Για περισσότερα από διακόσια χρόνια οι Ηνωμένες Πολιτείες απολαμβάνουν ένα προνόμιο που καμία άλλη χώρα δεν διαθέτει. Εκδίδουν το παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα και μπορούν να δανείζονται σχεδόν απεριόριστα χωρίς να αντιμετωπίζουν άμεσα τις συνέπειες που θα είχε μια αντίστοιχη δημοσιονομική πολιτική αλλού.
Αυτή η εποχή της σχετικής ασυλίας ίσως πλησιάζει στο τέλος της. Οι οικονομολόγοι της Berenberg υποστηρίζουν ότι το αμερικανικό δημοσιονομικό μονοπάτι δεν είναι πλέον βιώσιμο και ότι, εφόσον η πολιτική εξουσία συνεχίσει να αποφεύγει δύσκολες αποφάσεις, η ίδια η αγορά ομολόγων θα είναι εκείνη που τελικά θα επιβάλει τη δημοσιονομική προσαρμογή.
Δεν μιλούν βεβαίως για κάποια επικείμενη κρίση χρέους, προειδοποιούν όμως ότι μέσα στην επόμενη πενταετία οι επενδυτές μπορεί να αρχίσουν να ζητούν τόσο υψηλές αποδόσεις για να χρηματοδοτούν το αμερικανικό Δημόσιο, ώστε το πολιτικό κόστος της αδράνειας να γίνει μεγαλύτερο από το κόστος μιας αύξησης φόρων ή μιας περικοπής δαπανών.
Ενδεικτικά, την Παρασκευή η απόδοση του διετούς αμερικανικού ομολόγου αυξήθηκε κατά 3 μονάδες βάσης στο 4,37% και κατά 2 μονάδες βάσης στο σύνολο της εβδομάδας. Η απόδοση του δεκαετούς αυξήθηκε κατά 1 μονάδα βάσης στο 4,78% και κατά 6 μονάδες βάσης σε επίπεδο εβδομάδας, ενώ η απόδοση του 30ετούς παρέμεινε αμετάβλητη στο 5,24% την Παρασκευή, αλλά κατέγραψε εβδομαδιαία άνοδο 4 μονάδων βάσης.
Ο λογαριασμός των τόκων
Το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ που βρίσκεται στα χέρια των ιδιωτών και των αγορών έχει φτάσει ήδη στο 99,4% του ΑΕΠ, επίπεδο πολλαπλάσιο εκείνου που αντιμετώπισε ο Ρόναλντ Ρίγκαν στις αρχές της δεκαετίας του 1980 και περίπου διπλάσιο από αυτό που παρέλαβε ο Μπιλ Κλίντον στις αρχές της δεκαετίας του 1990.

Ταυτόχρονα, το δημοσιονομικό έλλειμμα συνεχίζει να παραμένει εξαιρετικά υψηλό. Σύμφωνα με την τράπεζα, το κυλιόμενο έλλειμμα δωδεκαμήνου ανήλθε τον Ιούλιο στο 6,3% του ΑΕΠ, το μεγαλύτερο ειρηνικής περιόδου εκτός μεγάλων υφέσεων. Με άλλα λόγια, η αμερικανική οικονομία συνεχίζει να αναπτύσσεται, η ανεργία δεν βρίσκεται σε επίπεδα κρίσης και παρ' όλα αυτά η κυβέρνηση των ΗΠΑ εξακολουθεί να δανείζεται με ρυθμούς που ιστορικά συνδέονταν κυρίως με έκτακτες συνθήκες, συντηρώντας μια διαρκή ανισορροπία ανάμεσα στα έσοδα και τις δαπάνες του ομοσπονδιακού κράτους.
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο είναι η ταχύτητα με την οποία αυξάνεται το κόστος εξυπηρέτησης του αμερικανικού χρέους. Καθώς τα ομόλογα που είχαν εκδοθεί την περίοδο των μηδενικών επιτοκίων λήγουν και αντικαθίστανται από νέες εκδόσεις με πολύ υψηλότερες αποδόσεις, το μέσο επιτόκιο του αμερικανικού χρέους έχει ήδη ανέβει στο 3,2%. Η συνέπεια είναι ότι οι καθαρές δαπάνες τόκων έχουν ξεπεράσει το 3% του ΑΕΠ και πλέον υπερβαίνουν τις συνολικές αμυντικές δαπάνες των Ηνωμένων Πολιτειών.
