Μπορεί να ξεκίνησε ως μια αιφνιδιαστική επίδειξη ισχύος, όμως τρεις εβδομάδες μετά, ο πόλεμος ΗΠΑ-Ισραήλ με το Ιράν εξελίσσεται σε μια επικίνδυνη δίνη γεωπολιτικής αστάθειας, οικονομικών πιέσεων και πολιτικών αντιφάσεων. Η αρχική στρατιωτική υπεροχή δίνει πλέον τη θέση της σε ένα θολό τοπίο, όπου οι εκτιμήσεις διαψεύδονται, οι συμμαχίες δοκιμάζονται και το κόστος - οικονομικό και πολιτικό - διογκώνεται. Στο επίκεντρο, ένας Αμερικανός πρόεδρος που δείχνει να ακολουθεί τις εξελίξεις αντί να τις καθορίζει, καθώς η σύγκρουση απειλεί να ξεπεράσει τα όρια ενός ελεγχόμενου πλήγματος και να μετατραπεί σε παρατεταμένη κρίση με απρόβλεπτες συνέπειες.
Πέρα από τις ασυνέπειες στο εσωτερικό της αμερικανικής κυβέρνησης αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο εξελίχθηκε ο πόλεμος, αρχίζει να γίνεται όλο και πιο αντιληπτό το χάσμα μεταξύ του Ντόναλντ Τραμπ που προσδοκούσε μια γρήγορη στρατιωτική νίκη με μέτριο οικονομικό τίμημα, και του Ισραηλινού πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου με όραμα την εξόντωση ενός καθεστώτος - ένας ευσεβής πόθος 40 χρόνων. Το διακύβευμα για το Ισραήλ είναι υψηλότερο από ό,τι για τις ΗΠΑ, καθώς βλέπει το Ιράν, ορκισμένο εχθρό του, ως σαφή κίνδυνο, τόσο από το πυρηνικό του πρόγραμμα όσο και -κυρίως- από τους βαλλιστικούς του πυραύλους.
Την ίδια στιγμή, οι ακροάσεις της διευθύντριας Εθνικών Πληροφοριών Τάλσι Γκάμπαρντ ενώπιον της Γερουσίας και της Βουλής των Αντιπροσώπων στις 18 και 19 Μαρτίου δεν κατάφεραν να διαλύσουν τις αμφιβολίες σχετικά με την πραγματικότητα της άμεσης απειλής που επικαλέστηκε ο Τραμπ για να δικαιολογήσει την έναρξη των εχθροπραξιών. Ο ισχυρισμός αυτός αμφισβητήθηκε δημόσια από τον διευθυντή του Εθνικού Αντιτρομοκρατικού Κέντρου, Τζόζεφ Κεντ, ο οποίος παραιτήθηκε στις 17 Μαρτίου.

«Κανείς δεν το περίμενε»
Ο ίδιος ο Τραμπ έχει συχνά αιφνιδιαστεί από νέες εξελίξεις στον πόλεμο, σημειώνει η Le Monde. Αφού το Ιράν βομβάρδισε επανειλημμένα την αραβική πλευρά του Κόλπου, ο πρόεδρος των ΗΠΑ δήλωσε δύο φορές, στις 16 Μαρτίου, ότι οι Ιρανοί δεν αναμενόταν να επιτεθούν στις χώρες της Μέσης Ανατολής». «Κανείς δεν το περίμενε. Μείναμε έκπληκτοι», επέμεινε, παρά τις προειδοποιήσεις πολλών ειδικών.
Το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ από το Ιράν είχε προκαλέσει το ίδιο αποτέλεσμα λίγες ημέρες νωρίτερα. Στις 14 Μαρτίου, ο Τραμπ ζητήσει βοήθεια από την Ευρώπη και την Ιαπωνία, καθώς και από την Κίνα. Η χλιαρή ανταπόκρισή τους τον οδήγησε να απαντήσει με πικρία ότι οι ΗΠΑ δεν τους χρειάζονταν, ωστόσο άλλαξε στάση μετά από μια προσφορά βοήθειας -χωρίς συγκεκριμένες λεπτομέρειες- που ανακοινώθηκε στις 19 Μαρτίου από τους ηγέτες της Γερμανίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας, της Ολλανδίας, της Βρετανίας και της Ιαπωνίας, οι οποίοι δήλωσαν έτοιμοι να βοηθήσουν στην ασφάλεια των Στενών του Ορμούζ μόλις σταματήσουν οι μάχες.
