Ανοιχτό αφήνει έμμεσα το εύρος των επιλογών στη διαχείριση της κεφαλαιακής της θέσης η Τράπεζα Πειραιώς, καθώς τόσο η πολιτική διανομών όσο και η ένταση της πιστωτικής επέκτασης μπορούν να προσφέρουν «βαθμούς ευελιξίας» για την ανακατεύθυνση κεφαλαίων σε περίπτωση που προκύψουν ευκαιρίες ανόργανης ανάπτυξης (εξαγορές).
Το πλάνο της τράπεζας προβλέπει ότι το 2026 ο δείκτης CET1 θα βρίσκεται σε επίπεδα πέριξ του 13% και το 2030 στο 13,5%, από 12,7% στις 31 Δεκεμβρίου 2025. Η οργανική παραγωγή κεφαλαίου μέσω της κερδοφορίας της περιόδου εκτιμάται ότι θα προσθέσει σωρευτικά περίπου τέσσερις ποσοστιαίες μονάδες στον δείκτη. Η θετική αυτή επίδραση αντισταθμίζεται εν μέρει από την αύξηση των σταθμισμένων σε κίνδυνο στοιχείων ενεργητικού λόγω ισχυρής πιστωτικής επέκτασης (1,5 ποσοστιαία μονάδα) και από την πολιτική διανομών προς τους μετόχους και την ταχύτερη απόσβεση DTC (2 ποσοστιαίες μονάδες).
Μάλιστα, η διοίκηση εκτιμά πως θα καταφέρει να προβεί σε πλήρη απόσβεση των οριστικών και εκκαθαρισμένων αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων κατά 1 - 2 έτη νωρίτερα από ότι ανέμενε στην προηγούμενο business plan. Συγκεκριμένα, αναμένει πως η συμμετοχή του DTC στα εποπτικά κεφάλαια της τράπεζας θα φτάσει στο 9% περίπου το 2030, από 60% το 2025, προτού μηδενίσει το 2031 - 2032, αντί το 2034. Οριακή είναι η επίδραση από το κόστος τίτλων AT1, ενώ ουδέτερη εκτιμάται η συμβολή λοιπών κινήσεων διαχείρισης κινδύνου, όπως συναλλαγές μεταφοράς πιστωτικού κινδύνου (SRT) και άλλες λογιστικές προσαρμογές αποτίμησης.
- Διαβάστε ακόμα - Μεγάλου: Με «όχημα» την Εθνική Ασφαλιστική η νέα αναπτυξιακή στρατηγική της Πειραιώς
Η διάρθρωση του πλάνου καταδεικνύει ότι η τράπεζα επιδιώκει να διατηρήσει τον δείκτη CET1 σε επίπεδα άνω των εποπτικών απαιτήσεων, αλλά χωρίς υπερβάλλον κεφαλαιακό «κλείδωμα», επιτρέποντας έτσι ευελιξία στη διάθεση κεφαλαίων. Η στόχευση για δείκτη κεφαλαίου στην περιοχή του 13% - 13,5%, σε συνδυασμό με την τοποθέτηση της πολιτικής διανομών σε εύρος έως 65%, αφήνει πρακτικά ανοιχτό το ενδεχόμενο αναπροσαρμογών.
Από τον εσωτερικό στόχο για CET1 στο 12,5%, η Πειραιώς θα απέχει περίπου 100 μονάδες βάσης, που σημαίνουν 400 εκατ. ευρώ κεφαλαιακό πλεόνασμα για εξαγορές ή και πρόσθετες διανομές. Σύμφωνα με τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της Πειραιώς, Χρήστο Μεγάλου, το πλεόνασμα αυτό επαρκεί για τη χρηματοδότηση εξαγορών συμπληρωματικού χαρακτήρα, όπως ενδεικτικά μιας εταιρείας wealth management με έδρα το Λουξεμβούργο.
Πρόσθετες δυνητικές πηγές κεφαλαιακής ενίσχυσης μπορούν να προκύψουν εφόσον η τράπεζα λάβει εξαίρεση μέσω του Danish Compromise για την Εθνική Ασφαλιστική. Με αυτό τον τρόπο θα μπορούσε να ενισχύσει τον δείκτη CET1 έως και κατά περίπου 75 μονάδες βάσης έως το 2028.
- Διαβάστε ακόμα - Οι πέντε στρατηγικές προτεραιότητες της Εθνικής Ασφαλιστικής
Στο παρόν στάδιο δεν ενσωματώνεται πρόγραμμα επαναγοράς ιδίων μετοχών, καθώς η διοίκηση εκτιμά ότι η μέση ετήσια αύξηση των κερδών ανά μετοχή κατά περίπου 10% την επόμενη πενταετία καθιστά περιττή τη χρήση buyback ως μηχανισμού περαιτέρω βελτίωσης.
Η ευαισθησία στην πολιτική διανομών αποτυπώνεται και στην αινιγματική θέση της διοίκησης, σύμφωνα με την οποία μια μείωση του payout κατά μία ποσοστιαία μονάδα θα ενίσχυε τον CET1 κατά περίπου 5 μονάδες βάσης ετησίως, ή περίπου 25 μονάδες βάσης σωρευτικά έως το 2030. Οι διανομές της περιόδου, που η διοίκηση τοποθετεί κοντά στα 5 δισ. ευρώ, αντιστοιχούν σε περίπου 4 ευρώ ανά μετοχή σωρευτικά, ποσό που αντιπροσωπεύει περίπου το ήμισυ της τρέχουσας κεφαλαιοποίησης της τράπεζας.