Την ώρα που η κλιματική αλλαγή πιέζει τα διατροφικά συστήματα παγκοσμίως και η γεωργία αναζητά τρόπους να μειώσει το περιβαλλοντικό της αποτύπωμα, ορισμένα από τα πιο παράξενα –και συχνά παρεξηγημένα– τρόφιμα στη Γη επιστρέφουν στο προσκήνιο. Δεν πρόκειται για εργαστηριακές καινοτομίες ή συνθετικά προϊόντα, αλλά για τροφές που καταναλώνονται εδώ και αιώνες σε τοπικές κοινωνίες και σήμερα θεωρούνται όχι μόνο απολύτως βρώσιμες, αλλά και συμβατές με τη λογική της βιώσιμης διατροφής.
Αυτό που μέχρι πρόσφατα προκαλούσε αμηχανία ή αποστροφή στον δυτικό κόσμο, πλέον εξετάζεται από επιστήμονες, οργανισμούς τροφίμων και κυβερνήσεις ως πιθανή απάντηση στη διπλή πρόκληση: επάρκεια τροφής και μείωση εκπομπών.
- Διαβάστε ακόμα: Γιατί θα τρώμε όλο και περισσότερα έντομα - Αλματώδης η ανάπτυξη της αγοράς μέχρι το 2030
Όταν η «παράδοση» προηγείται της βιωσιμότητας
Σε πολλές περιοχές του πλανήτη, η κατανάλωση τροφίμων που σήμερα χαρακτηρίζονται «περίεργα» δεν ήταν επιλογή γαστρονομικού πειραματισμού, αλλά ανάγκη. Έντομα, φύκια ή άγρια φυτά αναπτύχθηκαν σε οικοσυστήματα όπου το νερό, η γη και η ενέργεια ήταν περιορισμένοι πόροι. Αυτές ακριβώς οι συνθήκες τα καθιστούν σήμερα εξαιρετικά ελκυστικά από περιβαλλοντική σκοπιά.
Η εκτροφή εντόμων, για παράδειγμα, απαιτεί ελάχιστη γη και νερό σε σύγκριση με την κτηνοτροφία, ενώ οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου είναι δραστικά χαμηλότερες. Αντίστοιχα, τα φύκια και τα θαλάσσια φυτά απορροφούν διοξείδιο του άνθρακα, δεν χρειάζονται λιπάσματα και μπορούν να καλλιεργηθούν χωρίς να σφετερίζονται την αγροτική γη.
Έντομα στο πιάτο, άνθρακας εκτός ατμόσφαιρας
Από την τηγανητή ακρίδα στο Μεξικό μέχρι τα σκουλήκια αλευριού που πλέον εγκρίθηκαν για ανθρώπινη κατανάλωση από την Ευρωπαϊκή Ένωση, τα έντομα αποτελούν ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα «παράξενης» αλλά κλιματικά φιλικής τροφής. Η υψηλή περιεκτικότητα σε πρωτεΐνη, σίδηρο και βιταμίνες τα καθιστά ανταγωνιστικά σε σχέση με το κρέας χωρίς το περιβαλλοντικό κόστος της εντατικής κτηνοτροφίας.
Δεν είναι τυχαίο ότι διεθνείς οργανισμοί, όπως ο FAO, τα κατατάσσουν στα τρόφιμα του μέλλοντος, ιδίως σε έναν κόσμο που πλησιάζει τα 10 δισ. κατοίκους.
Φύκια, άγρια χόρτα και τροφές «χαμηλής τεχνολογίας»
Λιγότερο σοκαριστικά αλλά εξίσου υποτιμημένα είναι τα θαλάσσια φύκια, τα άγρια βρώσιμα φυτά και τα τρόφιμα που έχουν υποστεί τη διαδικασία της ζύμωσης. Σε χώρες της Ασίας, της Αφρικής και της Μεσογείου, αποτελούν βασικό στοιχείο της διατροφής εδώ και πολλές γενιές. Σήμερα, επανεξετάζονται ως τρόφιμα με μικρό υδατικό αποτύπωμα, χαμηλές ενεργειακές απαιτήσεις και υψηλή διατροφική αξία.
Η λογική είναι απλή: όσο λιγότερη επεξεργασία, μεταφορά και ψύξη απαιτεί ένα τρόφιμο, τόσο μικρότερο είναι το αποτύπωμά του στο κλίμα. Σε αυτή την κατηγορία, τα «ταπεινά» και συχνά ξεχασμένα τρόφιμα κερδίζουν έδαφος έναντι των υπερ-επεξεργασμένων επιλογών.
Από την περιέργεια στο... marketing των τροφίμων
Η συζήτηση γύρω από αυτά τα τρόφιμα έχει ήδη ξεπεράσει τη σφαίρα της γαστρονομικής μόδας. Εντάσσεται πλέον στον ευρύτερο διάλογο για την ανθεκτικότητα των διατροφικών συστημάτων, την επισιτιστική ασφάλεια και την κλιματική προσαρμογή. Το «παράξενο» δεν λειτουργεί πια ως μειονέκτημα, αλλά ως ένδειξη ότι η φύση έχει ήδη δώσει λύσεις εκεί όπου τα σύγχρονα μοντέλα παραγωγής αποτυγχάνουν.
Σε έναν κόσμο που καλείται να τραφεί με λιγότερους πόρους και μικρότερο περιβαλλοντικό κόστος, οι πιο ασυνήθιστες γεύσεις της Γης ίσως αποδειχθούν τελικά οι πιο ρεαλιστικές. Και η κλιματική στρατηγική, όπως φαίνεται, μπορεί να ξεκινά ακόμη και από το πιάτο.