Ο αποκλεισμός των Στενών τροφοδότησε περαιτέρω την άνοδο των τιμών του πετρελαίου που είχε ξεκινήσει με την έναρξη της επίθεσης. Η μέση εθνική τιμή της βενζίνης στις ΗΠΑ αυξήθηκε κατά περισσότερο από 30% από τις 28 Φεβρουαρίου, ενώ η τιμή του βαρελιού πετρελαίου έχει πλέον σταθεροποιηθεί πάνω από τα 100 δολάρια, έναντι 60 δολαρίων την παραμονή της έναρξης του πολέμου. Η άνοδος ανάγκασε την κυβέρνηση να λάβει μέτρα που αποκάλυψαν έναν βαθμό αυτοσχεδιασμού στην προσπάθεια να αποτραπεί η επιστροφή του πληθωρισμού.
Το πρώτο μέτρο αφορούσε την προσωρινή αναστολή, από τις 5 Μαρτίου, των κυρώσεων στο ρωσικό πετρέλαιο που είχαν επιβληθεί λίγους μήνες νωρίτερα. Οι κυρώσεις αποσκοπούσαν στην αποδυνάμωση της ρωσικής οικονομίας ώστε να αναγκαστεί ο πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν να διαπραγματευτεί για το ζήτημα της Ουκρανίας. Ο στόχος αυτός είχε ήδη υπονομευθεί από την αύξηση της τιμής του πετρελαίου. Στις 19 Μαρτίου, ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ προχώρησε ακόμη περισσότερο, αναφέροντας μια περιορισμένη άρση κυρώσεων που στοχεύουν στο ιρανικό πετρέλαιο, παρά τον συνεχιζόμενο πόλεμο κατά της Τεχεράνης.

Ο ρόλος του Ισραήλ
Η παράδοξη αυτή πρόταση, που οι ειδικοί στην ενέργεια θεώρησαν συμβολική, προκλήθηκε από ισραηλινά αεροπορικά πλήγματα που στόχευσαν ιρανικές εγκαταστάσεις φυσικού αερίου. Ο ισραηλινός στρατός άνοιξε αυτό το νέο μέτωπο στις 18 Μαρτίου, πλήττοντας το μεγάλο υπεράκτιο κοίτασμα South Pars, το οποίο το Ιράν μοιράζεται με το Κατάρ. Το ιρανικό καθεστώς απάντησε πλήττοντας την καταριανή πλευρά, προκαλώντας σοβαρές ζημιές που θα μπορούσαν να έχουν διαρκή αντίκτυπο στις εξαγωγές μετά το τέλος των εχθροπραξιών, καθώς και σε σαουδαραβικές πετρελαϊκές εγκαταστάσεις.
Ο Τραμπ δήλωσε ότι αιφνιδιάστηκε από την πρωτοβουλία του συμμάχου του, επιμένοντας ότι δεν είχε ενημερωθεί εκ των προτέρων – ισχυρισμός που διαψεύστηκε από ισραηλινές πηγές. Αργότερα ανακάλεσε τις δηλώσεις του. «Του είπα να μην το κάνει», είπε αναφερόμενος στον Ισραηλινό πρωθυπουργό, προσθέτοντας αινιγματικά: «Είμαστε ανεξάρτητοι, τα πηγαίνουμε εξαιρετικά. Είναι συντονισμένο». ΄
Ωστόσο, μιλώντας ενώπιον του Κογκρέσου, η Γκάμπαρντ, πρώην Δημοκρατική που αντιτίθεται στις ξένες παρεμβάσεις, υποστήριξε ότι οι στόχοι που έχει θέσει ο πρόεδρος – δηλ., σύμφωνα με την ίδια, η καταστροφή του βαλλιστικού προγράμματος και η ανατροπή του καθεστώτος στην Τεχεράνη - διαφέρουν από τους στόχους που έχει θέσει η ισραηλινή κυβέρνηση. Επεσήμανε κυρίως τη σειρά δολοφονιών Ιρανών πολιτικών και στρατιωτικών ηγετών.