Επομένως, η διάρθρωση του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού αλλάζει ταχύτατα, καθώς όλο και μεγαλύτερο μέρος των φορολογικών εσόδων δεν κατευθύνεται σε επενδύσεις, κοινωνικές παροχές ή άμυνα, αλλά απλώς στην πληρωμή των τόκων του ήδη υπάρχοντος χρέους.

Προς το παρόν, το βασικό σενάριο του Congressional Budget Office παραμένει σχετικά αισιόδοξο. Υποθέτει ότι η απόδοση του 10ετούς αμερικανικού ομολόγου θα σταθεροποιηθεί περίπου στο 4,3%, γεγονός που θα οδηγήσει τις δαπάνες τόκων πάνω από το 4% του ΑΕΠ το 2031. Η Berenberg θεωρεί ότι αυτή η υπόθεση υποτιμά τον κίνδυνο. Η δική της εκτίμηση είναι ότι η απόδοση του 10ετούς θα μπορούσε να φτάσει το 5,2% ήδη το 2028, επιβαρύνοντας σημαντικά τα δημόσια οικονομικά.
Φαύλος κύκλος
Υψηλότερες αποδόσεις σημαίνουν ακριβότερη αναχρηματοδότηση του χρέους. Ακριβότερη αναχρηματοδότηση σημαίνει μεγαλύτερες δαπάνες τόκων. Οι μεγαλύτερες δαπάνες αυξάνουν το έλλειμμα, το οποίο απαιτεί ακόμη περισσότερες εκδόσεις ομολόγων. Και όσο περισσότερα ομόλογα πρέπει να απορροφήσει η αγορά, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος οι επενδυτές να ζητούν ακόμη υψηλότερη απόδοση.
Πρόκειται για έναν δημοσιονομικό φαύλο κύκλο, όπως σημειώνει η Berenberg και, παρόλο που δεν έχει ξεκινήσει κάποια ανεξέλεγκτη κρίση, οι προϋποθέσεις για μια τέτοια δυναμική γίνονται ολοένα πιο εμφανείς όσο η αμερικανική κυβέρνηση συνεχίζει να συσσωρεύει νέο χρέος.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται και στην πολιτική διάσταση από τους αναλυτές της Berenberg, οι οποίοι σημειώνουν ότι ούτε η κυβέρνηση Τραμπ ούτε το Κογκρέσο δείχνουν πραγματική διάθεση για μια σοβαρή δημοσιονομική εξυγίανση. Μάλιστα, εκτιμούν ότι η έλλειψη πολιτικής βούλησης δεν αφορά μόνο τη σημερινή κυβέρνηση, αλλά αποτελεί ευρύτερο χαρακτηριστικό του αμερικανικού πολιτικού συστήματος, ανεξαρτήτως κόμματος.
Χωρίς εύκολη λύση
Η στροφή προς περισσότερες βραχυπρόθεσμες εκδόσεις χρέους δεν αντιμετωπίζει το πρόβλημα, επειδή τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια παραμένουν υψηλότερα από το μέσο κόστος του υφιστάμενου χρέους και αυξάνουν παράλληλα τον κίνδυνο συνεχούς αναχρηματοδότησης. Ούτε οι επαναγορές μακροπρόθεσμων ομολόγων μπορούν, κατά την άποψη των οικονομολόγων Berenberg, να αλλάξουν τη συνολική δημοσιονομική εικόνα.
Ακόμη πιο επιφυλακτικοί εμφανίζονται απέναντι στην ιδέα μιας μεγαλύτερης παρέμβασης της Ομοσπονδιακής Τράπεζας. Περισσότερες αγορές κρατικών ομολόγων από τη Fed θα μπορούσαν προσωρινά να μειώσουν τις πιέσεις στις αποδόσεις, όμως ενδέχεται να αποδυναμώσουν το δολάριο, να ενισχύσουν τον πληθωρισμό και τελικά να διαβρώσουν ακόμη περισσότερο την εμπιστοσύνη των επενδυτών.
Το σίγουρο είναι ότι η σημερινή πορεία δύσκολα μπορεί να συνεχιστεί επ' αόριστον. Κάποια στιγμή, εκτιμά η Berenberg, η οικονομική πραγματικότητα θα επιβάλει τη δημοσιονομική πειθαρχία, την οποία το αμερικανικό πολιτικό σύστημα αποφεύγει.



