Κρίσιμες απαντήσεις καλούνται να δώσουν τόσο η ΕΚΤ σήμερα, Πέμπτη όσο και η Fed τις επόμενες μέρες προσπαθώντας να βάλουν τέλος στα «τύμπανα του πολέμου» που ηχούν από τις αρχές καλοκαιριού για την πυροδότηση μιας ύφεσης.

Μπορεί οι κεντρικοί τραπεζίτες να επιθυμούν -και δικαίως άλλωστε- να συνεχιστεί η οικονομική επέκταση, αλλά τα βασικά οικονομικά εργαλεία τόσο της ΕΚΤ όσο και της Fed δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να επιλύσουν τα παγκόσμια γεωπολιτικά παιχνίδια και τις εξάρσεις απομονωτισμού του Ντόναλντ Τραμπ που συνοδεύονται από «ισχυρές δόσεις» δασμών και μέτρων αποκλεισμού σε εταιρείες κολοσσούς όπως η Huawei.

Η πολιτική που ακολουθούν οι κεντρικές τράπεζες μέσω των αυξομειώσεων των επιτοκίων αλλά και των προγραμμάτων ρευστότητας (QE) που δίνουν εύκολο και φθηνό χρήμα στην αγορά, δημιουργεί ισχυρές αντιφάσεις και ερωτήματα στο τι πραγματικά επιζητούν. Ήδη οι τράπεζες (όπως η Deutsche Bank) έχουν προειδοποιήσει ποικιλοτρόπως ότι τα αρνητικά επιτόκια σφίγγουν επικίνδυνα τον κλοιό γύρω τους εξανεμίζοντας τα κίνητρα στήριξης της πραγματικής οικονομίας. 

Όταν η ΕΚΤ και η Fed ανοίγουν την «κάνουλα» της ρευστότητας σε μια οικονομία όπως είναι η Ευρωζώνη αλλά και αυτή των ΗΠΑ, είναι αμφίβολο αν μέσω της αύξησης της ροής των πιστώσεων θα έχουν πραγματικά αποτελέσματα. Το μεγάλο στοίχημα για τους κεντρικούς τραπεζίτες είναι η τόνωση της ζήτησης και η ενίσχυση των δαπανών, που μπορούν να δώσουν την απαιτούμενη ώθηση που χρειάζεται η παγκόσμια οικονομία.

Σύμφωνα με τη Citi οι κεφαλαιουχικές δαπάνες των αμερικανικών εταιρειών έχουν ρίξει ταχύτητα και αναμένεται να αυξηθούν κατά μόλις 3,5% το 2019, καταγράφοντας σημαντική πτώση από την πρόβλεψη για 4,2% πριν από λίγους μήνες. Παράλληλα ο δείκτης PMI μεταποίησης για τις ΗΠΑ έπεσε για πρώτη φορά τον Σεπτέμβριο, μετά από δέκα ολόκληρα χρόνια κάτω από το ψυχολογικό όριο των 50 μονάδων, στις 49,9 μονάδες.

Παράλληλα, μια άποψη που με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο εκφράστηκε από τον πρώην πρόεδρο της Fed της Νέα Υόρκης Μπιλ Ντάντλεϊ που ανέφερε πως αν ο πρόεδρος της Fed Τζερόμ Πάουελ υιοθετήσει νέα μέτρα τόνωσης με μείωση των επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης (ή και παραπάνω) και QE θα ανοίξει τον δρόμο στον Αμερικανό Πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ για σκληρότερη στάση στα θέματα εμπορίου τόσο με την Κίνα, όσο και με την ΕΕ.

Αντίθετα ο Μάριο Ντράγκι δεν έχει την πολυτέλεια να βάλει στην εξίσωση τον παράγοντα Ντόναλντ Τραμπ, όταν η Γερμανία βρίσκεται αντιμέτωπη με φάσμα της ύφεσης. Την Τετάρτη μία ημέρα πριν την ανακοίνωση των μέτρων της ΕΚΤ το ινστιτούτο Kiel για την Παγκόσμια Οικονομία (IfW) ανέφερε σε έκθεσή του πως αναμένει ανάπτυξη για την Γερμανία 1% για το 2020, χαμηλότερα από την προηγούμενη εκτίμηση για 1,6%. Το θέμα είναι πως αν η Γερμανία μπει σε υφεσιακή τροχιά τότε και οι «εξαρτημένες» με αυτήν οικονομίες θα βιώσουν ανάλογες καταστάσεις.

Εκεί που θέλω να καταλήξω είναι πως τα προβλήματα στην οικονομία δεν λύνονται μόνο με μια μείωση των επιτοκίων ή με ένα γενναίο πακέτο χορήγησης φθηνού χρήματος. Ο Μάριο Ντράγκι έχει δηλώσει επανειλημμένα το τελευταίο διάστημα πως η νομισματική πολιτική έχει όρια και οι κυβερνήσεις θα πρέπει να λάβουν μέτρα δημοσιονομικής ελάφρυνσης. 

Όλα τα παραπάνω θέτουν τόσο την Fed όσο και την ΕΚΤ προ σκληρών διλημμάτων με τις αποφάσεις που θα λάβουν να διακινδυνεύουν να βλάψουν την παγκόσμια οικονομία περισσότερο απ’ ό,τι θα την ωφελήσουν.