Μήνυμα ψυχραιμίας αλλά και εγρήγορσης θέλησε να εκπέμψει η πρόεδρος της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ απέναντι στο νέο ενεργειακό σοκ. Η επικοινωνιακή γραμμή της κεντρικής τράπεζας παρέμεινε σκόπιμα μη δεσμευτική, με τη Φρανκφούρτη να εμφανίζεται διατεθειμένη να αναμείνει σαφέστερες ενδείξεις για τις έμμεσες και δευτερογενείς επιδράσεις πριν κινηθεί, χωρίς ωστόσο να αποκλείει παρέμβαση.
Το μήνυμα που εισέπραξαν οι αγορές είναι ότι η ΕΚΤ κλίνει προς μια εκ νέου αυστηροποίηση της νομισματικής πολιτικής, τιμολογώντας αρκετά «επιθετικά», τρεις αυξήσεις επιτοκίων για φέτος (όπως και για την Τράπεζα της Αγγλίας), φτάνοντας στο 2,75% από το τρέχον 2%. Η αύξηση των επιτοκίων λειτουργεί ως εργαλείο ανάσχεσης του πληθωρισμού, αλλά ενέχει τον κίνδυνο υπερβολικής σύσφιγξης και καταστροφής της ζήτησης, που μπορεί να οδηγήσει σε απότομη επιβράδυνση ή και ύφεση.
Η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή και η νέα άνοδος των τιμών ενέργειας έχουν μεταβάλει ουσιωδώς το πλαίσιο ανάλυσης. Οι μεγάλοι οίκοι συγκλίνουν στο ότι ο πληθωρισμός θα κινηθεί εκ νέου πάνω από το 3% τους επόμενους μήνες και θα παραμείνει σε αυξημένα επίπεδα έως το τέλος του έτους, αν και το βασικό σενάριο εξακολουθεί να τον χαρακτηρίζει ως παροδικό. Την ίδια στιγμή, οι κίνδυνοι για την ανάπτυξη είναι καθοδικοί, με υπαρκτό το ενδεχόμενο ύφεσης, δημιουργώντας ένα ιδιαίτερα απαιτητικό περιβάλλον για τη νομισματική πολιτική.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Deutsche Bank αναθεωρεί την εκτίμησή της και πλέον βλέπει την ΕΚΤ να αυξάνει τα επιτόκια στο 2,5% - στο ανώτατο όριο του ουδέτερου επιπέδου - με δύο κινήσεις (25 μονάδων βάσης) τον Ιούνιο και τον Σεπτέμβριο. Η στόχευση είναι σαφής: ενίσχυση της αξιοπιστίας ως προς τη σταθερότητα των τιμών, χωρίς υπέρμετρη επιβάρυνση της ανάπτυξης.
Αντίστοιχα, η Morgan Stanley μετατοπίζεται επίσης προς ένα σενάριο δύο αυξήσεων εντός του 2026, υπογραμμίζοντας ότι οι ανοδικοί κίνδυνοι για τον πληθωρισμό είναι πιο έντονοι και πιο επίμονοι σε σχέση με τις επιπτώσεις στην ανάπτυξη. Οι αναλυτές του οίκου βλέπουν εκ νέου μειώσεις επιτοκίων τον Ιούνιο και τον Σεπτέμβριο του 2027. Ευρύτερα, οι της ΕΚΤ αποτυπώνουν αυτή την ασυμμετρία: η επίδραση στο ΑΕΠ εκτιμάται περιορισμένη και βραχυπρόθεσμη, ενώ ο δομικός πληθωρισμός εμφανίζει μεγαλύτερη επιμονή, ενισχυόμενος και από δευτερογενείς επιδράσεις, κυρίως μέσω μισθών.
