Επενδύσεις άνω των 358 εκατ. ευρώ, νέες τεχνολογίες δέσμευσης διοξειδίου του άνθρακα και ένα δύσκολο στοίχημα για τη βαριά βιομηχανία φέρνει στο προσκήνιο η έκθεση «Τσιμεντοβιομηχανία & Πράσινες Δημόσιες Συμβάσεις» που δημοσίευσε τον Ιούνιο του 2026 το Green Tank.
Η μελέτη περιγράφει τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει ένας από τους πιο ενεργοβόρους βιομηχανικούς κλάδους, ο οποίος ευθύνεται για το 5% - 8% των παγκόσμιων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν περιορίζεται στην κατανάλωση ενέργειας. Περίπου το 60% των εκπομπών της τσιμεντοβιομηχανίας παράγεται κατά την ίδια τη διαδικασία παραγωγής κλίνκερ, γεγονός που καθιστά τη μείωσή τους πολύ πιο δύσκολη σε σχέση με άλλους κλάδους της οικονομίας.
Καθώς η Ευρωπαϊκή Ένωση καταργεί σταδιακά τα δωρεάν δικαιώματα εκπομπών έως το 2034, η πίεση για επενδύσεις σε τεχνολογίες απανθρακοποίησης αυξάνεται. Ωστόσο, σύμφωνα με τη μελέτη, ορισμένες από τις λύσεις που προωθούνται για τη μείωση των εκπομπών συνοδεύονται από σημαντικές ενεργειακές απαιτήσεις, ανοίγοντας μια ευρύτερη συζήτηση για το κόστος της μετάβασης.
Οι επενδύσεις που τρέχουν στην Ελλάδα
Στην Ελλάδα βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη δύο από τα μεγαλύτερα έργα απανθρακοποίησης της βαριάς βιομηχανίας. Η ΤΙΤΑΝ έχει εξασφαλίσει χρηματοδότηση 234 εκατ. ευρώ από το Ταμείο Καινοτομίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το έργο IFESTOS στο εργοστάσιο του Καμαρίου, με στόχο τη δέσμευση 1,9 εκατ. τόνων CO₂ ετησίως.
Παράλληλα, η ΑΓΕΤ Ηρακλής έχει εξασφαλίσει χρηματοδότηση 124,27 εκατ. ευρώ για το έργο OLYMPUS στο εργοστάσιο του Μηλακίου Ευβοίας, το οποίο στοχεύει στη δέσμευση περίπου 1 εκατ. τόνων CO₂ τον χρόνο. Η συνολική αποφυγή εκπομπών κατά την πρώτη δεκαετία λειτουργίας του έργου εκτιμάται σε 6,8 εκατ. τόνους ισοδύναμου διοξειδίου του άνθρακα.
Μόνο από ευρωπαϊκούς πόρους, τα δύο έργα συγκεντρώνουν χρηματοδότηση άνω των 358 εκατ. ευρώ, χωρίς να συνυπολογίζονται οι πρόσθετες ιδιωτικές επενδύσεις που θα απαιτηθούν για την ολοκλήρωσή τους.
Η τεχνολογία που θεωρείται αναγκαία αλλά ανεβάζει το κόστος
Κεντρικό ρόλο στα σχέδια του κλάδου παίζουν οι τεχνολογίες δέσμευσης, αξιοποίησης και αποθήκευσης διοξειδίου του άνθρακα (CCUS), οι οποίες θεωρούνται απαραίτητες για τη μείωση των εκπομπών που προκύπτουν από τη χημική διαδικασία παραγωγής.
Ωστόσο, σύμφωνα με τη μελέτη της The Green Tank, οι τεχνολογίες αυτές συνοδεύονται από σημαντικές ενεργειακές και οικονομικές επιβαρύνσεις. Η εγκατάστασή τους μπορεί να αυξήσει την κατανάλωση ενέργειας ενός εργοστασίου από 50% έως και 300%, ενώ η δέσμευση περίπου του 90% των εκπομπών ενός κλιβάνου μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση της συνολικής ενεργειακής κατανάλωσης κατά 25% - 40%.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, το κόστος παραγωγής κλίνκερ μπορεί ακόμη και να διπλασιαστεί ή να τριπλασιαστεί, γεγονός που τροφοδοτεί τη συζήτηση για το κατά πόσο η τεχνολογία αυτή μπορεί να αποτελέσει τη μοναδική λύση για την απανθρακοποίηση του κλάδου.
Τα περιθώρια εξοικονόμησης
Η μελέτη υπογραμμίζει ότι υπάρχουν και άλλες τεχνολογικές επιλογές που μπορούν να μειώσουν τις εκπομπές πριν αυτές παραχθούν. Οι αναβαθμίσεις κλιβάνων μπορούν να αυξήσουν την ενεργειακή απόδοση κατά 30% - 40% και να μειώσουν τις εκπομπές κατά 80 έως 250 κιλά CO₂ ανά τόνο κλίνκερ.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αξιοποίηση της απορριπτόμενης θερμότητας. Σήμερα σχεδόν το 50% της θερμικής ενέργειας που εισέρχεται στη διαδικασία παραγωγής χάνεται στο περιβάλλον, ενώ στις μονάδες ξηρής διεργασίας οι συνολικές θερμικές απώλειες μπορούν να φτάσουν το 45,6%.
Παράλληλα, εξετάζονται τεχνολογίες όπως η χρήση πράσινου υδρογόνου, ο εξηλεκτρισμός επιμέρους διεργασιών και η περαιτέρω βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας των εγκαταστάσεων.
Ο ρόλος των δημόσιων συμβάσεων
Η έκθεση δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα και στις δημόσιες συμβάσεις, επισημαίνοντας ότι οι δημόσιοι φορείς απορροφούν περίπου το 40% της αγοράς τσιμέντου στην Ευρώπη. Για τον λόγο αυτό προτείνει την ενσωμάτωση περιβαλλοντικών κριτηρίων στις δημόσιες προμήθειες και τη σταδιακή απαίτηση στοιχείων για το ανθρακικό αποτύπωμα των προϊόντων που χρησιμοποιούνται στα δημόσια έργα.
Η συζήτηση αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθώς η ίδια η έκθεση αμφισβητεί την αντίληψη ότι η δέσμευση διοξειδίου του άνθρακα αποτελεί από μόνη της τη λύση για τον κλάδο. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει, κανένα από τα 16 έργα CCS που εξετάστηκαν διεθνώς δεν πέτυχε ποσοστό δέσμευσης άνω του 80%, ενώ το μέσο ποσοστό δέσμευσης διαμορφώθηκε περίπου στο 49%.
Την ίδια στιγμή, η έρευνα του Institute for Energy Economics and Financial Analysis που επικαλείται η μελέτη εκτιμά ότι το συνολικό κόστος των σχεδιαζόμενων έργων CCS στην Ευρώπη μπορεί να φτάσει τα 520 δισ. ευρώ, με πιθανή επιβάρυνση για τους φορολογούμενους έως και 140 δισ. ευρώ μέσω δημόσιων ενισχύσεων και χρηματοδοτικών μηχανισμών.



