Η Scope αξιολογεί θετικά το επιχειρηματικό προφίλ της Alpha Bank, επισημαίνοντας την ισχυρή θέση της ως μίας από τις τέσσερις συστημικές τράπεζες στην Ελλάδα και τη στρατηγική επέκτασης μέσω εξαγορών σε τομείς όπως το wealth management, το factoring και το investment banking.
Ο οίκος αξιολόγησης θεωρεί υποστηρικτικό το λειτουργικό περιβάλλον στην Ελλάδα, επισημαίνοντας τη βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών της χώρας και τη σημαντική εξυγίανση του τραπεζικού συστήματος από το 2018, με μεγάλη μείωση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων. Θετικά αξιολογείται και το εποπτικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Τραπεζικής Ένωσης και ο ρόλος της ΕΚΤ, που περιορίζουν τους κινδύνους ρευστότητας.
Στο πεδίο της κερδοφορίας, οι αναλυτές του οίκου σημειώνουν ότι η απόδοση της τράπεζας έχει ενισχυθεί σημαντικά από το 2022, χάρη στη διεύρυνση των καθαρών επιτοκιακών περιθωρίων, την αύξηση των προμηθειών και τη βελτίωση της αποδοτικότητας. Η απόδοση επί των σταθμισμένων στοιχείων ενεργητικού ανήλθε στο 3,1% το 2025 από 1% το 2022 και αναμένεται να διατηρηθεί λίγο κάτω από το 3% την περίοδο 2026-2028, παρά τις αυξημένες γεωπολιτικές αβεβαιότητες και τις πληθωριστικές πιέσεις.
Σύμφωνα με τους αναλυτές, η ποιότητα του ενεργητικού της Alpha εξακολουθεί να βελτιώνεται, με τον δείκτη μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων να υποχωρεί στο 3,7% τον Μάρτιο του 2026. Αν και παραμένει υψηλότερος από τον μέσο όρο των διεθνών ομοειδών τραπεζών, η Scope θεωρεί εφικτό τον στόχο της διοίκησης για μείωσή του κάτω από το 3% έως το τέλος του 2027. Παράλληλα, αναφέρονται στην υψηλή εξάρτηση της Alpha στο ελληνικό Δημόσιο, η οποία αντιστοιχούσε στο 151% των κεφαλαίων Tier 1 στο τέλος του 2025, αν και η σύνθεση του χαρτοφυλακίου περιορίζει την ευαισθησία της κεφαλαιακής βάσης στις διακυμάνσεις των τιμών των ομολόγων.
Η Scope αποδίδει αξιολόγηση «Comfortable (+1 notch)» στη διαχείριση της χρηματοοικονομικής βιωσιμότητας της τράπεζας, υπογραμμίζοντας ότι ο δείκτης CET1 διαμορφώθηκε στο 15% το πρώτο τρίμηνο του 2026, διατηρώντας περιθώριο περίπου 500 μονάδων βάσης πάνω από τις ελάχιστες εποπτικές απαιτήσεις. Επιπλέον, η χρηματοδότηση βασίζεται κυρίως στις καταθέσεις πελατών, που αντιστοιχούν σε περισσότερο από το 80% των συνολικών πηγών χρηματοδότησης, ενώ η τράπεζα έχει ενισχύσει σταδιακά την πρόσβασή της στις αγορές για την κάλυψη των απαιτήσεων MREL.



