Η συμφωνία για παύση των επιθέσεων σε ενεργειακές υποδομές της Ρωσίας και της Ουκρανίας για την οποία μεσολάβησε ο Ντόναλντ Τραμπ θα μπορούσε να περιορίσει μία από τις πιο άμεσες απειλές για την παγκόσμια αγορά ντίζελ. Ωστόσο, όπως αναφέρει το Reuters, είναι απίθανο να ανατρέψει το σοβαρό έλλειμμα που έχει διαμορφωθεί στην προσφορά από τις αρχές του έτους.
Τη Δευτέρα, ο Τραμπ ανακοίνωσε ότι Ρωσία και Ουκρανία συμφώνησαν να σταματήσουν τις εκατέρωθεν επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές. Το Κρεμλίνο χαιρέτησε την πρόταση των ΗΠΑ, ενώ ο Ζελένσκι ζήτησε δεσμεύσεις προκειμένου να σταματήσει τις επιθέσεις.
Πάντως, επισημαίνει το δημοσίευμα, ακόμα και εάν η συμφωνία τηρηθεί, η παγκόσμια βιομηχανία διύλισης και ειδικότερα η αγορά ντίζελ, εξακολουθεί να παραμένει στη δίνη δύο πολέμων που δύσκολα θα τερματιστούν γρήγορα.
Στη Ρωσία, οι πολυετείς εκστρατείες επιθέσεων από ουκρανικά drone σε ενεργειακές εγκαταστάσεις, έχει προκαλέσει προβλήματα σε έναν από τους μεγαλύτερους κλάδους διύλισης στον κόσμο. Τους πρώτους οκτώ μήνες του 2026, ένα ρωσικό διυλιστήριο δεχόταν επίθεση κατά μέσο όρο κάθε τρεις μέρες, σύμφωνα με στοιχεία του Διεθνή Οργανισμού Ενέργειας (ΙΕΑ).
Στη Μέση Ανατολή, αρκετά διυλιστήρια υπέστησαν καταστροφές με το ξέσπασμα του πολέμου στο Ιράν το Φεβρουάριο, ενώ ο αποκλεισμός των Στενών του Ορμούζ έχει περιορίσει σημαντικά τις εξαγωγές καυσίμων. Οι χώρες του Κόλπο αντιπροσώπευαν το ένα πέμπτο των παγκόσμιων θαλάσσιων εξαγωγών ντίζελ το 2025, με περίπου 1,5 εκατ. βαρέλια ημερησίως.
Συνολικά, οι καθαρές εξαγωγές ντίζελ από τη Ρωσία και τον Κόλπο τον Αύγουστο ήταν 1,6 εκατ. βαρέλια λιγότερες σε σχέση με τον Φεβρουάριο. Πριν την έναρξη των εχθροπραξιών, οι δύο περιοχές αντιπροσώπευαν σχεδόν το 45% των εξαγωγών του παγκόσμιου ντίζελ.
Το ντίζελ αντιστοιχεί περίπου στο 30% της παγκόσμιας ζήτησης πετρελαίου και θεωρείται ευρέως ως η κινητήριος δύναμη της παγκόσμιας οικονομίας. Τροφοδοτεί φορτηγά, τρένα, βιομηχανικά μηχανήματα, εξοπλισμό εξόρυξης και αγροτικά μηχανήματα. Στην Ευρώπη ειδικότερα, κινεί περίπου ένα στα δέκα επιβατικά αυτοκίνητα.
Η απότομη συρρίκνωση στην προσφορά εκτόξευσε τις τιμές του ντίζελ και τα περιθώρια κέρδους των διυλιστηρίων σε επίπεδα ρεκόρ τον Αύγουστο. Την περασμένη εβδομάδα, η λιανική τιμή του ντίζελ στις ΗΠΑ ξεπέρασε για πρώτη φορά τα 6 δολάρια ανά γαλόνι.
Υπό αυτές τις συνθήκες, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι ο Τραμπ, που επίσης αντιμετωπίζει αυξανόμενη δυσαρέσκεια για το κόστος της ενέργειας και τον επίμονα υψηλό πληθωρισμό στο εσωτερικό, επιχειρεί να αποσυμπιέσει την αγορά ντίζελ.
