Η γεωπολιτική ένταση στη Μέση Ανατολή επανέρχεται στο επίκεντρο, με κάθε στρατιωτική κίνηση και διπλωματική εξέλιξη να αποτυπώνεται άμεσα στις διεθνείς αγορές ενέργειας. Το βασικό ζητούμενο δεν είναι πλέον αν υπάρχει ένταση, αλλά αν μπορεί να διατηρηθεί η εύθραυστη ισορροπία. Οι αγορές προεξοφλούν τον γεωπολιτικό κίνδυνο και η προσοχή στρέφεται στις σχέσεις ΗΠΑ και Ιράν, καθώς ενισχύονται οι ανησυχίες για πιθανή διαταραχή των ενεργειακών ροών και νέες ανοδικές πιέσεις στις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Σε ένα διεθνές σύστημα όπου περίπου το 20% του παγκόσμιου πετρελαίου και κρίσιμες ποσότητες LNG περνούν από τα Στενά του Ορμούζ, ακόμη και μια περιορισμένη κλιμάκωση μπορεί να προκαλέσει αλυσιδωτό σοκ σε τιμές, πληθωρισμό και οικονομίες. Οι αγορές πετρελαίου και φυσικού αερίου έχουν ήδη αρχίσει να ενσωματώνουν το λεγόμενο «γεωπολιτικό premium», προεξοφλώντας ένα πιθανό ενεργειακό ντόμινο που θα μπορούσε να φτάσει από τον Περσικό Κόλπο μέχρι τον λογαριασμό ρεύματος στην Ευρώπη.
Σε αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα δεν βρίσκεται εκτός κινδύνου. Ως καθαρός εισαγωγέας ενέργειας, παραμένει ευάλωτη σε αυξήσεις στις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου. Ως ενεργειακός κόμβος LNG, όμως, αποκτά ταυτόχρονα αυξημένη γεωπολιτική αξία. Το ερώτημα που κυριαρχεί δεν είναι αν η ένταση ΗΠΑ – Ιράν θα επηρεάσει την Ελλάδα, αλλά πόσο βαθιά θα διεισδύσει στην οικονομία: θα πρόκειται για προσωρινή αναταραχή στις τιμές ή για νέο ενεργειακό σοκ με πληθωρισμό, ακριβότερα καύσιμα και πίεση στην οικονομία;
Καθώς οι συνομιλίες που πραγματοποιούνται σήμερα, 26 Φεβρουαρίου, στη Γενεύη -ο τρίτος γύρος επαφών μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης- επιχειρούν να αποτρέψουν περαιτέρω κλιμάκωση, οι αγορές και οι κυβερνήσεις γνωρίζουν ότι το αποτέλεσμα δεν θα κρίνει μόνο μια γεωπολιτική αντιπαράθεση, αλλά την κατεύθυνση της ενέργειας, του πληθωρισμού και της οικονομίας τους επόμενους μήνες.
Η μεγάλη αντίφαση
Η Ελλάδα εισάγει το μεγαλύτερο μέρος του πετρελαίου και φυσικού αερίου για την κάλυψη των ενεργειακών της αναγκών και εξαρτάται σημαντικά από το φυσικό αέριο για τη διαμόρφωση της τιμής ηλεκτρικής ενέργειας. Ενδεικτικά, θα μπορούσε να αναφερθεί ότι σε μια ενεργειακή κρίση διάρκειας ενός μήνα, η επίδραση θα είναι κυρίως τιμολογιακή, με αυξήσεις καυσίμων και χονδρικής τιμής ρεύματος λόγω φόβου και risk premium. Σε βάθος τριμήνου, συνήθως το κόστος ενέργειας περνά στην πραγματική οικονομία, ενισχύοντας τον πληθωρισμό κατά περίπου 1 έως 1,5 ποσοστιαία μονάδα, πιέζοντας επιχειρήσεις και νοικοκυριά και περιορίζοντας το διαθέσιμο εισόδημα. Σε βάθος εξαμήνου, η επίδραση γίνεται δομική, με πιθανή επιβράδυνση της ανάπτυξης, αύξηση δημοσιονομικών πιέσεων και μεγαλύτερο ενεργειακό κόστος για το σύνολο της οικονομίας.
Από την άλλη πλευρά, η χώρα μας διαθέτει κρίσιμες υποδομές LNG, όπως τη Ρεβυθούσα και το τερματικό LNG της Αλεξανδρούπολης, που την καθιστούν ενεργειακή πύλη της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Σε περίοδο κρίσης, ο ρόλος αυτών των υποδομών αναβαθμίζεται, καθώς επιτρέπουν την εισαγωγή και διανομή LNG προς Βαλκάνια και Κεντρική Ευρώπη, μειώνοντας την εξάρτηση της περιοχής από ενεργειακές πηγές που μπορεί να βρίσκονται υπό πίεση. Αυτό ενισχύει τη γεωπολιτική θέση της Ελλάδας και την καθιστά κρίσιμο κρίκο στην ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης, ιδιαίτερα μετά τη μείωση των ρωσικών ροών φυσικού αερίου.
