Το χρόνιο ρήγμα μεταξύ Φρανκφούρτης και Βερολίνου φρόντισε να διευρύνει ακόμα περισσότερο το Συνταγματικό Δικαστήριο της Καρλσρούης, υπονομεύοντας ευθέως την ανεξαρτησία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και τη θεσμική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Με την απόφαση της 5ης Μαΐου το Γερμανικό Δικαστήριο άναψε το «φυτίλι» σε μια βόμβα που μπορεί να ταράξει συθέμελα το ενωσιακό οικοδόμημα, πλήττοντας και την ίδια τη Γερμανία που προσπαθεί με κάθε μέσο που έχει στη διάθεση της να «φρενάρει» τους θεσμούς της ΕΕ. Τα ζητήματα που βάζει στο τραπέζι αφορούν σε πρώτο βαθμό το «μπλοκάρισμα» του προγράμματος αγοράς τίτλων του δημόσιου τομέα, PSPP της ΕΚΤ και σε δεύτερο βαθμό πως το Δικαστήριο της ΕΕ υπερέβη τις δοτές αρμοδιότητες ενός ενωσιακού οργάνου (ultra vires) μέσω της ρητής γνωμοδότησής του για το QE. Και όλα αυτά ενώ Βορράς και Νότος προσπαθούν να γεφυρώσουν το «χάσμα» που τους χωρίζει ώστε να υπάρξει μια κοινή οικονομική συνισταμένη και μια δύναμη πυρός μέσω της θεμελίωσης του Recovery Fund από την Κομισιόν.

Πυρά προς την ΕΚΤ και το ΔΕΕ

Το Γερμανικό Δικαστήριο προσπάθησε -και θα συνεχίσει- να οριοθετήσει τον τρόπο μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας επιμένοντας πως τα προγράμματα πρέπει να είναι προσωρινά και ότι η στρατηγική εξόδου πρέπει να ορίζεται σαφώς. Όπως τονίζει, οι αγορές περιουσιακών στοιχείων δεν πρέπει να οδηγούν σε μόνιμη αύξηση του ισολογισμού της κεντρικής τράπεζας. Παράλληλα, το Δικαστήριο επισημαίνει πως οι επιμέρους όροι του QE, όπως ορίστηκαν από την ΕΚΤ, «παραβλέπουν την αρχή της αναλογικότητας» και του στόχου της σταθερότητας των τιμών. Εδώ λοιπόν τα πράγματα δυσκολεύουν για το στρατηγείο της Φρανκφούρτης καθώς θεωρείται δύσκολο νομικά να αποδειχθεί κάτι τέτοιο, χωρίς σημαντικές αλλαγές στο πρόγραμμα PSPP. Αν δεν υπάρξει διόρθωση στο πρόγραμμα, τότε η Bundesbank δεν θα μπορεί πλέον να συμμετέχει στο PSPP, ξεφορτώνοντας τα ομόλογα που διακρατεί στο χαρτοφυλάκιό της «σε μια πιθανώς μακροπρόθεσμη, στρατηγική, συντονισμένη με την υπόλοιπη Ευρωζώνη» όπως αναφέρεται. Επομένως το Διοικητικό Συμβούλιο σε πλήρη συντονισμό με το νομικό τμήμα της τράπεζας θα πρέπει να ξεδιπλώσουν τη νέα στρατηγική γύρω από τη χάραξη της νομισματικής πολιτικής δίνοντας έμφαση στο στόχο του πληθωρισμού, και των προγραμμάτων.

Το πιο εντυπωσιακό ωστόσο όλων αυτών είναι πως το ίδιο το Γερμανικό Δικαστήριο ενώ κατηγορεί την ΕΚΤ και το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης πως υπερέβησαν του ρόλου τους, το ίδιο διαπράττει αυτό το ατόπημα δείχνοντας με το δάχτυλο και υποδεικνύοντας σε δύο θεσμικά όργανα της ΕΕ τα όρια δικαιοδοσίας τους και τις αρμοδιότητές τους. Φυσικά τόσο η Γερμανίδα καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ, όσο και ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Όλαφ Σολτς υποστήριξαν έμμεσα τις αποφάσεις τους Δικαστηρίου, αποτυπώνοντας σε κεντρικό επίπεδο πως η Γερμανία παραμένει κάθετα αντίθετη στη διαχρονικότητα του «whatever it takes» του «Σούπερ Μάριο». Εξάλλου ο πολιτικός σχεδιασμός της Μέρκελ, της επιτρέπει εν μέρει να προβαίνει σε τέτοιου είδους κρίσεις σκοπιμότητας, καθώς έχει απλώσει ένα τεράστιο δίχτυ προστασίας πάνω από τη γερμανική οικονομία, που ξεπερνά τα 1,7 τρισ. ευρώ (453 δισ. ευρώ δημοσιονομικά, 819 δισ. δάνεια και 500 δισ. αναστολή είσπραξης φόρων). Φάνηκε ωστόσο πως το μεγαλύτερο μέρος της πολιτικής σκηνής της Γερμανίας θέλει να κρατήσει αποστάσεις από το ζήτημα και αυτό όχι γιατί υποστηρίζουν ξαφνικά τις ενέργειες της ΕΚΤ αλλά επειδή δεν επιθυμούν μια ανοιχτή σύγκρουση με την έννομη τάξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τη διπλωματική οδό ακολούθησε και ο πρόεδρος της Bundestag Βόλφγκανγκ Σόιμπλε που εν μέρει μπορεί να επέκρινε την απόφαση του Δικαστηρίου λέγοντας πως εγκυμονεί κινδύνους για το ενιαίο νόμισμα, αλλά από την άλλη τόνισε πως είναι δύσκολο να αντικρουστεί, φροντίζοντας παράλληλα να υπενθυμίσει πως και ο ίδιος δεν συμφωνούσε πάντα με τους χειρισμούς της ΕΚΤ.

