Σε μια αγορά που εκτιμάται ότι θα ξεπεράσει τα 25 δισ. δολάρια μέσα στην επόμενη δεκαετία εξελίσσεται η ψηφιακή κυκλική οικονομία, καθώς η χρήση τεχνολογιών για την παρακολούθηση προϊόντων και υλικών επεκτείνεται στη βιομηχανία, στις εφοδιαστικές αλυσίδες και στη διαχείριση αποβλήτων.
Η ανάγκη των επιχειρήσεων να γνωρίζουν την προέλευση και τη σύνθεση των πρώτων υλών, να περιορίζουν τις απώλειες και να τεκμηριώνουν τη χρήση ανακυκλωμένου περιεχομένου δημιουργεί ένα νέο πεδίο εφαρμογών για την τεχνητή νοημοσύνη, το Internet of Things, το blockchain και τα συστήματα διαχείρισης δεδομένων.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της DataM Intelligence, η παγκόσμια αγορά της ψηφιακής κυκλικής οικονομίας αναμένεται να διαμορφωθεί στα 3,54 δισ. δολάρια το 2026 και να φτάσει τα 25,73 δισ. δολάρια έως το 2035, καταγράφοντας μέσο ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης 24,67%. Εφόσον η πρόβλεψη επιβεβαιωθεί, η αξία της αγοράς θα έχει αυξηθεί περισσότερο από επτά φορές μέσα σε διάστημα εννέα ετών.
Η ανάπτυξη αυτή συνδέεται με μια ουσιαστική αλλαγή στις απαιτήσεις που αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις γύρω από την κυκλική οικονομία. Η συλλογή και η ανακύκλωση ενός υλικού δεν αρκούν από μόνες τους για την επανένταξή του στην παραγωγή, καθώς απαιτούνται πληροφορίες για τη σύνθεση, την ποιότητα, την προέλευση και τις προηγούμενες χρήσεις του. Όσο αυξάνονται οι απαιτήσεις για ιχνηλασιμότητα και χρήση δευτερογενών πρώτων υλών, τόσο μεγαλύτερη γίνεται και η ανάγκη για ψηφιακά συστήματα που μπορούν να παρακολουθούν αυτές τις πληροφορίες σε ολόκληρη την εφοδιαστική αλυσίδα.
Τι είναι η ψηφιακή κυκλική οικονομία
Ο όρος Digital Circular Economy περιγράφει τη χρήση ψηφιακών τεχνολογιών για την εφαρμογή των αρχών της κυκλικής οικονομίας, από τον σχεδιασμό και την παραγωγή ενός προϊόντος μέχρι τη χρήση, την επισκευή, την επαναχρησιμοποίηση και τελικά την ανακύκλωση ή την ανάκτηση των υλικών του.
Τεχνολογίες όπως το Internet of Things (IoT), η τεχνητή νοημοσύνη, το blockchain, το cloud computing και τα συστήματα ανάλυσης δεδομένων χρησιμοποιούνται για την παρακολούθηση προϊόντων και πρώτων υλών, τη διαχείριση πόρων και την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ διαφορετικών κρίκων της εφοδιαστικής αλυσίδας. Σύμφωνα με την DataM Intelligence, AI, IoT, blockchain και cloud αντιπροσωπεύουν συνολικά πάνω από το 65% των εφαρμογών ψηφιακής κυκλικής οικονομίας.
Στην πράξη, η επιχείρηση μπορεί να έχει διαθέσιμα στοιχεία για την προέλευση και τη σύνθεση ενός υλικού, την προηγούμενη χρήση του, το ποσοστό ανακυκλωμένου περιεχομένου ή τις δυνατότητες επαναχρησιμοποίησής του. Τα δεδομένα αυτά είναι απαραίτητα όταν το ανακτημένο υλικό πρόκειται να χρησιμοποιηθεί ξανά ως πρώτη ύλη και πρέπει να πληροί συγκεκριμένες τεχνικές και ποιοτικές προδιαγραφές.
Από την ανακύκλωση στην επαναχρησιμοποίηση των υλικών
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η αυτοκινητοβιομηχανία, όπου τα υψηλά ποσοστά ανάκτησης ενός οχήματος δεν σημαίνουν κατ' ανάγκη ότι τα υλικά που προκύπτουν μπορούν να χρησιμοποιηθούν στην παραγωγή ενός καινούργιου αυτοκινήτου.
Για μια αυτοκινητοβιομηχανία που θέλει να ενσωματώσει ανακυκλωμένο πλαστικό στην παραγωγή της, η ποσότητα του υλικού που ανακτήθηκε αποτελεί μόνο ένα μέρος της εξίσωσης. Χρειάζονται επίσης στοιχεία για τον τύπο του πολυμερούς, τα πρόσθετα που περιέχει, πιθανές προσμίξεις, την υποβάθμιση που έχει υποστεί και τη δυνατότητα να ανταποκριθεί στις προδιαγραφές του νέου προϊόντος.
Το παράδειγμα της Ιαπωνίας είναι ενδεικτικό. Κατά το οικονομικό έτος 2024, τα ποσοστά ανακύκλωσης των υπολειμμάτων οχημάτων έφτασαν το 96,4% - 97,8%, σημαντικά υψηλότερα από τον τυπικό στόχο του 70%. Το επόμενο ζητούμενο είναι η δημιουργία σταθερών ροών ανακυκλωμένων υλικών επαρκούς ποιότητας ώστε να μπορούν να επιστρέψουν στην κατασκευή νέων αυτοκινήτων.
Σε αυτό το σημείο τα ψηφιακά συστήματα ιχνηλασιμότητας μπορούν να καλύψουν το κενό μεταξύ της ανάκτησης ενός υλικού και της πραγματικής δυνατότητας επαναχρησιμοποίησής του στη βιομηχανία.