Η ΕΚΤ παρουσίασε δύο εναλλακτικά σενάρια που προβλέπουν μεγαλύτερες και πιο επίμονες αυξήσεις στις τιμές της ενέργειας. Η Goldman Sachs προσομειώνει αυτές τις κινήσεις με σύσφιγξη της νομισματικής πολιτικής κατά 50–75 μονάδες βάσης, ενώ στο σοβαρό σενάριο η σύσφιγξη θα μπορούσε να ανέλθει στις 100–175 μονάδες βάσης.
Το βασικό σενάριο των αναλυτών του οίκου εξακολουθεί να προβλέπει ότι το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ θα διατηρήσει αμετάβλητη τη νομισματική πολιτική εντός του έτους. Ωστόσο, στο «πολύ δυσμενές» σενάριό της - το οποίο προσεγγίζει το «δυσμενές» της ΕΚΤ - αναμένει ότι η ΕΚΤ θα προχωρήσει σε αυξήσεις συνολικού ύψους 75 μονάδων βάσης, με διαδοχικές κινήσεις των 25 μ.β. από τον Ιούνιο (με πιθανή έναρξη ήδη από τον Απρίλιο). Εκτιμούν ότι η πιθανότητα αυτού του σεναρίου έχει αυξηθεί, δεδομένων των συνεχιζόμενων ανοδικών πιέσεων στις τιμές ενέργειας τις τελευταίες ημέρες.
Κοινός παρονομαστής των αναλύσεων είναι η εξαιρετικά υψηλή αβεβαιότητα: η πορεία της νομισματικής πολιτικής θα εξαρτηθεί σχεδόν αποκλειστικά από την εξέλιξη των τιμών ενέργειας και τη διάρκεια του σοκ. Σε αυτό το περιβάλλον, μέρος της αγοράς επαναφέρει ιστορικές αναλογίες με το 2008, όταν οι κεντρικές τράπεζες είχαν προχωρήσει σε αύξηση επιτοκίων τον Ιούλιο, εν μέσω εκτίναξης των τιμών πετρελαίου και επιβράδυνσης του οικονομικού κύκλου, λίγο πριν την εκδήλωση της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης.
Η σύγκριση αυτή δεν υιοθετείται ως ευθεία ταύτιση, αλλά ως ένδειξη του κινδύνου μιας «προκυκλικής» αντίδρασης πολιτικής - δηλαδή σύσφιγξης σε φάση επιβράδυνσης της οικονομίας λόγω εξωγενούς ενεργειακού σοκ.
Ωστόσο, η σημερινή συγκυρία διαφοροποιείται σε σημαντικά σημεία: οι πληθωριστικές προσδοκίες παραμένουν σε μεγάλο βαθμό αγκυροβολημένες, το τραπεζικό σύστημα εμφανίζεται πιο ανθεκτικό και οι κεντρικές τράπεζες διαθέτουν μεγαλύτερη εμπειρία διαχείρισης κρίσεων.
Το βασικό ερώτημα για την ΕΚΤ δεν είναι αν θα κινηθεί, αλλά πότε και με ποια ένταση. Από τη μία πλευρά, η ανάγκη διατήρησης της αξιοπιστίας έναντι του πληθωρισμού ωθεί προς αυξήσεις επιτοκίων. Από την άλλη, η επιβράδυνση της οικονομίας περιορίζει τα περιθώρια επιθετικής σύσφιγξης. Σε αυτό το πλαίσιο, η ΕΚΤ φαίνεται να εισέρχεται σε μια φάση «conditional tightening»: δεν δεσμεύεται εκ των προτέρων, αλλά η κατεύθυνση της πολιτικής έχει αρχίσει να μετατοπίζεται προς υψηλότερα επιτόκια — υπό την αίρεση ότι το ενεργειακό σοκ θα αποδειχθεί επίμονο.
Το αποτέλεσμα είναι ένα περιβάλλον αυξημένης ασάφειας, στο οποίο ακόμη και οι μεγαλύτεροι οίκοι εμφανίζονται διχασμένοι ως προς την τελική πορεία των επιτοκίων, αντανακλώντας το εύρος των πιθανών εξελίξεων.