Μία «καυτή» εβδομάδα που θα κρίνει πολλά για το μέλλον των αγορών και της παγκόσμιας οικονομίας ξεκινάει, με την εμπορική διένεξη ΗΠΑ - Κίνας, τις αποφάσεις των κεντρικών τραπεζών, αλλά και τη σκιώδη προβληματική της αγοράς repos να βρίσκονται στο προσκήνιο. Οι ανακοινώσεις της ΕΚΤ αλλά και της Fed αναμένεται να διαδραματίσουν καταλυτικό ρόλο στην πορεία που θα χαράξουν οι αγορές από το 2020, με τα σενάρια για ένα νέο γύρο sell-off πριν τα τέλη του έτους, ολοένα και φουντώνουν.

11 και 12 Δεκεμβρίου: Τα μηνύματα των ΕΚΤ - Fed και η προβληματική της αμερικανικής αγοράς repos

Στάση αναμονής σε ό,τι αφορά την επιτοκιακή τους πολιτική αναμένεται να κρατήσουν η ΕΚΤ και η Fed στις συνεδριάσεις που λαμβάνουν χώρα αυτή την εβδομάδα. Με μεγάλο ενδιαφέρον αναμένονται οι δηλώσεις της «σιδηράς κυρίας του ευρώ» Κριστίν Λαγκάρντ που δείχνει εξαρχής τη βούληση να γεφυρώσει το χάσμα με το Βερολίνο. Η ίδια αναμένεται να κρατήσει μία στάση ισορροπίας σε ό,τι αφορά το χρονοδιάγραμμα της Ποσοτικής Χαλάρωσης (QE), ενώ άγνωστο παραμένει αν θα θέσει κάποιο deadline, δεχόμενη πιέσεις από τα «γεράκια» της Φρανκφούρτης.

Στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού, η Fed καλείται να αξιολογήσει τα νέα οικονομικά δεδομένα λαμβάνοντας υπόψιν της την πορεία των εμπορικών διαπραγματεύσεων ΗΠΑ – Κίνας και το θετικό rollup της αμερικανικής αγοράς εργασίας. Αυτό που διαφαίνεται μέχρι στιγμής είναι η υιοθέτηση μιας προσέγγισης «wait-and-see» από τη Fed για την πορεία των επιτοκίων, χωρίς να στέλνει οποιοδήποτε μήνυμα στις αγορές, ενώ το μεγάλο ενδιαφέρον επικεντρώνεται στα όσα θα πει ο πρόεδρός της, Τζερόμ Πάουελ, για τη σκιώδη αγορά repos.

Αίσθηση είχε προκαλέσει τον περασμένο Σεπτέμβριο η κίνηση της Fed να αναλάβει ξανά δράση, παρεμβαίνοντας με πράξεις repos στις αγορές μετά το μακρινό 2008 και το ξέσπασμα της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης. Οι συνεχείς παρατάσεις της διενέργειας πράξεων repos και το άφθονο χρήμα (209 δισ. δολάρια από τα μέσα Σεπτεμβρίου) που διοχετεύει η Fed, παρότι η αγορά έχει σταθεροποιηθεί, προκαλεί έντονες ανησυχίες για το ξέσπασμα μιας νέας κρίσης ρευστότητας στα τέλη του χρόνου.

Σε ανάλυσή της η Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών (BIS) αναφέρει ως κύρια αιτία της κρίσης ρευστότητας την άρνηση των μεγάλων αμερικανικών τραπεζών να παρέχουν ρευστότητα και μετρητά στην αγορά, σε συνδυασμό με την αυξημένη ζήτηση χρηματοδότησης από τα funds. Το ερώτημα που γεννάται είναι γιατί οι μεγάλες τράπεζες των ΗΠΑ «τράβηξαν το πόδι από το γκάζι» όταν τους δίνονταν η ευκαιρία να κερδίσουν από το υψηλότερο επιτόκιο στην αγορά repos, που είχε φτάσει το 10%. Ειδικοί της αγοράς πάντως προειδοποιούν πως η ρευστότητα που παρέχει η Fed δεν είναι μια διαρκής λύση. Ενδεικτικό είναι πως τον Οκτώβριο, ο Τζέιμς Ντίμον CEO της JP Morgan προειδοποίησε πως η αναταραχή μπορεί να είναι πρόδρομος μιας μεγαλύτερης κρίσης, εάν η Fed δεν προσαρμόσει τους κανονισμούς της. Βέβαια, η Fed απορρίπτει την ιδέα της χαλάρωσης των κεφαλαίων ή των κανονισμών ρευστότητας των τραπεζών, ανοίγοντας πιθανώς τους «ασκούς του Αιόλου» για τις αμερικανικές τράπεζες.

