«Ανάσα» στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και πιο συγκεκριμένα στην Κριστίν Λαγκάρντ έδωσε ο σχεδιασμός και η πρωτοβουλία εκ μέρους της Άνγκελα Μέρκελ και του Εμανουέλ Μακρόν για τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού «Ταμείο Ανάκαμψης» ύψους 500 δισ. ευρώ, μέσω της κοινής έκδοσης χρέους από την Κομισιόν. Οι κατά βάση πολιτικοί χειρισμοί του Βερολίνου και του Παρισιού έδωσαν το έναυσμα για τη γεφύρωση του χάσματος μεταξύ Βορρά και Νότου, αλλά και την αποφόρτιση σε μια κρίσιμη περίοδο, της ΕΚΤ.

Η δυναμική και συντονισμένη μακροοικονομική βοήθεια που ζητούσε δια πυρός και σιδήρου η Κριστίν Λαγκάρντ φαίνεται πως αρχίζει να χαρτογραφείται, με την επικεφαλής της ΕΚΤ να κερδίζει χρόνο ώστε να συντονίσει τις δράσεις της τράπεζας και να επανασχεδιάσει τα προγράμματα «κρούσης». Η έκδοση χρέους που προτείνουν Μέρκελ - Μακρόν από ένα ευρωπαϊκό όργανο όπως είναι η Κομισιόν θα μπορούσε να αγοραστεί από την ΕΚΤ «κάτω από την ομπρέλα» του προγράμματος αγοράς τίτλων του δημόσιου τομέα, PSPP, το οποίο έχει βάλει στο στόχαστρο το Γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο. Έχοντας αυτό ως δεδομένο και περιμένοντας τις επόμενες κινήσεις από τα κράτη μέλη της Ευρωζώνης, η Κριστίν Λαγκάρντ θα στραφεί προς το έκτακτο πρόγραμμα PEPP των 750 δισ. ευρώ, το οποίο θα εξαντληθεί πολύ νωρίτερα από ότι είχε δρομολογήσει αρχικά η ΕΚΤ (τέλος του 2020), και πιο συγκεκριμένα το Σεπτέμβριο, καθώς «τρέχει» με ημερήσιο ρυθμό αγοράς κρατικών ομολόγων 6,5 δισ. ευρώ. Υπό αυτό το πρίσμα το Διοικητικό Συμβούλιο της τράπεζας θα προχωρήσει αναίμακτα στις 4 Ιουνίου στην αύξηση του προγράμματος κατά 500 δισ. ευρώ, φτάνοντας έτσι στα 1,25 τρισ. ευρώ.

Ωστόσο το μεγάλο ερώτημα έγκειται στο πώς θα κινηθεί το «στρατηγείο» της Φρανκφούρτης γύρω από τα ομόλογα «σκουπίδια», δηλαδή αυτά που δεν διαθέτουν το investment grade -την επενδυτική βαθμίδα- ώστε να γίνονται αποδεκτά στα προγράμματα αναχρηματοδότησης της τράπεζας και που συνεχώς αυξάνονται. Η επέλαση της πανδημίας συνοδεύτηκε από μαζικές υποβαθμίσεις εταιρικών ομολόγων από τους οίκους αξιολόγησης, «χτυπώντας» και σύνθετα παράγωγα όπως είναι τα CLOs δηλαδή τιτλοποιημένες δανειακές υποχρεώσεις και πακέτα δανείων διαφορετικής διαβάθμισης και ποιότητας. Καθώς οδηγούμαστε σε ένα σπιράλ υποβαθμίσεων, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος για τις ευρωπαϊκές τράπεζες που εμπορεύονται τέτοιου είδους επενδυτικά προϊόντα για να αυξήσουν την πιστωτική τους επέκταση. Σύμφωνα με τον οίκο αξιολόγησης DBRS περισσότερο εκτεθειμένες είναι οι τράπεζες του ευρωπαϊκού Νότου σε CLOs υψηλού κινδύνου, αλλά και οι γαλλικές.

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, λοιπόν, βλέποντας να ξετυλίγεται μπροστά της ένα καλά μπερδεμένο κουβάρι υποβαθμιζόμενου χρέους στο οποίο οι ευρωπαϊκές τράπεζες έχουν μεγάλη έκθεση, θα προσπαθήσει να παρέμβει. Άγνωστο ωστόσο παραμένει το πώς θα γίνει αυτό, μιας και το Συνταγματικό Δικαστήριο της Καρλσρούης έχει κάνει σαφείς τις προθέσεις του, θέλοντας να οριοθετήσει το μηχανισμό μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής της τράπεζας. Το σενάριο της διεύρυνσης του προγράμματος PEPP με την αποδοχή junk bonds πιθανότατα θα προκαλέσει ισχυρούς κλυδωνισμούς εντός Φρανκφούρτης και σίγουρα το Γερμανικό Δικαστήριο δεν θα αφήσει αναπάντητη μια τέτοια κίνηση υψηλού ρίσκου από την τράπεζα. Για το λόγο αυτό η Λαγκάρντ δεν θα προβεί σε βιαστικές κινήσεις, θέλοντας κατά βάση να αποφύγει να διευρύνει το συγκρουσιακό μέτωπο με το Δικαστήριο της Καρλσρούης. Αυτό που αναμένεται να δούμε το επόμενο διάστημα είναι μια στάση αναμονής από τους οίκους αξιολόγησης, χωρίς σημαντικές υποβαθμίσεις στο αξιόχρεο κρατών και εταιρειών, που «τρεμοπαίζουν» στο non-investment grade.