Αξίζει να σημειώσουμε πως οι αποφάσεις του Δικαστηρίου αποτυπώθηκαν πλήρως στα spreads των κρατικών ομολόγων του Νότου, με τις πιέσεις στο 10ετές ιταλικό και ελληνικό να ενισχύονται ελαφρώς παρά τις ισχυρές παρεμβάσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Γίνεται λοιπόν αντιληπτό πως το Δικαστήριο της Καρλσρούης με το να διεκδικήσει να είναι ο τελικός κριτής των πάντων, δημιούργησε νέες εστίες κινδύνου. 

Το βάρος στην Bundesbank - «Κλειδί» ο ρόλος του Γιενς Βάιντμαν

Ωστόσο το βάρος της καταλληλότητας του προγράμματος πέφτει κατά κύριο λόγο στην Bundesbank και στον διοικητή της Γιενς Βάιντμαν, καθώς η ΕΚΤ δεν υπόκειται στο γερμανικό συνταγματικό δίκαιο. Εάν η τελευταία θέλει τη Bundesbank να συνεχίσει μελλοντικά να συμμετέχει στα προγράμματά της θα πρέπει να τα «κατασκευάσει» με τρόπο που να επιτρέπουν στον Βάιντμαν να τα αποδεχτεί. Γίνεται σαφές λοιπόν πως το ισχυρό γεράκι και ο «persona non grata» στο πλευρό της προεδρίας της ΕΚΤ, Γερμανός κεντρικός τραπεζίτης, αποκτά άλλη δυναμική, καθώς οι αποφάσεις του θα συντελέσουν καθοριστικά στην περαιτέρω πορεία της Κριστίν Λαγκάρντ στα ηνία της τράπεζας. Η σιδηρά κυρία της Φρανκφούρτης έχει καταστήσει σαφές πως δεν θα επιτρέψει να αμφισβητηθεί και να πληγεί η ανεξαρτησία της ΕΚΤ, ετοιμάζοντας τις πρώτες της κινήσεις στη διπλωματική σκακιέρα. Το χαρτί της ανεξαρτησίας της τράπεζας θα παίξει και ο Βάιντμαν που άλλωστε έδειχνε ανοιχτός σε μια αύξηση του προγράμματος PEPP (έκτακτο πρόγραμμα λόγω πανδημίας ύψους 750 δισ. ευρώ) και αυτό δεν θα τον εμποδίσει πιθανότατα στο να πάει ένα βήμα παρακάτω πιέζοντας προς την κατεύθυνση εξομάλυνσης της σύγκρουσης. Το ζήτημα είναι αν ο ίδιος επιθυμεί να μπει ανάμεσα σε Φρανκφούρτη και Βερολίνο αναλαμβάνοντας το ρόλο διαμεσολαβητή και να συγκρουστεί με την γερμανική πολιτική σκηνή ξεφεύγοντας από αυτά τα πλαίσια.

Παρακινδυνευμένο και αχαρτογράφητο παιχνίδι για Γερμανό τραπεζίτη, που αν παραμείνει άνευρος στη μέση μιας βαθιά χαραγμένης γραμμής, τότε πιθανότατα να οδηγηθούμε σε ένα σκηνικό «πολέμου» εντός Φρανκφούρτης. Ο Βόλκερ Βίλαντ, μέλος του συμβουλίου οικονομικών εμπειρογνωμόνων, τόνισε πως η Bundesbank είχε καταστήσει σαφές στις ακροάσεις του Δικαστηρίου ότι το πρόγραμμα PSPP ενέχει την έννοια της αναλογικότητας. Ωστόσο όπως τόνισε ο ίδιος, η ΕΚΤ δεν μπορεί απλά να αγνοήσει την απόφαση του Δικαστηρίου της Καρλσρούη και θα πρέπει άμεσα να ξεκινήσει μια νέα χαρτογράφηση του προγράμματος -Plan B- χωρίς να υπολογίζει στην Bundesbank.