Όταν ψηφίστηκε ο νέος Κώδικας Μετανάστευσης (Ν.5038/2023), το ζητούμενο ήταν σαφές: Mια πιο προβλέψιμη, πιο ψηφιακή διαδικασία για να καλύψει η ελληνική οικονομία τα κενά της σε εργατικό δυναμικό. Τρία χρόνια μετά, και έχοντας συνοδεύσει πολλούς φακέλους μετάκλησης από την υποβολή στην Αποκεντρωμένη Διοίκηση μέχρι την άφιξη του εργαζόμενου στο «Ελευθέριος Βενιζέλος», μπορώ να πω ότι ο νόμος λειτουργεί -αλλά όχι με τον τρόπο και στους χρόνους που φαντάζεται όποιος τον διαβάζει μόνο στα χαρτιά.
Τι προβλέπει ο νόμος
Στα χαρτιά, η διαδρομή είναι γραμμική. Ο εργοδότης υποβάλλει αίτηση μετάκλησης στην Αποκεντρωμένη Διοίκηση του τόπου απασχόλησης, μέσα στα όρια των ποσοστώσεων που ορίζει η εκάστοτε Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου ανά περιφέρεια και ειδικότητα. Με την έγκριση, ο εργαζόμενος εκδίδει εθνική θεώρηση εισόδου (Visa Τύπου D) από το ελληνικό προξενείο της χώρας του και, μετά την άφιξη, αιτείται την άδεια διαμονής του. Ο νόμος προβλέπει προθεσμίες για κάθε στάδιο, ηλεκτρονική υποβολή, ενιαία άδεια που συνδυάζει διαμονή και εργασία.
Το πλαίσιο εξελίσσεται ήδη: O Ν.5275/2026 πρόσθεσε τη δυνατότητα μετάκλησης μέσω Επιχειρήσεων Προσωρινής Απασχόλησης ως άμεσων εργοδοτών, ενώ ο όγκος εισδοχής για το 2026 ορίστηκε στις 94.240 θέσεις. Οι αλλαγές αυτές διευρύνουν τις διαδρομές -δεν συντομεύουν όμως από μόνες τους τους χρόνους, που είναι και το πραγματικό στοίχημα.
Τι συμβαίνει στην πράξη
Η πραγματικότητα έχει τρεις βασικές αποκλίσεις.
Πρώτον, οι χρόνοι. Το άθροισμα των επιμέρους προθεσμιών του νόμου υπόσχεται μια διαδικασία λίγων μηνών. Στην πράξη, από την υποβολή της αίτησης μέχρι την άφιξη του εργαζόμενου μεσολαβούν συνήθως τέσσερις έως επτά μήνες — και αυτό όταν ο φάκελος είναι άρτιος από την πρώτη μέρα. Ο φόρτος στις Αποκεντρωμένες Διοικήσεις δεν είναι ομοιόμορφος: η ίδια αίτηση μπορεί να εγκριθεί μέσα σε λίγες εβδομάδες σε μια περιφέρεια και να περιμένει πολλαπλάσιο χρόνο σε άλλη. Ο εργοδότης που ξεκινά τον Φεβρουάριο για την καλοκαιρινή σεζόν έχει ήδη αργήσει.
Δεύτερον, οι ποσοστώσεις. Ο όγκος εισδοχής μοιάζει γενναιόδωρος στο σύνολό του, όμως κατανέμεται ανά περιφέρεια και ανά ειδικότητα. Δεν είναι σπάνιο μια κατηγορία να εξαντληθεί σε συγκεκριμένη περιφέρεια ενώ περισσεύουν θέσεις αλλού — και η αναπροσαρμογή της κατανομής, όπου γίνεται, απαιτεί νέα κανονιστική πράξη, όχι απλή διοικητική μεταφορά. Στην πράξη αυτό σημαίνει ότι ο σωστός σχεδιασμός δεν ξεκινά από το «ποιον θα φέρω» αλλά από το «υπάρχει θέση στην ποσόστωση της περιφέρειάς μου για τη συγκεκριμένη ειδικότητα».
Τρίτον -και εδώ είναι το κομμάτι που δεν φαίνεται καθόλου από την Αθήνα- η διαδικασία δεν τελειώνει στα ελληνικά σύνορα. Για χώρες όπως οι Φιλιππίνες, υπάρχει ένα ολόκληρο δεύτερο, παράλληλο θεσμικό σύστημα στη χώρα προέλευσης.