Η εικόνα είναι αντιφατική. Η Ελλάδα μπορεί να ενισχυθεί στρατηγικά, ενώ ταυτόχρονα πιέζεται οικονομικά. Ο ρόλος ενεργειακού κόμβου δεν σημαίνει φθηνή ενέργεια. Αν το LNG ακριβύνει διεθνώς, η χώρα πληρώνει την ίδια τιμή με τις υπόλοιπες αγορές. Το όφελος είναι η επάρκεια, η ενεργειακή ασφάλεια και η γεωπολιτική αναβάθμιση. Το κόστος είναι η ενεργειακή ακρίβεια, η πίεση στο διαθέσιμο εισόδημα και η αύξηση του κόστους παραγωγής.
Οι γεωπολιτικές συμμαχίες, τα ενεργειακά συμφέροντα και η θέση Ελλάδας – Ευρώπης
Η ένταση ΗΠΑ - Ιράν αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου ενεργειακού και γεωπολιτικού ανταγωνισμού. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοί τους —μεταξύ αυτών η Ευρώπη και χώρες της Μέσης Ανατολής— επιδιώκουν τη διατήρηση της ελεύθερης ροής ενέργειας, τη σταθερότητα στις αγορές και τον περιορισμό της ιρανικής επιρροής. Για τις ΗΠΑ, η ασφάλεια του Στενού του Ορμούζ είναι κρίσιμη, καθώς από εκεί περνά περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου πετρελαίου και σημαντικό μέρος του LNG.
Το Ιράν, από την άλλη πλευρά, επιδιώκει στρατηγική αποτροπή, διατήρηση περιφερειακής επιρροής και ενεργειακή ισχύ. Η δυνατότητα διατάραξης των ενεργειακών ροών λειτουργεί ως μοχλός πίεσης απέναντι στη Δύση, ενώ η πλήρης σύγκρουση δεν αποτελεί απαραίτητα επιδίωξη, καθώς θα είχε υψηλό οικονομικό κόστος. Η Ευρώπη βρίσκεται σε ενδιάμεση θέση. Εξαρτάται από τη σταθερότητα των ενεργειακών ροών και μετά τη μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία στηρίζεται περισσότερο στο LNG. Η προτεραιότητά της είναι η ενεργειακή ασφάλεια και η αποφυγή νέας ενεργειακής κρίσης.
Η Ελλάδα, στο πλαίσιο αυτό, βρίσκεται γεωπολιτικά στη δυτική πλευρά αλλά ενεργειακά επηρεάζεται από τις διεθνείς τιμές. Ως εισαγωγέας ενέργειας είναι ευάλωτη σε αυξήσεις τιμών, αλλά ως κόμβος LNG αποκτά αυξημένη στρατηγική σημασία. Σε περίοδο κρίσης, μπορεί να μετατραπεί σε κρίσιμο ενεργειακό διάδρομο για τη Νοτιοανατολική Ευρώπη, ενισχύοντας τη γεωπολιτική της αξία.
Τι μπορεί να ακολουθήσει μετά τη Γενεύη
Η εξίσωση για την Ελλάδα είναι σύνθετη. Αν η κρίση είναι σύντομη, η επίδραση θα είναι περιορισμένη. Αν διαρκέσει, η χώρα θα βιώσει ενεργειακή πίεση αλλά και γεωπολιτική αναβάθμιση. Σε κάθε περίπτωση, η ενεργειακή ασφάλεια και η γεωπολιτική σταθερότητα παραμένουν άρρηκτα συνδεδεμένες και η Ελλάδα βρίσκεται ακριβώς στο σημείο όπου αυτές οι δύο γραμμές τέμνονται.
Εάν οι σημερινές συνομιλίες στη Γενεύη οδηγήσουν σε ουσιαστική πρόοδο, δεν αποκλείεται να διαμορφωθεί προσχέδιο συμφωνίας σε βασικές αρχές, ανοίγοντας τον δρόμο για επόμενο γύρο επαφών σε υψηλότερο επίπεδο, ενδεχομένως σε επίπεδο υπουργών Εξωτερικών ή ακόμη και σε ευρύτερη πολιτική συνάντηση κορυφής, χωρίς ωστόσο να υπάρχει μέχρι στιγμής επίσημος προγραμματισμός. Αντίθετα, σε περίπτωση αδιεξόδου, το πιθανότερο σενάριο είναι είτε νέος γύρος διαπραγματεύσεων σε σύντομο χρονικό διάστημα είτε ενίσχυση της πίεσης μέσω κυρώσεων και στρατιωτικής αποτροπής, με τη διπλωματία να παραμένει —τουλάχιστον προς το παρόν— η τελευταία γραμμή άμυνας πριν από μια πιο επικίνδυνη γεωπολιτική εξέλιξη.