Το κρίσιμο ερώτημα πλέον είναι εάν θα αντέξει η συγκεκριμένη εκεχειρία στις ενεργειακές υποδομές και, κυρίως, πόσο γρήγορα μπορεί να αποκατασταθεί η ζημιά που έχει ήδη προκληθεί.
Μία δόση επιφυλακτικότητας
Οι ουκρανικές επιθέσεις σε διυλιστήρια και άλλες εγκαταστάσεις διύλισης βαθιά μέσα σε ρωσικό έδαφος έχουν σοβαρές οικονομικές επιπτώσεις στην τρίτη μεγαλύτερη χώρα διύλισης παγκοσμίως, μετά την Κίνα και τις ΗΠΑ.
Η επεξεργασία αργού στα ρωσικά διυλιστήρια υποχώρησε τον Ιούνιο στα 8,7 εκατ. βαρέλια ημερησίως, μειωμένη κατά 3,8 εκατ. βαρέλια ή 30% σε ετήσια βάση. Πρόκειται για το χαμηλότερο επίπεδο από τον Μάιο του 2004, σύμφωνα με τον IEA.
Παράλληλα, η παραγωγή βενζίνης έχει μειωθεί περίπου κατά ένα πέμπτο, προκαλώντας σοβαρές ελλείψεις σε ορισμένες περιοχές και αναγκάζοντας τη Μόσχα να καταφύγει σε εισαγωγές καυσίμων. Σημειώνεται, πως η Ρωσία έχει απαγορεύσει τις εξαγωγές βενζίνης από τον Απρίλιο και τις εξαγωγές ντίζελ από τον Ιούλιο, με τη δεύτερη απαγόρευση να παραμένει σε ισχύ τουλάχιστον έως τις 30 Σεπτεμβρίου.
Η απαγόρευση των εξαγωγών ντίζελ είχε άμεσο και σημαντικό αντίκτυπο στις διεθνείς αγορές. Η Ρωσία ήταν πέρυσι ο δεύτερος μεγαλύτερος εξαγωγέας ντίζελ παγκοσμίως, μετά τις ΗΠΑ, με εξαγωγές άνω των 800.000 βαρελιών ημερησίως -περίπου το 12% των παγκόσμιων θαλάσσιων εξαγωγών ντίζελ- σύμφωνα με την Kpler. Από την επιβολή της απαγόρευσης, οι τιμές του ντίζελ έχουν αυξηθεί κατά 60%.
Επομένως, μια συμφωνία της Ουκρανίας για την αναστολή των επιθέσεων εναντίον ρωσικών ενεργειακών εγκαταστάσεων μοιάζει εκ πρώτης όψεως ιδιαίτερα σημαντική. Ωστόσο, χρειάζεται μεγάλη δόση επιφυλακτικότητας.
Το πρόβλημα των επισκευών
Δεν είναι η πρώτη φορά που Ρωσία και Ουκρανία συμφωνούν σε «ενεργειακή» εκεχειρία από όταν η Ρωσία ξεκίνησε την πλήρους κλίμακας εισβολή τον Φεβρουάριο του 2022. Τον Μάρτιο του 2025, ο Τραμπ είχε πάλι μεσολαβήσει για μία αμοιβαία αναστολή επιθέσεων σε ενεργειακές εγκαταστάσεις. Όμως, σχεδόν αμέσως, οι δύο πλευρές άρχισαν να κατηγορούν η μία την άλλη για παραβίαση της συμφωνίας η οποία στην ουσία δεν εφαρμόστηκε ποτέ.
Ακόμα και σε περίπτωση που οι επιθέσεις εναντίον των ρωσικών διυλιστηρίων σταματήσουν, οι επιπτώσεις στην παραγωγή και τις εξαγωγές ντίζελ της χώρας δύσκολα θα αντιστραφούν μέσα στους επόμενους μήνες. Και αυτό γιατί πολλές ρωσικές εγκαταστάσεις έχουν πληγεί επανειλημμένα, μεταξύ άλλων το διυλιστήριο της Gazprom Neft στη Μόσχα και το διυλιστήριο της Rosneft στο Ριαζάν.