Τα ψηφιακά διαβατήρια προϊόντων
Κεντρική θέση στη συγκεκριμένη αγορά αποκτούν και τα Digital Product Passports (DPPs), τα ψηφιακά διαβατήρια προϊόντων, μέσω των οποίων πληροφορίες για τα χαρακτηριστικά και τα υλικά ενός προϊόντος μπορούν να είναι διαθέσιμες σε διαφορετικά στάδια του κύκλου ζωής του.
Η δυνατότητα πρόσβασης σε αυτά τα δεδομένα έχει ιδιαίτερη σημασία όταν το προϊόν φτάσει στο στάδιο της επισκευής, της αποσυναρμολόγησης ή της ανακύκλωσης. Ο διαχειριστής ή ο ανακυκλωτής μπορεί να διαθέτει περισσότερες πληροφορίες για τα υλικά που παραλαμβάνει, ενώ ο κατασκευαστής έχει μεγαλύτερη δυνατότητα να ελέγξει την προέλευση και την ποιότητα της δευτερογενούς πρώτης ύλης που πρόκειται να χρησιμοποιήσει.
Παράλληλα, η ιχνηλασιμότητα αποκτά μεγαλύτερη σημασία για την τεκμηρίωση του ανακυκλωμένου περιεχομένου και γενικότερα των περιβαλλοντικών χαρακτηριστικών ενός προϊόντος, ιδιαίτερα καθώς αυξάνονται οι σχετικές κανονιστικές απαιτήσεις.
Ο ρόλος της τεχνητής νοημοσύνης
Η τεχνητή νοημοσύνη και τα συστήματα ανάλυσης δεδομένων χρησιμοποιούνται σε διαφορετικά στάδια της διαδικασίας, από την πρόβλεψη βλαβών και την προληπτική συντήρηση μέχρι τη διαλογή αποβλήτων και την αξιολόγηση της δυνατότητας επαναχρησιμοποίησης προϊόντων και υλικών.
Η DataMIntelligence καταγράφει μεταξύ των εφαρμογών της ψηφιακής κυκλικής οικονομίας την έξυπνη διαχείριση αποβλήτων, την προγνωστική συντήρηση, τον βιώσιμο σχεδιασμό προϊόντων και τις ψηφιακές αγορές υλικών. Η σημασία της προγνωστικής συντήρησης είναι ιδιαίτερη, καθώς η παράταση της διάρκειας ζωής ενός εξοπλισμού αποτελεί μέρος της ίδιας λογικής της κυκλικής οικονομίας και περιορίζει την ανάγκη αντικατάστασης προϊόντων και κατανάλωσης νέων πρώτων υλών.
Πού δημιουργείται η νέα αγορά
Η ψηφιακή κυκλική οικονομία δεν αφορά αποκλειστικά τις επιχειρήσεις διαχείρισης αποβλήτων και ανακύκλωσης. Η αγορά περιλαμβάνει λογισμικό για την παρακολούθηση προϊόντων και υλικών, εφαρμογές κανονιστικής συμμόρφωσης και reporting, συστήματα reverselogistics, πλατφόρμες επαναχρησιμοποίησης και μεταπώλησης, καθώς και υπηρεσίες διαχείρισης και ανάλυσης δεδομένων.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της DataM Intelligence, οι πλατφόρμες λογισμικού αντιπροσωπεύουν πάνω από το 60% των εσόδων της αγοράς. Η μεταποίηση και τα ηλεκτρονικά καταναλωτικά προϊόντα βρίσκονται μεταξύ των σημαντικότερων χρηστών αυτών των τεχνολογιών, ενώ εφαρμογές αναπτύσσονται επίσης στην αυτοκινητοβιομηχανία, στις κατασκευές, στην ενέργεια, στις τηλεπικοινωνίες και στον τομέα της υγείας.
Για τη βιομηχανία, η οικονομική διάσταση είναι άμεσα συνδεδεμένη με το ποσοστό του ανακτημένου υλικού που μπορεί τελικά να επανέλθει στην παραγωγή. Στο πραγματικό κόστος της δευτερογενούς πρώτης ύλης πρέπει να συνυπολογιστούν η συλλογή, η μεταφορά, οι απώλειες κατά τη διαλογή, ο καθαρισμός, ο ποιοτικός έλεγχος και η επανεπεξεργασία. Επομένως, η ποσότητα που συλλέγεται δεν αποτελεί από μόνη της επαρκή ένδειξη της οικονομικής απόδοσης μιας διαδικασίας ανακύκλωσης.
Η Ευρώπη προηγείται
Η Ευρώπη εκτιμάται ότι αντιπροσωπεύει περίπου το 38% - 42% της παγκόσμιας αγοράς ψηφιακής κυκλικής οικονομίας και διατηρεί σήμερα την πρώτη θέση. Η εξέλιξη συνδέεται με το ευρωπαϊκό κανονιστικό πλαίσιο για την κυκλική οικονομία, τις απαιτήσεις που αναπτύσσονται γύρω από τα ψηφιακά διαβατήρια προϊόντων και την αυξανόμενη ανάγκη των επιχειρήσεων να τεκμηριώνουν την προέλευση και τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά των προϊόντων και των πρώτων υλών τους.
Ταχύτερους ρυθμούς ανάπτυξης αναμένεται, πάντως, να καταγράψει η περιοχή Ασίας-Ειρηνικού, όπου αυξάνονται οι επενδύσεις στη βιώσιμη παραγωγή, στις ψηφιακές υποδομές και στη διαχείριση πόρων.



