O ποινικός Δικαστής είναι επιφορτισμένος με δύο εξίσου σπουδαία καθήκοντα κατά το στάδιο απονομής της Δικαιοσύνης. Αφενός μεν, να διαπιστώσει αν ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την παραβατική συμπεριφορά για την οποία άγεται ενώπιον του, αφετέρου δε, και αφού καταγνώσει την ενοχή, να επιβάλει σε αυτόν την ποινή που του αναλογεί, εντός των ορίων που προβλέπει ο νόμος, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τη βαρύτητα του εγκλήματος όσο και την προσωπικότητά του.

Ο Ποινικός Κώδικας περιγράφει στο άρθρο 84 ελαφρυντικές περιστάσεις που πιθανώς να συντρέχουν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου, η αναγνώριση των οποίων οδηγεί στην μείωση της προβλεπόμενης ποινής. Αυτές είναι ο πρότερος του εγκλήματος έντιμος βίος του υπαιτίου, τα μη ταπεινά αίτια της αποκλίνουσας συμπεριφοράς του, η προηγούμενη ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος, περιστάσεις οι οποίες αναφέρονται σε βιοτικά συμβάντα πριν από την τέλεση της αξιόποινης πράξης, αλλά και η ειλικρινής μετάνοια ή η μετά την τέλεση της πράξης καλή συμπεριφορά του υπαιτίου.

Είναι γεγονός ότι καίτοι η ως άνω αναφορά των ελαφρυντικών περιστάσεων στο νόμο είναι ενδεικτική, προσφέρει δηλαδή ο ποινικός νομοθέτης διακριτική ευχέρεια στον εφαρμοστή του δικαίου να μειώσει ελεύθερα την ποινή του υπαιτίου εφόσον συντρέχει οιαδήποτε περίσταση που δύναται να προσμετρηθεί ως ελαφρυντική της πράξης του, σπανίως τα Δικαστήρια καινοτομούν προβαίνοντας στην αναγνώριση ελαφρυντικών διάφορων των προβλεπομένων.

Πέραν όμως αυτής της ατολμίας, ο εφαρμοστής του δικαίου συχνά αποδεικνύεται φειδωλός και στην αναγνώριση των ορισμένων από το άρθρο 84 ελαφρυντικών περιστάσεων, παρερμηνεύοντας πλείστες φορές το γράμμα του νόμου και περιορίζοντας το πεδίο εφαρμογής της διάταξης.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί μία πρόσφατη τάση της νομολογίας να απαιτεί ουσιαστικά την απόδειξη από τον κατηγορούμενο ενός ιδιαιτέρως επωφελούς για την κοινωνία βίου και να μην αρκείται στην «έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή» που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 84. Η μη αναγνώριση ελαφρυντικών σε περιπτώσεις όπου ο κατηγορούμενος διήγε ανεπίληπτο βίο ως την στιγμή της επ’ ακροατηρίω διαδικασίας του, μετακυλύει ανεπίτρεπτα σε αυτόν το βάρος να παρουσιάσει επί Δικαστηρίου το σύνολο του βίου του που προηγήθηκε του αδικήματος, πράγμα πρακτικώς αδύνατο και λογικώς άτοπο και να αποδείξει παράλληλα την εντιμότητά του ως εάν να ισχύει εις βάρος του νόμιμο τεκμήριο ανεντιμότητας.

Οι ελαφρυντικές περιστάσεις ωστόσο, αποτελούν την ύστατη ασφαλιστική δικλείδα μετριασμού της υπερβολικής αυστηρότητας των ποινών, όπως αυτές προβλέπονται στην ελληνική έννομη τάξη, και για το λόγο αυτό είναι ανεπίτρεπτη, σε ένα κράτος δικαίου, η εις βάρος του κατηγορουμένου συσταλτική ερμηνεία του γράμματος του νόμου.