Μια λύση που εξετάζεται, σύμφωνα με τον Μαρκ Καμπάνα της Bank of America, είναι μια μόνιμη συμφωνία επαναγοράς, η οποία θα επιτρέπει στις τράπεζες να μετατρέπουν τα treasuries σε αποθεματικά κατά ζήτηση. Παρ' όλα αυτά αναλυτές κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου επισημαίνοντας πως τυχόν αλλαγές στους κανόνες των αποθεματικών θα ωφελήσουν πιθανώς τις τράπεζες αλλά θα αυξήσουν τον κίνδυνο στο χρηματοπιστωτικό σύστημα των ΗΠΑ.

15 Δεκεμβρίου: Ημερομηνία – ορόσημο για την εμπορική διένεξη ΗΠΑ - Κίνας

Όσο η άμμος της κλεψύδρας μειώνεται τόσο οι δύο μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου «οχυρώνονται», δημιουργώντας νέα επίδικα στην πολύμηνη εμπορική διένεξη.

Από τη μία πλευρά, ο Αμερικανός πρόεδρος αρέσκεται και επιδίδεται σε ένα συνεχές παιχνίδι εντυπώσεων, διατυπώνοντας δηλώσεις για το χρονοδιάγραμμα της επίτευξης μιας εμπορικής συμφωνίας με την Κίνα, συμπαρασύροντας τις αγορές στους δικούς του ρυθμούς. Ο ελιγμός του Αμερικανού προέδρου στο να θέσει επίσημα deadline για την υπογραφή μιας πρώτης συμφωνίας με την Κίνα φέρνει πιο κοντά έναν νέο γύρο δασμών που είχε ανακοινώσει ότι θα επιβάλλει στις 15 Δεκεμβρίου σε κινεζικά αγαθά αξίας 160 δισ. δολαρίων. Η κίνηση αυτή αναμένεται να προκαλέσει ένα ισχυρό πλήγμα στην ψυχολογία της αμερικανικής αγοράς και των καταναλωτών της, όπως σχολιάζει ο επικεφαλής οικονομολόγος της High Frequency Economics, Carl Weinberg.

Παρ' όλα αυτά άγνωστο παραμένει ακόμα το πως θα κινηθεί τις επόμενες μέρες ο Αμερικανός πρόεδρος, δεχόμενος πιέσεις τόσο από την υπόθεση παραπομπής του, όσο και από την προεκλογική μάχη. Ο ίδιος δεν φαίνεται διατεθειμένος για μεγάλες υποχωρήσεις, αφού γνωρίζει πως τόσο το ίδιο του το κόμμα, όσο και οι Δημοκρατικοί θα τον κατηγορήσουν για ξεπούλημα αλλά και λάθος διαχείριση της συνολικής διαπραγματευτικής ισχύος των ΗΠΑ.

Από την άλλη μεριά, ανάλογη στάση τηρεί και η Κίνα βλέποντας πως ο τεχνολογικός γίγαντας Huawei παραμένει στη «μαύρη λίστα» του Ντόναλντ Τραμπ. Όπως αναφέρει δημοσίευμα των Financial Times, η κινεζική ηγεσία έδωσε εντολή τη Δευτέρα να αντικατασταθούν με κινεζικά προϊόντα όλοι οι ξένοι υπολογιστές και το ξένο λογισμικό στα κυβερνητικά γραφεία και στους δημόσιους οργανισμούς της χώρας μέσα στην επόμενη τριετία. Η απόφαση αναμένεται να πλήξει τις αμερικανικές πολυεθνικές εταιρείες τεχνολογίας όπως οι HP, Dell και Microsoft, που έχουν κάνει μεγάλες εξαγωγές στην Κίνα.  Παρ' όλα αυτά η απειλή του «κόκκινου δράκου» έρχεται σε άμεση ρήξη με την με τα τελευταία οικονομικά δεδομένα και την πτωτική τάση των εξαγωγών της, που τον Νοέμβριο υποχώρησαν κατά 1,1% για τέταρτο συνεχόμενο μήνα.

Ξεκάθαρες απαντήσεις αναμένεται να δουν το φως της δημοσιότητας μέχρι τις 15 Δεκεμβρίου, ημερομηνία ενεργοποίησης των δασμών του Τραμπ. Οι εκατέρωθεν απειλές και οι οικονομικός εκφοβισμός χρησιμοποιούνται ως τέχνασμα και από τις δύο χώρες, που γνωρίζουν πολύ καλά πως δεν έχουν περιθώρια για συνέχιση μιας ατέρμονης και αδιέξοδης εμπορικής διαμάχης.