Έτσι, το συσσωρευμένο μέγεθος των ζημιών εκτιμάται ότι είναι ιδιαίτερα μεγάλο.
Οι ουκρανικές επιθέσεις φαίνεται να έχουν στοχεύσει συχνά μονάδες ατμοσφαιρικής απόσταξης αργού -τις βασικές μονάδες επεξεργασίας που βρίσκονται στην καρδιά κάθε διυλιστηρίου- αλλά και υδρογονοπυρόλυσης, ιδιαίτερα σύνθετες και ακριβές εγκαταστάσεις που είναι απαραίτητες για την παραγωγή ντίζελ.
Η εξασφάλιση ανταλλακτικών ή ακόμη και προσωρινών λύσεων επισκευής θα είναι δύσκολη για τις ρωσικές εταιρείες διύλισης, καθώς οι δυτικές κυρώσεις εξακολουθούν να περιορίζουν την πρόσβαση σε εξειδικευμένη τεχνολογία και κρίσιμα εξαρτήματα.
Την ίδια ώρα, οι ρωσικές εταιρείες θα πρέπει να ανταγωνιστούν για περιορισμένους μηχανικούς πόρους, τεχνογνωσία και εξοπλισμό, καθώς εκτεταμένες ζημιές έχουν προκληθεί και σε εγκαταστάσεις διύλισης στη Μέση Ανατολή.
Ακόμη και αν η Ρωσία καταφέρει να εξασφαλίσει τα απαραίτητα εξαρτήματα, οι επισκευές αναμένεται να απαιτήσουν μήνες. Αυτό σημαίνει ότι μια ουσιαστική ανάκαμψη των ρωσικών εξαγωγών καυσίμων -και οποιαδήποτε αντίστοιχη ανακούφιση για την παγκόσμια αγορά ντίζελ- δύσκολα θα έρθει πριν από το 2027, ακόμη και στο πιο αισιόδοξο σενάριο.
Οι ελλείψεις παραμένουν
Η παγκόσμια διυλιστική παραγωγή έφτασε τον Αύγουστο στο υψηλό των 81,4 εκατ. βαρελιών ημερησίως χάρη και στα σχεδόν επίπεδα-ρεκόρ λειτουργίας των αμερικανικών διυλιστηρίων. Παρ' όλα αυτά, παρέμεινε μειωμένη κατά 4,2 εκατ. βαρέλια ημερησίως σε σχέση με έναν χρόνο νωρίτερα, σύμφωνα με τον IEA.
Αυτό αναδεικνύει ένα πολύ ευρύτερο πρόβλημα για την αγορά ντίζελ. Η σημερινή κρίση δεν αφορά πλέον μόνο τις διαταραχές στην προσφορά αργού πετρελαίου, αλλά πρωτίστως την απώλεια δυναμικότητας διύλισης.
Οι έκτακτες αποδεσμεύσεις αποθεμάτων, η αύξηση της παραγωγής πετρελαίου και η σταδιακή αποκατάσταση των ροών μέσω των Στενών του Ορμούζ έχουν συμβάλει στην άμβλυνση των ελλείψεων αργού. Η αποκατάσταση όμως εκατομμυρίων βαρελιών ημερήσιας διυλιστικής δυναμικότητας που έχουν χαθεί αποτελεί πολύ πιο αργή και σύνθετη διαδικασία.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο δύσκολο καθώς τα διυλιστήρια στη Μέση Ανατολή εξακολουθούν να βρίσκονται αντιμέτωπα με τον κίνδυνο νέων επιθέσεων, μετά την πρόσφατη επέκταση της σύγκρουσης μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν.
Όλα αυτά δείχνουν ότι το σημαντικότερο καύσιμο για τη λειτουργία της παγκόσμιας οικονομίας είναι πιθανό να παραμείνει σε έλλειψη -και να παραμείνει επώδυνα ακριβό- για μεγάλο μέρος και του επόμενου έτους.
Ακόμη και αν η εκεχειρία που προώθησε ο Τραμπ καταφέρει να σταματήσει τις νέες επιθέσεις, δεν μπορεί να εξαλείψει γρήγορα τις συνέπειες της ζημιάς που έχει ήδη προκληθεί, καταλήγει το Reuters.