Η οπτική της Μανίλας
Οι Φιλιππίνες είναι ίσως το πιο οργανωμένο κράτος-αποστολέας εργατικού δυναμικού στον κόσμο. Το Department of Migrant Workers (DMW) δεν επιτρέπει στους πολίτες της χώρας να φύγουν για εργασία στο εξωτερικό χωρίς δικές του εγκρίσεις: η σύμβαση εργασίας πρέπει να θεωρηθεί από το Migrant Workers Office (MWO) της Αθήνας, ο εργοδότης να πιστοποιηθεί, ο εργαζόμενος να περάσει ιατρικές εξετάσεις σε διαπιστευμένη κλινική, να παρακολουθήσει σεμινάριο προετοιμασίας πριν την αναχώρηση και να εκδώσει άδεια εξόδου (OEC). Χωρίς αυτά, δεν επιβιβάζεται σε αεροπλάνο - όσο έγκυρη κι αν είναι η ελληνική βίζα στο διαβατήριό του.
Αυτό το δεύτερο σύστημα έχει τους δικούς του χρόνους και τις δικές του αυστηρότητες, και καμία ελληνική προθεσμία δεν το δεσμεύει. Έχουμε δει φακέλους να καθυστερούν όχι στην ελληνική πλευρά αλλά επειδή η θεώρηση της σύμβασης από το MWO χρειάστηκε διορθώσεις, ή επειδή άλλαξαν οι κατευθυντήριες οδηγίες του DMW στη διάρκεια της διαδικασίας -όπως συνέβη με τις αναθεωρημένες απαιτήσεις επαλήθευσης εργοδοτών που ισχύουν από φέτος. Ο Έλληνας εργοδότης που δεν το γνωρίζει αυτό βλέπει «αδικαιολόγητη» καθυστέρηση· στην πραγματικότητα βλέπει ένα κράτος που προστατεύει τους εργαζόμενούς του πριν τους αφήσει να φύγουν.
Υπάρχει και μια θετική ανάγνωση που συχνά διαφεύγει: Aκριβώς επειδή το φιλιππινέζικο σύστημα είναι τόσο απαιτητικό, ο εργαζόμενος που φτάνει τελικά στην Ελλάδα έρχεται ελεγμένος, με θεωρημένη σύμβαση, καθαρό ποινικό μητρώο και πλήρη επίγνωση των όρων εργασίας του. Η γραφειοκρατία των δύο πλευρών, όσο κι αν κοστίζει σε χρόνο, παράγει ένα αποτέλεσμα που το άτυπο σύστημα δεν μπορεί να εγγυηθεί.
Τι θα έκανε τη διαφορά
Από την εμπειρία και των δύο πλευρών, τρία πράγματα θα άλλαζαν ουσιαστικά την εικόνα. Πρώτον, προβλέψιμοι χρόνοι ανά Αποκεντρωμένη Διοίκηση — έστω δημοσιευμένα στατιστικά μέσου χρόνου έγκρισης, ώστε ο εργοδότης να σχεδιάζει ρεαλιστικά. Δεύτερον, μεγαλύτερη ευελιξία στις ποσοστώσεις μέσα στο έτος, ώστε αδιάθετες θέσεις μιας περιφέρειας να μπορούν να αξιοποιηθούν εκεί όπου υπάρχει ζήτηση. Τρίτον, θεσμικός συντονισμός με τα συστήματα των χωρών προέλευσης: μια κοινή σελίδα Ελλάδας–Φιλιππίνων με τα βήματα και των δύο πλευρών θα γλίτωνε μήνες παρανοήσεων.
Ο Ν.5038/2023 έδωσε στη χώρα ένα λειτουργικό πλαίσιο. Το στοίχημα τώρα δεν είναι νομοθετικό -είναι επιχειρησιακό: Nα τρέξει η πράξη με την ταχύτητα που υπόσχονται τα χαρτιά. Μέχρι τότε, η ρεαλιστική συμβουλή προς κάθε εργοδότη παραμένει η ίδια: Ξεκινήστε τουλάχιστον έξι μήνες πριν σας χρειαστεί ο άνθρωπος που θα προσλάβετε.



