Η δημιουργία Εθνικού Δικτύου Μονοπατιών επανατοποθετεί την πεζοπορία από δραστηριότητα αναψυχής σε εργαλείο βιώσιμου τουρισμού και τοπικής ανάπτυξης.
Με προϋπολογισμό 5,5 εκατ. ευρώ, το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας χρηματοδοτεί τη δημιουργία και αναβάθμιση δικτύων σε ορεινούς προορισμούς όπως η Πύλη Τρικάλων, τα Βόρεια Τζουμέρκα, η Δωδώνη, η περιοχή του Ολύμπου, η κοιλάδα του Νέστου, τα Τέμπη και το Μαντούδι στη βόρεια Εύβοια, με στόχο την ενίσχυση ήπιων μορφών τουρισμού και την αξιοποίηση φυσικού και πολιτιστικού αποθέματος.
Μονοπάτια ως υποδομή βιώσιμου τουρισμού
Τα οργανωμένα μονοπάτια θεωρούνται βασικό εργαλείο του λεγόμενου «slow» και «nature-based tourism», δηλαδή τουρισμού χαμηλού περιβαλλοντικού αποτυπώματος. Δεν απαιτούν βαριές κατασκευές και κατευθύνουν τις ροές επισκεπτών σε συγκεκριμένες διαδρομές ενώ μειώνουν την ανεξέλεγκτη πρόσβαση σε ευαίσθητα οικοσυστήματα.
Παράλληλα, ενισχύουν μικρές τοπικές οικονομίες καθώς υπάρχει χώρος να αναπτυχθούν ξενώνες, αγροτουριστικές δραστηριότητες, τοπικά προϊόντα, υπηρεσίες οδηγών φύσης. Σε ορεινές περιοχές, η ύπαρξη οργανωμένου δικτύου αυξάνει τη διάρκεια παραμονής επισκεπτών, μετατρέποντας την πεζοπορία από μονοήμερη δραστηριότητα σε πολυήμερη εμπειρία.
Πιθανές ζώνες αξιοποίησης στην Ελλάδα
Η Ελλάδα διαθέτει ισχυρό δυναμικό ανάπτυξης πεζοπορικού τουρισμού, κυρίως σε περιοχές με συνδυασμό φυσικού τοπίου και πολιτιστικής ταυτότητας. Ο Όλυμπος, τα Τζουμέρκα, η Πίνδος, ο Νέστος, ο Ταΰγετος, η Κρήτη και τα νησιά του Αιγαίου έχουν ήδη διαδρομές με διεθνές ενδιαφέρον, ενώ πολλές από αυτές βρίσκονται εντός ή κοντά σε περιοχές Natura 2000. Η οργανωμένη χάραξη και σήμανση περιορίζει περιβαλλοντικές πιέσεις, ενισχύει την πρόληψη πυρκαγιών και λειτουργεί ως υποδομή περιβαλλοντικής εκπαίδευσης.
Ωστόσο, όπως επισημαίνουν περιβαλλοντικές οργανώσεις, χωρίς διαχείριση επισκεπτών, υπάρχει κίνδυνος διάβρωσης εδάφους ή πίεσης στη βιοποικιλότητα, κάτι που διεθνώς αντιμετωπίζεται με όρια επισκεψιμότητας και συντήρηση διαδρομών.
Οικονομικό αποτύπωμα και προβλεπόμενα έσοδα
Διεθνώς, ο τουρισμός πεζοπορίας (hiking και nature tourism) είναι από τους ταχύτερα αναπτυσσόμενους τομείς του βιώσιμου τουρισμού. Μελέτες της ΕΕ και του UNWTO δείχνουν ότι οι εκδρομείς αυτής της κατηγορίας ξοδεύουν περισσότερο σε τοπικές υπηρεσίες και παραμένουν περισσότερο σε περιφερειακές περιοχές σε σχέση με τον μαζικό τουρισμό. Σε ώριμες αγορές, τα οργανωμένα δίκτυα μονοπατιών δημιουργούν έσοδα μέσω τουριστικών υπηρεσιών, φιλοξενίας, τοπικών προϊόντων και δραστηριοτήτων υπαίθρου. Στην Ελλάδα, η πλήρης ανάπτυξη του τομέα εκτιμάται ότι μπορεί να ενισχύσει σημαντικά τις ορεινές και αγροτικές οικονομίες, ιδιαίτερα εκτός υψηλής τουριστικής περιόδου.
Τι δείχνουν τα διεθνή παραδείγματα
Τα οργανωμένα δίκτυα μονοπατιών στο εξωτερικό έχουν εξελιχθεί σε αυτοτελή τουριστική αγορά, με μετρήσιμα οικονομικά αποτελέσματα και σταθερή ροή επισκεπτών όλο τον χρόνο.
Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα παραμένει το Camino de Santiago στην Ισπανία. Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία των ισπανικών αρχών, περισσότερα από 440.000 άτομα ολοκλήρωσαν το Camino το 2023, αριθμός αυξημένος σε σχέση με την προ COVID περίοδο. Οι συνολικές άμεσες και έμμεσες εισπράξεις για τις τοπικές οικονομίες της Γαλικίας και των περιοχών που διατρέχει η διαδρομή εκτιμώνται σε άνω των 300 εκατ. ευρώ ετησίως, μέσω μικρών καταλυμάτων, εστίασης, τοπικών μεταφορών και υπηρεσιών υπαίθριων δραστηριοτήτων. Σε αρκετές αγροτικές περιοχές, η συγκεκριμένη διαδρομή αποτελεί πλέον τη βασική πηγή τουριστικού εισοδήματος.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, το Appalachian Trail, μήκους περίπου 3.500 χιλιομέτρων, διασχίζει 14 πολιτείες και λειτουργεί ως εθνική υποδομή ήπιου τουρισμού. Μελέτες των διαχειριστικών φορέων εκτιμούν ότι οι πεζοπόροι και επισκέπτες του μονοπατιού συνεισφέρουν περισσότερα από 125 εκατ. δολάρια ετησίως σε τοπικές οικονομίες, στηρίζοντας χιλιάδες μικρές επιχειρήσεις, καταλύματα, καταστήματα εξοπλισμού και υπηρεσίες μεταφοράς. Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι μεγάλο μέρος αυτής της δαπάνης κατευθύνεται σε απομακρυσμένες αγροτικές κοινότητες.
Στην Ευρώπη, τα διασυνοριακά μονοπάτια των Άλπεων – με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη Via Alpina – αποτελούν βασικό πυλώνα του βιώσιμου ορεινού τουρισμού. Σε χώρες όπως η Αυστρία και η Ελβετία, ο πεζοπορικός τουρισμός συνδέεται άμεσα με δίκτυα ορεινών καταφυγίων, οικογενειακών ξενοδοχείων και τοπικών αγροδιατροφικών προϊόντων, με τους επισκέπτες να παραμένουν κατά μέσο όρο περισσότερες διανυκτερεύσεις σε σχέση με τον κλασικό χειμερινό τουρισμό.
Αντίστοιχα, στη Σκανδιναβία, μονοπάτια όπως το Kungsleden στη Σουηδία εντάσσονται σε εθνικές πολιτικές φύσης και κλιματικής προσαρμογής, με αυστηρή διαχείριση ροών, κρατήσεις σε καταφύγια και έσοδα που επανεπενδύονται στη συντήρηση των οικοσυστημάτων. Το μοντέλο αυτό θεωρείται παγκοσμίως παράδειγμα ισορροπίας μεταξύ τουριστικής αξιοποίησης και προστασίας βιοποικιλότητας.
Κοινός παρονομαστής των διεθνών πρακτικών είναι ότι τα μονοπάτια δεν αντιμετωπίζονται ως απλή τουριστική δραστηριότητα, αλλά ως στρατηγική δημόσια υποδομή. Συνδέονται με πολιτικές προστασίας δασών, διατήρησης περιοχών Natura, πρόληψης πυρκαγιών και ενίσχυσης της τοπικής οικονομίας, αποδεικνύοντας ότι ο πεζοπορικός τουρισμός μπορεί να παράγει σταθερά έσοδα, χαμηλό περιβαλλοντικό αποτύπωμα και υψηλή κοινωνική προστιθέμενη αξία.
Τα πιθανά ρίσκα για την Ελλάδα
Το άνοιγμα του hiking tourism στην Ελλάδα δημιουργεί προκλήσεις πολιτικής διαχείρισης. Η υπερσυγκέντρωση επισκεπτών σε δημοφιλείς διαδρομές μπορεί να επιβαρύνει οικοσυστήματα Natura, να αυξήσει τον κίνδυνο διάβρωσης εδάφους και να δημιουργήσει πιέσεις σε τοπικές υποδομές. Υπάρχει επίσης κίνδυνος «τουριστικοποίησης» ευαίσθητων φυσικών περιοχών, αν η ανάπτυξη δεν συνοδεύεται από μελέτες σχετικές με την χωρητικότητα επισκεπτών, τη συντήρηση μονοπατιών και τη συνεχή περιβαλλοντική παρακολούθηση.
Επιπλέον, η έλλειψη τοπικής διαχείρισης ή χρηματοδότησης συντήρησης μπορεί να οδηγήσει σε υποβάθμιση διαδρομών, ακυρώνοντας τα περιβαλλοντικά οφέλη. Διεθνώς, τα ζητήματα αυτά αντιμετωπίζονται με όρια επισκεψιμότητας, συστήματα κρατήσεων και επενδύσεις σε προστασία οικοσυστημάτων.