αυξήθηκε σημαντικά, γεγονός που καθιστά την ήπειρο ευαίσθητη σε γεωπολιτικά σοκ στις θαλάσσιες οδούς ενέργειας.
Η Ιταλία εκτίθεται άμεσα λόγω της ενεργειακής της διασύνδεσης στη Μεσόγειο. Η Γερμανία, με ενεργοβόρα βιομηχανία, παραμένει ιδιαίτερα ευάλωτη σε ανατιμήσεις LNG που πλήττουν την ανταγωνιστικότητα της παραγωγής της. Η Γαλλία διαθέτει μεγαλύτερη ανθεκτικότητα χάρη στο πυρηνικό της μείγμα, χωρίς όμως να αποφεύγει τις επιπτώσεις στα υγρά καύσιμα. Η Ισπανία και η Πορτογαλία, με ισχυρές υποδομές LNG, μπορούν να ενισχύσουν τον ρόλο τους ως ενεργειακές πύλες. Η Πολωνία και οι χώρες της Κεντρικής Ευρώπης, παρά τη διαφοροποίηση από ρωσικές ροές, παραμένουν εκτεθειμένες στη μεταβλητότητα.

Σε περίπτωση σοβαρής κλιμάκωσης, η άνοδος τιμών ενέργειας μεταφέρεται σχεδόν αυτόματα στον πληθωρισμό, περιορίζει την κατανάλωση και επιβαρύνει τη βιομηχανική ανταγωνιστικότητα. Η Ευρώπη ενδέχεται να μην αντιμετωπίζει φυσική έλλειψη ενέργειας, αλλά είναι από τους μεγάλους χαμένους μιας παρατεταμένης ενεργειακής κρίσης.

Τι κερδίζουν και τι χάνουν οι ΗΠΑ, το Ισραήλ και το Ιράν

Σε ό,τι αφορά τις άμεσα εμπλεκόμενες χώρες, οι Ηνωμένες Πολιτείες ενδέχεται να κερδίσουν βραχυπρόθεσμα από την ενίσχυση της στρατηγικής τους επιρροής στη Μέση Ανατολή και από την άνοδο των διεθνών τιμών ενέργειας, που ευνοεί την αμερικανική παραγωγή υδρογονανθράκων, αλλά αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο ευρύτερης περιφερειακής αποσταθεροποίησης, δημοσιονομικού και πολιτικού κόστους (ειδικά εάν οι Αμερικανοί πολίτες κληθούν να πληρώσουν ακριβότερα για τα καύσιμα και την ενέργεια ως συνέπεια πιθανών ανατιμήσεων λόγω του πολέμου). Το Ισραήλ μπορεί να θεωρεί ότι ενισχύει την αποτρεπτική του ισχύ και περιορίζει απειλές ασφαλείας, ωστόσο εκτίθεται σε αυξημένο στρατιωτικό ρίσκο και οικονομική αβεβαιότητα. Το Ιράν, από την πλευρά του, μπορεί να επιχειρεί να συσπειρώσει το εσωτερικό του ακροατήριο και να ενισχύσει τη διαπραγματευτική του θέση, αλλά αντιμετωπίζει περαιτέρω οικονομική πίεση, ενδεχόμενες νέες κυρώσεις και σοβαρό κόστος σε υποδομές και ανάπτυξη.

Το συνολικό ισοζύγιο

Μια σύγκρουση ΗΠΑ–Ιράν δημιουργεί περισσότερους χαμένους παρά κερδισμένους για την Ευρώπη σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα. Το βασικό κόστος είναι ενεργειακό, πληθωριστικό και αναπτυξιακό. Το πιθανό όφελος είναι στρατηγικό και μακροπρόθεσμο, μέσω ενίσχυσης ενεργειακής ασφάλειας και διαφοροποίησης.

Για την Ελλάδα, το αποτέλεσμα παραμένει διττό: άμεση οικονομική πίεση αλλά ταυτόχρονα γεωπολιτική ενίσχυση. Οι ενεργειακές κρίσεις δημιουργούν ευκαιρίες στρατηγικής αναβάθμισης αλλά πριν από αυτό, κοστίζουν ακριβά.

Ακολουθήστε το insider.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον κόσμο.

Διαβάζονται αυτή τη στιγμή

Το Ισραήλ και ΗΠΑ επιτέθηκαν στο Ιράν - Διεξάγουμε μαζική επιχείρηση δηλώνει ο Τραμπ

Τράπεζες: «Χρυσώνουν» τους μετόχους με 2,82 δισ. ευρώ από κέρδη του 2025

Αυξήσεις έως 120 ευρώ το μήνα και αναδρομικά για 5.500 απόστρατους - Τι αλλάζει στις συντάξεις των ενστόλων

Φόρτωση BOLM...
gazzetta
gazzetta reader insider insider