Για να καθησυχάσει τις αγορές πετρελαίου και τα χρηματιστήρια πολλών χωρών μετά την κλιμάκωση, ο πρόεδρος των ΗΠΑ δήλωσε ότι το Ισραήλ δεν θα στοχεύει πλέον πετρελαϊκές εγκαταστάσεις στο μέλλον. Απείλησε επίσης ότι θα πραγματοποιήσει μαζικούς βομβαρδισμούς ολόκληρου του κοιτάσματος φυσικού αερίου South Pars εάν το Ιράν συνεχίσει να ανταποδίδει πλήττοντας πετρελαϊκές και ενεργειακές εγκαταστάσεις στην περιοχή.
«Μια εκστρατεία»
Ο Κεντ, διευθυντής του Εθνικού Αντιτρομοκρατικού Κέντρου, ανέπτυξε εκτενώς τη θεωρία ενός πολέμου που επιβλήθηκε από τον Νετανιάχου σε επιστολή παραίτησης με συνωμοσιολογικούς υπαινιγμούς. Συντηρητικές προσωπικότητες των μέσων ενημέρωσης, όπως ο Τάκερ Κάρλσον και η Μέγκιν Κέλι, καθώς και ακροδεξιές προσωπικότητες με ανοιχτά αντισημιτικές θέσεις, έχουν επανειλημμένα προωθήσει αυτές τις κατηγορίες ότι ο Τραμπ χειραγωγείται.
Η συντριπτική πλειονότητα της εκλογικής βάσης του Τραμπ συνέχισε μέχρι στιγμής να τον στηρίζει, παρά την αθέτηση της υπόσχεσής του να μην εμπλέξει τις ΗΠΑ σε ξένες στρατιωτικές επιχειρήσεις, ιδίως στη Μέση Ανατολή.
Η στήριξη αυτή θα μπορούσε να δοκιμαστεί εάν ο πόλεμος παραταθεί, ιδίως λόγω του κόστους αυτού που ο πρόεδρος αποκαλεί συχνά «εκστρατεία». Αξιωματούχοι του Υπουργείου Άμυνας εκτίμησαν το κόστος των πρώτων έξι ημερών βομβαρδισμών στα 11,3 δισεκατομμύρια δολάρια κατά τη διάρκεια κεκλεισμένων των θυρών ενημέρωσης στο Κογκρέσο. Η Washington Post ανέφερε στις 18 Μαρτίου ότι το Πεντάγωνο σχεδιάζει να ζητήσει ένα αστρονομικό ποσό, 200 δισεκατομμυρίων δολαρίων σε πρόσθετη χρηματοδότηση, για να καλύψει τις δαπάνες που σχετίζονται με τη σύγκρουση και να αναπληρώσει το οπλοστάσιο που έχει αποδυναμωθεί από τους εντατικούς βομβαρδισμούς.
Τα αποτελέσματα που προβάλλουν τόσο ο Τραμπ όσο και ο Νετανιάχου περιλαμβάνουν ζώνες αβεβαιότητας. Απευθυνόμενη στα μέλη του Κογκρέσου, η Γκάμπαρντ δήλωσε ότι η κοινότητα πληροφοριών εκτιμά ότι το καθεστώς στο Ιράν φαίνεται να παραμένει άθικτο, αλλά σε μεγάλο βαθμό αποδυναμωμένο. Όταν ρωτήθηκε για τη διάρκεια του πολέμου, ο υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ μετέφερε την ευθύνη στον Τραμπ: «Τελικά, θα εξαρτηθεί από την απόφαση του προέδρου το πότε θα πούμε “έχουμε πετύχει ό,τι χρειάζεται”», προσθέτοντας ότι δεν υπάρχει «καθορισμένο χρονοδιάγραμμα». Ο πρόεδρος έχει ήδη δηλώσει ότι θα «το νιώσει στα κόκαλά του» όταν έρθει η στιγμή.
Ο αμερικανικός Τύπος συζητά τακτικά σενάρια που περιλαμβάνουν την ανάπτυξη χερσαίων δυνάμεων για την ασφάλεια των Στενών του Ορμούζ, την κατάληψη του κύριου πετρελαϊκού τερματικού στο νησί Χαργκ του Ιράν ή την ανάκτηση του αποθέματος ουρανίου εμπλουτισμένου κατά 60%, το οποίο πιθανότατα θάφτηκε κατά τους βομβαρδισμούς του Ιουνίου 2025. Στις 19 Μαρτίου, ο Τραμπ παρέμεινε ασαφής στο θέμα. «Δεν στέλνω στρατεύματα πουθενά», δήλωσε, προσθέτοντας ότι «κι αν το έκανα, σίγουρα δεν θα σας το έλεγα».
Φωτογραφία: @associatedpress